Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Νηπτική Παράδοση & Ποιμαντική Ψυχολογία: Η υπέρβαση της μοναστικής άσκησης Δημήτρης Τσιολακίδης


Στο πλαίσιο των δημοσιεύσεων της μελέτης του κ. Δημήτρη Τσιολακίδη για τη σχέση Ποιμαντικής Ψυχολογίας και Νηπτικής Παράδοσης (προηγούμενο άρθρο:www. pemptousia.gr/?p=58034), συνεχίζουμε με την εξέταση της υπέρβασης που προσφέρει η χριστιανική άσκηση, στη θέαση του θανάτου και των υπόλοιπων βασικών συντεταγμένων της ανθρώπινης ζωής.
monaxos thalassa
Πηγή:imverias.blogspot.gr/
Στην ορθόδοξη παράδοση, η οδύνη του θανάτου πέρα από τη φυσική της διάσταση, «…έχει υπερβατικές προεκτάσεις. Συμβάλλει στην εσωτερική κάθαρση του ανθρώπου. Γι ’αυτό αποτελεί και το προσφορότερο μέσο για την πνευματική ανακαίνισή του.».[36] Η παράδοξη αυτή υπαρξιακή στάση γίνεται κατορθωτή για τον ορθόδοξο χριστιανό άσχετα αν ακολουθεί το μοναχικό βίο ή αν ζει στις παρυφές της κοσμικής ζωής, μέσω της πνευματικής ασκήσεως. Ωστόσο στη χριστιανική διδασκαλία πέρα από το βιολογικό θάνατο υπάρχει και ο πνευματικός που αποτελεί την πιο τραγική όψη του. Στη συνείδηση του χριστιανού ο φυσικός θάνατος όπως και όλα τα παθήματα δεν είναι τιμωρίες αλλά έχουν παιδαγωγικό χαρακτήρα.
Η δεύτερη μορφή θανάτου συνδέεται με την απώλεια της ψυχής που σημαίνει τη μετά θάνατον συνέχεια του πόνου. Η αιώνια καταδίκη την οποία επιφέρει ο πνευματικός θάνατος είναι κατάσταση,[37]στην οποία ο άνθρωπος καταλήγει από μόνος του όταν παραδίδει τη ζωή του στην ικανοποίηση των άλογων επιθυμιών του. Επίσης στο θέμα του θανάτου και στα συναισθήματα που προκαλεί η ιδέα του, στη θεολογική γλώσσα υπάρχει μία εννοιολογική διάκριση μεταξύ μνήμης[38] και φοβίας του θανάτου.
Στην πρώτη ο πιστός αντικρίζει την επιθυμία του να μεταβεί στην αιώνια ζωή, η αντιμετώπιση αυτή εκλαμβάνεται ως υγιής στάση, ενώ η δεύτερη νοείται ως αρνητική κατάσταση με παθολογικές συνέπειες που εκτείνονται από την πλήρη απελπισία έως τον καταναλωτικό στρουθοκαμηλισμό. Αυτό που σώζει είναι η πίστη στο Χριστό. Πίστη είναι η διαισθητική δύναμη και η καρδιακή κατάσταση που μας βεβαιώνει για την ύπαρξη και παρουσία του Θεού και μας οδηγεί στη γνώση του[39]. Η πίστη στη βαθύτερη έννοιά της σημαίνει ελευθερία. Δεν σημαίνει καταπίεση του θυμοειδούς. Προϋποθέτει την ταύτιση της συνείδησης με τη σκέψη που καλλιεργείται και ενισχύεται με την άσκηση, η δε άσκηση τελειώνεται με την εκπλήρωση της υπόσχεσης που δίνει ο χριστιανός. Η άσκηση δεν αφορά μόνο το μοναχικό βίο, είναι βασικό συστατικό ολόκληρης της χριστιανικής ζωής[40].
Η ιδιαιτερότητα της μοναχικής ζωής βρίσκεται στην αποταγή του κόσμου που, όπως μας διδάσκει η παράδοση, έχει μυστηριακή διάσταση καθώς αποτελεί ανταπόκριση στη Θεία κλήση.[41] Η ανταπόκριση αυτή περιγράφεται στην υπόσχεση που δίνει ο μοναχός μετά την κουρά του. Οι δύο πρώτες εισιτήριες φάσεις έχουν αναλογική σχέση και περιλαμβάνουν τρία διαδοχικά στάδια που σχετίζονται με την πνευματική ανάπτυξη, και τις αιτίες εισόδου στη μοναχική ζωή.[42] Ο πυρήνας της υπόσχεσης αφορά στην υπακοή, την παρθενία, και την ακτημοσύνη, χαρακτηριστικά, που τον βοηθούν να αφιερωθεί στον ασκητικό αγώνα απερίσπαστος από κοσμικές μέριμνες. Αυτό όμως δεν εξαρτά τη μετάδοση της χάρης από την ιδιομορφία του μοναχικού βίου, οι ίδιες αιτίες μπορούν να αναζητηθούν και έξω από το μοναχικό περιβάλλον. Όλο το νόημα της άσκησης συμπυκνώνεται στην αποβολή του ιδίου θελήματος[43] και στην ολοκληρωτική αφοσίωση στις θείες εντολές ώστε να αντιπαρέλθει ο άνθρωπος τις ανυπέρβλητες κατά τα φαινόμενα δυσκολίες, και να φθάσει στην εν τω Χριστώ τελείωση.
Πριν γίνει αυτό βασικό μέλημα είναι η θεραπεία της ψυχής. Ο χριστιανός που προσέρχεται ελεύθερα στη διαδικασία της άσκησης έχει την υποχρέωση της συμμόρφωσης σε συγκεκριμένους κανόνες που ορίζουν το ποιόν και διαφυλάττουν την αυθεντικότητα όχι μόνο της ασκήσεως αλλά και της εν Πνεύματι ζωής. Η ωφέλεια οποιασδήποτε μορφής άσκησης στην οποία επιδίδεται ο πιστός (αγρυπνία, μελέτη, προσευχή, νηστεία, εγκράτεια …..,) προϋποθέτει την υπακοή[44] και προπάντων την ταπείνωση. Η ταπείνωση στην χριστιανική ζωή αποτελεί ύψιστη αρετή που αρχικά οδηγεί τον πιστό στην πνευματική ζωή, ενώ στη συνέχεια είναι η ισορροπητική δύναμη που τον προστατεύει από την υιοθέτηση υπεροχικών συναισθημάτων όσο ανεβαίνει στη σκάλα της πνευματικής προόδου.
Οι περιορισμοί της ασκητικής ζωής εκ πρώτης δίνουν την εντύπωση ότι πρόκειται για μία σειρά αρνήσεων(του κόσμου και θελήματος), ή ως διαδικασία που αντιστρατεύεται την ανθρώπινη φύση. Ωστόσο το νόημά της δεν έγκειται στην καταστολή των λειτουργιών της ψυχής και των αισθήσεων, αλλά στη μεταρσίωση των ψυχικών δυνάμεων ώστε να ανακτήσουν την προπτωτική τους μορφή.
Το ασκητικό ήθος, η βάση της ορθόδοξης πνευματικής ζωής, σημαίνει αλλαγή στάσης απέναντι στα πράγματα και τους συνανθρώπους, σημαίνει την καλή ανησυχία για τον ορθό τρόπο υπάρξεως. Αυτό γίνεται εφικτό με τη μίμηση του Χριστολογικού και κατόπιν του Τριαδολογικού προτύπου ύπαρξης, δηλαδή με το ελεύθερο και απροϋπόθετο δόσιμο του εαυτού σε μια διαλογική αμοιβαιότητα όπου το πρόσωπο ανακαλύπτει το πώς του: μία δυνατότητα αέναου γίγνεσθαι που εκδηλώνεται με φρεσκάδα και θεολογικά νοούμενη ομορφιά.
Συνεπώς κάθε πτυχή της πνευματικής άσκησης έχει ιερό χαρακτήρα και αποτελεί όχι το σκοπό αλλά το μέσο που εισάγει βαθμιαία κάθε πρόσωπο ανάλογα με τις δυνάμεις και την ιδιοσυγκρασία του, στη μυστηριακή ζωή και στη σφαίρα του Θείου θελήματος. Όταν γνωρίσει ο άνθρωπος το θέλημα του Θεού και κινηθεί θετικά προς αυτό αρχίζει να βιώνει την αλλοίωση της ύπαρξής του και αναγνωρίζει σε αυτήν την επίδραση της Χάρης. Η βαθύτερη οντολογική συνέπεια της χαρισματικής δράσης του Αγίου Πνεύματος συνδέεται με την «καλήν αλλοίωσιν»,[45] που σημαίνει ένωση με το Θεό. Η τήρηση των όρων της άσκησης επιτυγχάνεται μόνο όταν υπάρχει ακολουθία μεταξύ θεωρίας και πράξης.
Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν η ακολουθία αυτή θεμελιώνεται στη νοερά προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν», που αποτελεί την ανώτερη ασκητική εργασία. Αρχικά έχει ευχετικό χαρακτήρα καθόσον όμως ο πιστός προοδεύει πνευματικά, γίνεται χαρισματική. [46] Με τη χαρισματική προσευχή ο άνθρωπος εισέρχεται στην περιοχή όπου εκτυλίσσεται ο οντολογικός διάλογος. Κατά αντιστοιχία της ενανθρώπησης ο χαρισματικός έχει δύο φύσεις: λαμβάνει τη Χάρη και ταυτόχρονα μεταδίδει και τα δικά του ιδιώματα.
Πλέον έρχεται σε επαφή με το επέκεινα του εαυτού του, ζει το μυστήριο της αληθινής κοινωνίας των προσώπων, φθάνει στη θέωση στον παρόντα βίο, οράται δε με τον τρόπο αυτό, την προοπτική της υπαρξιακής συνέχειας σε μία άλλη διάσταση. Έτσι καλείται και αναλαμβάνει να κηρύξει την αλήθεια που του αποκαλύφθηκε. Η αποκτημένη γνώση κρατά το υπερβατικό της περιεχόμενο και τη σωτηριολογική της αξία όταν μεταφράζεται σε κενωτική αγάπη και εκφράζεται ως μήνυμα αιωνιότητας. Έχοντας την εμπειρία της εν Χριστώ ζωής οι πατέρες οικοδομούν την παντοτινά επίκαιρη κοσμοθεωρία και ανθρωπολογία τους.
Κλείνοντας αυτή την ενότητα, πρέπει να πούμε ότι η γεύση της αλλοίωσης είναι το καταπίστευμα της ορθόδοξης εμπειρίας, στοιχείο που τη διαφοροποιεί από θέσεις που εκφράζουν μηχανιστικές αντιλήψεις αναγνωρίζοντας ως αληθή και υπαρκτά πράγματα, μόνο όσα μπορούν να γίνουν αντιληπτά με τα όργανα των αισθήσεων. Σε αυτή τη διαφορά έγκειται η πρόταξη της καρδιάς έναντι του φιλοσοφικού λόγου, και της Χάρης έναντι των δυνατοτήτων της διανοίας από την ορθόδοξη διδασκαλία. Έτσι μπορούμε να προσεγγίσουμε την εκδίπλωση της σκέψης και το περιεχόμενο των πατερικών λόγων τους οποίους θα εξετάσουμε παρακάτω.
[Συνεχίζεται]


[36] Γεωργίου Ι. Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ηθική ΙΙ, Άνθρωπος και Θεός άνθρωπος και συνάνθρωπος υπαρξιακές και βιοηθικές θέσεις και προοπτικές, β΄εκδ. Π. Πουρναρά Θεσσαλονίκη, 2009, σ. 615
[37]«Ο πνευματικός θάνατος είναι ο χωρισμός του ανθρώπου από την πηγή της ζωής, το Θεό.»Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 16, PG 151,196A.
[38] Η μνήμη του θανάτου «δεν είναι απλή ανάμνηση της θνητότητας, αλλά ιδιαίτερη πνευματική κατάσταση, που αρχίζει με τη συναίσθηση της βραχύτητας της επίγειας ζωής και αναπτύσσεται σε βαθύ αίσθημα της φθοράς και της παροδικότητας όλων των πραγμάτων του κόσμου». Αρχιμ. Σωφρονίου, Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Μετάφρασις εκ του ρωσικού υπό του ιδίου συγγραφέως και του Ιερομ. Ζαχαρίου Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1995, σ.133
[39]Πρβλ. «Έστι δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ού βλεπομένων» Προς εβρ. 11.1 Απ. Παύλος
[40] «Ο χριστιανός οφείλει πάνω απ’ όλα να είναι ασκητής» Πρβλ. Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου ΑΣΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ, Μετάφρασις εκ του ρωσικού και γαλλικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου, Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 1996, σ.21
[41] Παράμετρο της κλήσης αποτελούν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος (διάκριση, προόραση, πρόρρηση) τα οποία έχει κληθεί να αποκτήσει ο πιστός. Η επίγνωση ότι πρόκειται για δοσμένες ικανότητες κάθε φορά που αυτές ενεργοποιούνται, ορίζεται από τους πατέρες ως πληροφορία.
[42]Η είσοδος στη μοναχική ζωή οφείλεται τόσο στη θεία κλήση όσο και σε ανθρώπους, ακολουθεί η εξ ανάγκης, ενώ μαζί με την ανταπόκριση συμβαδίζουν και οι τρείς αποταγές, του κόσμου, των παθών και του αποχωρισμού του νου από τα αισθητά. Για περισσότερα βλ. Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, ο.π., σ. 26-34
[43] Εγωκεντρικό, πτωτικό και κατά Μάξιμο γνωμικό θέλημα, το οποίο οφείλει να ταυτιστεί με το φυσικό, δηλαδή το θέλημα του κατ’ εικόνα Θεού ανθρώπου. Για περισσότερα βλ. Αθαν. Βλέτση, Το προπατορικό αμάρτημα κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, &Θεοποιία Λουδοβίκου
[44] «Η μοναχική υπακοή είναι πράξις θρησκευτική και, ως τοιάυτη, οπωσδήποτε πρέπει να είναι ελευθέρα, άλλως στερείται της θρησκευτικής σημασίας αυτής.» Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου ο.π., σ. 53.
[45] Δεν πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας νοητικής διαδικασίας διότι, «Ο λόγος του μυαλού αλλοίωση δεν κάνει στις ψυχές, γιατί είναι σάρκα. Ο λόγος του Θεού που γεννιέται από το Άγιο Πνεύμα έχει την θεία ενέργεια και αλλοιώνει τις ψυχές.» Βλ. Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου ΛΟΓΟΙ Α΄ ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ, Ιερόν Ησυχαστήριον ‘’Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος’’ Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2002, σ. 213
[46]«Ενεργεί σαν τρυφερή φλόγα, ως θεία έμπνευση… αρπάζοντας το νου σε πνευματικές θεωρίες. Κάποτε συνοδεύεται και από την όραση του θαβωρείου φωτός. Βλ. Βασιλείου Ι. Καλλιακμάνη, περί των πέντε σταδίων της νοεράς προσευχής, ο.π., σσ.26-27

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Η ερμηνεία της εικόνας της Αναλήψεως

Η ερμηνεία της εικόνας της Αναλήψεως | Αρχιμ.Νικόδημος

Ἡ ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως εἶναι τό ἐπισφράγισμα τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ καί τό θριαμβευτικόν ἐπιστέγασμα τῶν ὅσων ἔπραξεν ὁ Κύριος ὑπέρ τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως λέγει τό Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς: «Τήν ὑπέρ ὑμῶν πληρώσας οἰκονομίαν καί τά ἐπί γῆς ἑνώσας τοῖς ἐπουρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλά μένων ἀδιάστατος καί βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε· Ἐγώ εἰμι μεθ᾿ ὑμῶν καί οὐδείς καθ᾿ ὑμῶν». Ὁ Χριστός δηλαδή, πού εἶναι Θεός μας, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ, ὅταν συμφώνως πρός τό θεῖον σχέδιον συνεπλήρωσε καί ὡλοκλήρωσε τά ὅσα ὑπέρ ἡμῶν ἔπραξεν. Αὐτά ἥνωσαν τήν γῆν μέ τόν οὐρανόν, τούς ἀνθρώπους μέ τόν Θεόν. Ἡ Ἀνάληψις δέν ἐσήμαινε βεβαίως καί χωρισμόν τοῦ Κυρίου ἀπό τούς ἠγαπημένους Του Μαθητάς. Μέ αὐτούς ὁ Διδάσκαλος παρέμεινεν ἡνωμένος συμφώνως πρός τήν ὑπόσχεσίν Του: «Καί ἰδού ἐγώ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν» (Ματθ. 28, 20).

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Κανόνες Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου

Κανόνες Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου

Η Σύνοδος αυτή συμπλήρωσε το έργο των δύο προηγούμενων Συνόδων και γι αυτό δεν απέκτησε ξεχωριστή αρίθμηση, αλλά θεωρείται τμήμα εκείνων. Η Σύνοδος πραγματοποιήθηκε στο δωμάτιο του Τρούλου των ανακτόρων της Κωνσταντινούπολης και συνεκλήθη από τον Ιουστινιανό το Β'.


Κανών Α'
Τάξις αρίστη, παντός αρχομένου και λόγου και πράγματος, εκ Θεού τε άρχεσθαι, και εις Θεόν αναπαύεσθαι, κατά την θεολόγον φωνήν. Όθεν, και της ευσεβείας υφ' ημών ήδη διαπρυσίως κηρυττομένης, και της εκκλησίας, εφ' ή Χριστός τεθεμελίωται, διηνεκώς αυξανούσης και προκοπτούσης, ως των του Λιβάνου κέδρων ταύτην υπερεκτείνεσθαι• και νυν αρχήν των ιερών ποιούμενοι λόγων χάριτι θεία, ορίζομεν, ακαινοτόμητόν τε και απαράτρωτον φυλάττειν την παραδοθείσαν ημίν πίστιν υπό τε των αυτοπτών και υπηρετών του Λόγου, των θεοκρίτων Αποστόλων• έτι δε και των τριακοσίων δέκα και οκτώ αγίων και μακαρίων Πατέρων, των εν Νικαία συνελθόντων επί Κωνσταντίνου του γενομένου ημών βασιλέως, κατ' Αρείου του δυσσεβούς, και της παρ' αυτού δογματισθείσης εθνικής ετεροθεΐας, ή πολυθεΐας, ειπείν οικειότερον• οί τη ομογνωμοσύνη της πίστεως το ομοούσιον ημίν επί των τριών της θεαρχικής φύσεως υποστάσεων απεκάλυψάν τε και διετράνωσαν, μη επικεκρύφθαι τω μοδίω της αγνωσίας τούτο παραχωρήσαντες, αλλά τον Πατέρα, και τον Υιόν, και το άγιον Πνεύμα προσκυνείν μια προσκυνήσει τους πιστούς αναφανδόν εκδιδάξαντες• και την τε των ανίσων βαθμών της Θεότητος δόξαν καθελόντες και διασπάσαντες, τα τε, υπό των αιρετικών συστάντα εκ ψάμμου κατά της ορθοδοξίας μειρακιώδη αθύρματα καταβαλόντες και ανατρέψαντες• ωσαύτως δε και την επί του μεγάλου Θεοδοσίου, του γενομένου ημών βασιλέως, υπό των εν ταύτη τη βασιλίδι πόλει συναχθέντων εκατόν πεντηκοντα αγίων Πατέρων κηρυχθείσαν πίστιν κρατύνομεν, τας θεολόγους φωνάς ασπαζόμενοι, και τον βέβηλον Μακεδόνιον τοις προτέροις εχθροίς της αληθείας συνεξελαύνοντες, ως δούλον αυθαδώς το δεσπόζον δοξάσαι τολμήσαντα, και σχίσαι την άτμητον μονάδα ληστρικώς προελόμενον, ως αν μη εντελές ημίν το της ελπίδος είη μυστήριον• τω βδελυρώ τούτω και κατά της αληθείας ληττήσαντι, και Απολλινάριον, τον της κακίας μύστην, συγκατακρίναντες, ος άνουν και άψυχον τον Κύριον ανειληφέναι σώμα δυσσεβώς εξηρεύξατο, εντεύθεν και ούτος ατελή την σωτηρίαν ημίν γενέσθαι συλλογιζόμενος. Αλλά μην και τα παρά των εν τη Εφεσίων πόλει το πρότερον συναχθέντων επί Θεοδοσίου, του υιού Αρκαδίου, γενομένου ημών βασιλέως, διακοσίων Θεοφόρων Πατέρων εκτεθέντα διδάγματα, ως κράτος αραγές της ευσεβείας, επισφραγίζομεν, ένα Χριστόν τον Υιόν του Θεού, και σαρκωθέντα κηρύττοντες, και την αυτόν ασπόρως τεκούσαν άχραντον αειπάρθενον, κυρίως και κατά αλήθειαν Θεοτόκον δοξάζοντες• και την ληρώδη του Νεστορίου διαίρεσιν, ως απωκισμένην θείας μοίρας αποδιώκοντες, άνθρωπον ιδικώς, και Θεόν ιδικώς, τον ένα Χριστόν δογματίζοντος, και την ιουδαϊκήν ανανεούντος δυσσέβειαν.
Ου μην αλλά και την εν Χαλκηδονέων μητροπόλει επί Μαρκιανού, και αυτού γενομένου ημών βασιλέως, των εξακοσίων τριάκοντα θεοκρίτων Πατέρων στηλογραφηθείσαν πίστιν ορθοδόξως επικυρούμεν• ήτις τον ένα Χριστόν τον Υιόν του Θεού εκ δύο συντεθέντα των φύσεων, και εν δύο ταις αυταίς δοξαζόμενον φύσεσι, μεγαλοφώνως τοις πέρασι παραδέδωκε, και Ευτυχέα τον ματαιόφρονα, τον δοκήσει το μέγα της οικονομίας μυστήριον τελεσθήναι αποφηνάμενον, ως αποτρόπαιόν τι και μίασμα των ιερών της εκκλησίας περιβόλων εξήλασε• συν αυτώ δε και Νεστόριον, και Διόσκορον, τον μεν, της διαιρέσεως, τον δε, της συγχύσεως υπερασπιστήν τε και πρόμαχον, τους εκ διαμέτρου της ασεβείας προς εν εκπεπτωκότας απωλείας και αθεότητος βάραθρον. Αλλά γε και τας ευσεβείς φωνάς των εκατόν εξήκοντα πέντε Θεοφόρων Πατέρων, των κατά ταύτην την βασιλίδα συναγηγερμένων πόλιν, επί Ιουστιανιανού, του της ευσεβούς λήξεως γενομένου ημών βασιλέως, ως υπό του Πνεύματος εξενεχθείσας γινώσκομεν, και τους μεθ' ημάς εκδιδάσκομεν. Οί Θεόδωρον τον Μοψουεστίας, τον Νεστορίου διδάσκαλον, Ωριγένην τε, και Δίδυμον, και Ευάγριον, τους τας ελληνικάς αναπλασαμένους μυθοποιΐας, και σωμάτων τινών, και ψυχών ημίν περιόδους, και αλλοιώσεις αναπεμπάσαντας ταις του νού παραφοραίς τε, και ονειρώξεσι, και εις την των νεκρών δυσσεβώς εμπαροινήσαντας αναβίωσιν• τα τε γραφέντα παρά Θεοδωρήτου κατά της ορθής πίστεως, και των δώδεκα κεφαλαίων του μακαρίου Κυρίλλου, και την λεγομένην Ίβα επιστολήν, συνοδικώς ανεθεμάτισάν τε και εβδελύξαντο. Και την υπό της έναγχος συναθροισθείσης κατά ταύτην την βασιλίδα πόλιν, επί του εν θεία τη λήξει γενομένου ημών βασιλέως Κωνσταντίνου, έκτης αγίας συνόδου πίστιν, ή μειζόνως το κύρος εδέξατο, δι' ων ο ευσεβής βασιλεύς σφραγίσι τους ταύτης τόμους κατησφαλίσατο, προς την εν τω παντί αιώνι ασφάλειαν, και αύθις ομολογούμεν φυλάττειν απαρεγχείρητον• ή δύο φυσικάς θελήσεις, ήτοι θελήματα, και δύο φυσικάς ενεργείας επί της ενσάρκου οικονομίας του ενός Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του αληθινού Θεού, δοξάζειν ημάς θεοφιλώς διεσάφησε• τους το ευθές της αληθείας δόγμα παραχαράξαντας, και εν θέλημα, και μίαν ενέργειαν επί του ενός Κυρίου του Θεού ημών Ιησού Χριστού, τους λαούς εκδιδάξαντας, τη της ευσεβείας ψήφω καταδικάσασα φαμέν, Θεόδωρον τον της Φαράν, Κύρον τον Αλεξανδρείας, Ονώριον τον ώμης, Σέργιον, Πύρρον, Παύλον, Πέτρον, τους εν ταύτη τη θεοφυλάκτω προεδρεύσαντας πόλει, Μακάριον, τον γενόμενον της Αντιοχέων επίσκοπον, Στέφανον τον αυτού μαθητήν, και τον άφρονα Πολυχρόνιον• εντεύθεν ανέπαφον τηρούσα το κοινόν σώμα Χριστού του Θεού ημών. Και συνελόντα φάναι, πάντων των εν τη εκκλησία του Θεού διαπρεψάντων ανδρών, οί γεγόνασι φωστήρες εν κόσμω, λόγον ζωής επέχοντες, την πίστιν κρατείν βεβαίαν, και μέχρι συντελείας του αιώνος ασάλευτον διαμένειν θεσπίζομεν, και τα αυτών θεοπαράδοτα συγγράμματά τε και δόγματα, πάντας αποβαλλόμενοί τε, και αναθεματίζοντες, ους απέβαλον, και ανεθεμάτισαν, ως της αληθείας εχθρούς, και κατά Θεού φρυαξαμένους κενά, και αδικίαν εις ύψος εκμελετήσαντας. Ει δε τις των απάντων μη τα προειρημένα της ευσεβείας δόγματα κρατοί και ασπάζοιτο, και ούτω δοξάζοι τε, και κηρύττοι, αλλ' εξ εναντίας ιέναι τούτων επιχειροί, έστω ανάθεμα, κατά τον ήδη εκτεθέντα όρον υπό των προδηλωθέντων αγίων και μακαρίων Πατέρων, και του χριστιανικού καταλόγου, ως αλλότριος, εξωθείσθω και εκπιπτέτω. Ημείς γαρ ούτε προστιθέναι τι, ούτε μην αφαιρείν, κατά τα προορισθέντα, παντελώς διεγνώκαμεν, ή καθ' οντιναούν δεδυνήμεθα λόγον.

Κανών Β'
Έδοξε δε και τούτο τη αγία ταύτη συνόδω κάλλιστά τε και σπουδαιότατα, ώστε μένειν και από του νυν βεβαίους και ασφαλείς, προς ψυχών θεραπείαν και ιατρείαν παθών, τους υπό των προ ημών αγίων και μακαρίων Πατέρων δεχθέντας και κυρωθέντας, αλλά μην και παραδοθέντας ημίν ονόματι των αγίων και ενδόξων Αποστόλων ογδοήκοντα πέντε κανόνας. Επειδή δ' εν τούτοις τοις κανόσιν εντέταλται δέχεσθαι ημάς τας των αυτών αγίων Αποστόλων δια Κλήμεντος Διατάξεις, αις τισι πάλαι υπό των ετεροδόξων επί λύμη της εκκλησίας νόθα τινά και ξένα της ευσεβείας παρενετέθησαν, το ευπρεπές κάλλος των θείων δογμάτων ημίν αμαυρώσαντα• την των τοιούτων Διατάξεων προσφόρως αποβολήν πεποιήμεθα προς την του χριστιανικωτάτου ποιμνίου οικοδομήν και ασφάλειαν, ουδαμώς εγκρίνοντες τα της αιρετικής ψευδολογίας κυήματα, και τη γνήσια των Αποστόλων και ολοκλήρω διδαχή παρενείροντες. Επισφραγίζομεν δε και τους λοιπούς πάντας ιερούς κανόνας, τους υπό των αγίων και μακαρίων Πατέρων ημών εκτεθέντας, τουτέστι των τε εν Νικαία συναθροισθέντων τριακοσίων δεκαοκτώ αγίων Πατέρων, και των εν Αγκύρα• έτι μην και των εν Νεοκαισαρεία, ωσαύτως και των εν Γάγγραις• προς τούτοις δε και των εν Αντιοχεία της Συρίας• αλλά μην και των εν Λαοδικεία της Φρυγίας• προσέτι και των εκατόν πεντήκοντα, των εν ταύτη τη θεοφύλακτω και βασιλίδι συνελθόντων πόλει, και των διακοσίων, των εν τη Εφεσίων μητροπόλει το πρότερον συναγηγερμένων• και των εν Χαλκηδόνι, των εξακοσίων τριάκοντα αγίων και μακαρίων Πατέρων• ωσαύτως και των εν Σαρδική• έτι μην και των εν Καρθαγένη• προσέτι γε μην και των εν αύθις εν ταύτη τη θεοφυλάκτω και βασιλίδι πόλει συνελθόντων επί Νεκταρίου του της βασιλίδος ταύτης πόλεως προέδρου, και Θεοφίλου, του γενομένου Αλεξανδρείας αρχιεπισκόπου αλλά μην και Διονυσίου αρχιεπισκόπου γενομένου Αλεξανδρείας μεγαλοπόλεως, και Πέτρου γενομένου Αλεξανδρείας, και μάρτυρος, και Γρηγορίου επισκόπου γενομένου Νεοκαισαρείας, του θαυματουργού, Αθανασίου αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Βασιλείου αρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας, Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης, Γρηγορίου του Θεολόγου, Αμφιλοχίου του Ικονίου, Τιμοθέου αρχιεπισκόπου γενομένου Αλεξανδρείας το πρότερον, Θεοφίλου αρχιεπισκόπου της αυτής Αλεξανδρέων μεγαλοπόλεως, Κυρίλλου αρχιεπισκόπου της Αλεξανδρείας, και Γενναδίου Πατριάρχου γενομένου της θεοφυλακτου ταύτης και βασιλίδος πόλεως• έτι μην και τον υπό Κυπριανού, του γενομένου αρχιεπισκόπου της Άφρων χώρας και μάρτυρος, και της κατ' αυτόν συνόδου εκθέντα κανόνα, ος εν τοις των προειρημένων προέδρων τόποις, και μόνον, κατά το παραδοθέν αυτοίς έθος, εκράτησε• και μηδενί εξείναι τους προδηλωθέντας παραχαράττειν κανόνας, ή αθετείν, ή ετέρους παρά τους προκειμένους παραδέχεσθαι κανόνας, ψευδεπιγράφως υπό τινων συντεθέντας, των την αλήθειαν καπηλεύειν επιχειρησάντων. Ει δε τις αλώ κανόνα τινά των ειρημένων καινοτομών, ή ανατρέπειν επιχειρών, υπεύθυνος έσται κατά τον τοιούτον κανόνα, ως αυτός διαγορεύει, την επιτιμίαν δεχόμενος, και δι' αυτού, εν ω περ πταίει θεραπευόμενος.

Κανών Γ'
Επειδή δε ο ευσεβής και φιλόχριστος ημών βασιλεύς τη αγία ταύτη και οικουμενική προσεφώνησε συνόδω, ώστε τους εν κλήρω καταλεγομένους, και άλλοις τα θεία διαπορθμεύοντας, καθαρούς αποφήναι και λειτουργούς αμώμους, και της νοεράς του μεγάλου Θεού, και θύματος, και αρχιερέως, θυσίας αξίους, ανακαθάραί τε τα εξ αθέσμων γάμων τούτοις επιτριβέντα μύση• προς τούτο δε των μεν της ωμαίων αγιωτάτης εκκλησίας τον της ακριβείας τηρηθήναι κανόνα προτιθεμένων, των δε υπό των της θεοφυλάκτου ταύτης και βασιλίδος πόλεως θρόνον, τον της φιλανθρωπίας και συμπαθείας, εις εν αμφότερα μίξαντες πατρικώς ομού και θεοφιλώς, ως μήτε το πράον έκλυτον, μήτε στύφον το αυστηρόν καταλείψοιμεν, και μάλιστα του εξ αγνοίας πτώματος εις ουκ ολίγων ανδρών πλήθος διήκοντος• συνορώμεν ώστε τους μεν δυσί γάμοις περιπαρέντας, και μέχρι της πεντεκαιδεκάτης του διελθόντος Ιανουαρίου μηνός, της παρελθούσης τετάρτης Ινδικτιώνος, έτους εξακισχιλιοστού εκατοστού εννάτου, δουλωθέντας τη αμαρτία, και μη εκνήψαι ταύτης προελομένους, καθαιρέσει κανονική υποβαλείν. Τούς δε τω τοιούτω μεν της διγαμίας πάθει περιπεσόντας, προ δε της ημών επιγνώσεως το συμφέρον επεγνωκότας, και το κακόν εξ εαυτών περικόψαντας, και πόρω την ξένην ταύτην και νόθον συμπλοκήν εκδιώξαντας, ή και ων αι κατά δεύτερον γάμον γυναίκες ήδη τετελευτήκασιν, ή και αυτοί προς επιστροφήν είδον, μεταμαθόντες την σωφροσύνην, και των πρώην αυτοίς παρανομηθέντων ταχέως επιλαθόμενοι, είτε πρεσβύτεροι, είτε διάκονοι όντες τυγχάνοιεν• τούτους έδοξε πεπαύσθαι μεν πάσης ιερατικής λειτουργίας, ήτοι ενεργείας, ήδη επί ρητόν τινα χρόνον επιτιμηθέντας• της δε τιμής της κατά την καθέδραν και στάσιν μετέχειν, αρκουμένους τη προεδρία και προσκλαίοντας τω Κυρίω συγχωρηθήναι αυτοίς το εκ της αγνοίας ανόμημα ευλογείν γαρ έτερον τον τα οικεία τημελείν οφείλοντα τραύματα, ανακόλουθον.
Τούς δε γαμετή μεν μια συναφθέντας, ει χήρα η προσληφθείσα ετύγχανεν, ωσαύτως δε και τους μετά την χειροτονίαν γάμω ενί παρανόμως προσομιλήσαντας, τουτέστι πρεσβυτέρους, και διακόνους, και υποδιακόνους, ήδη επί βραχύν τινα χρόνον ειρχθέντας της ιεράς λειτουργίας, και επιτιμηθέντας, αύθις αυτούς τοις οικείοις αποκαταστήναι βαθμοίς, μηδαμώς εν ετέρω μείζονι προκόπτοντας βαθμώ, προδήλως διαλυθέντος αυτοίς του αθέσμου συνοικεσίου. Ταύτα δε, επί τοις καταληφθείσι μέχρι της πεντεκαιδεκάτης, ως είρηται, του Ιανουαρίου μηνός, της τετάρτης Ινδικτιώνος, εν τοις προδηλωθείσι πταίσμασι και μόνον ιερατικοίς ετυπώσαμεν, ορίζοντες από του παρόντος, και ανανεούμενοι τον κανόνα τον διαγορεύοντα, τον δυσί γάμοις συμπλακέντα μετά το βάπτισμα, ή παλλακήν κτησάμενον, μη δύνασθαι είναι επίσκοπον, ή πρεσβύτερον, ή διάκονον ή όλως του καταλόγου του ιερατικού• ωσαύτως και τον χήραν λαβόντα, ή εκβεβλημένην, ή εταίραν, ή οικέτιν, ή των επί της σκηνής, μη δύνασθαι είναι επίσκοπον, ή πρεσβύτερον, ή όλως του καταλόγου του ιερατικού.

Κανών Δ'
Ει τις επίσκοπος, ή πρεσβύτερος, ή διάκονος, ή υποδιάκονος. ή αναγνώστης, ή ψάλτης, ή θυρωρός, γυναικί αφιερωμένη τω Θεώ μιχθείη, καθαιρείσθω, ως την νύμφην του Χριστού διαφθείρας• ει δε λαϊκός, αφοριζέσθω.

Κανών Ε'
Μηδείς των εν ιερατικώ καταλόγω, των εν τω κανόνι εμφερομένων ανυπόπτων προσώπων εκτός διάγων, γυναίκα κεκτήσθω, ή θεραπαινίδα, το ανεπίληπτον εαυτώ εντεύθεν τηρών. Ει δε παραβαίνει τις τα παρ' ημών ορισθέντα, καθαιρείσθω. Το αυτό δε τούτο και οι ευνούχοι παραφυλαττέσθωσαν, το άμεμπτον εαυτοίς προνοούμενοι• παραβαίνοντες δε, ει μεν κληρικοί είεν, καθαιρείσθωσαν, ει δε λαϊκοί, αφοριζέσθωσαν.

Κανών ΣΤ'
Επειδή παρά τοις αποστολικοίς κανόσιν είρηται, των εις κλήρον προαγομένων αγάμων, μόνους αναγνώστας, και ψάλτας γαμείν και ημείς τούτο παραφυλάττοντες, ορίζομεν από του νυν μηδαμώς υποδιάκονον, ή διάκονον, ή πρεσβύτερον, μετά την επ' αυτώ χειροτονίαν, έχειν άδειαν, γαμικόν εαυτώ συνιστάν συνοικέσιον. Ει δε τούτο τολμήσοι ποιήσαι, καθαιρείσθω. Ει δε βούλοιτό τις των εις κλήρον προερχομένων, γάμου νόμω συνάπτεσθαι γυναικί, προ της του υποδιακόνου, ή διακόνου, ή πρεσβυτέρου χειροτονίας τούτο πραττέτω.

Κανών Ζ'
Επειδή μεμαθήκαμεν εν τισι των εκκλησιών διακόνους τυγχάνειν, οφφίκια εκκλησιαστικά έχοντας, εντεύθέν τέ τινας αυτών αυθαδεία και αυτονομία κεχρημένους προ των πρεσβυτέρων καθέζεσθαι, ορίζομεν, ώστε τον διάκονον, καν εν αξιώματι, τουτέστιν εν οφφικίω τω οιωδήποτε εκκλησιαστικώ τυγχάνη, τον τοιούτον μη προ του πρεσβυτέρου καθέζεσθαι• εκτός, ει μη το πρόσωπον επέχων του οικείου πατριάρχου, ή μητροπολίτου, εν ετέρα πόλει παραγένηται επί τινι κεφαλαίω• τότε γαρ, ως τον εκείνου τόπον αναπληρών, τιμηθήσεται. Ει δε τις τοιούτο τολμήσοι, τυραννικώ χρώμενος θράσει, διαπράξασθαι, ο τοιούτος, εκ του οικείου καταβιβασθείς βαθμού, έσχατος πάντων γινέσθω του, εν ω περ καταλέγεται, τάγματος εν τη κατ' αυτόν εκκλησία, του Κυρίου ημών παραινούντος, μη χαίρειν ταις πρωτοκλισίαις, κατά την εν τω αγίω ευαγγελιστή Λουκά, ως εξ αυτού του Κυρίου ημών και Θεού κειμένην διδασκαλίαν. Έλεγε γαρ προς τους κεκλημένους παραβολήν τοιάνδε• 'Οταν κληθής υπό τίνος εις γάμους, μη κατακλιθείς εις την πρωτοκλισίαν, μήποτε εντιμότερός σου ή κεκλημένος υπ' αυτού, και ελθών ο σε και αυτόν καλέσας, ερεί σοι• Δος τούτω τόπον• και τότε άρξη μετ' αισχύνης τον έσχατον τόπον κατέχειν. Αλλ' όταν κληθής, ανάπεσε εις τον έσχατον τόπον• ίνα, όταν έλθη ο κεκληκώς, είπη σοι• Φίλε, προσανάβηθι ανώτερον• τότε έσται σοι δόξα ενώπιον των συνανακειμένων σοι• ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται. Το αυτό δε φυλαχθήσεται και επί των λοιπών ιερών ταγμάτων• επειδή των κατά κόσμον αξιωμάτων κρείττονα τα πνευματικά επιστάμεθα.

Κανών Η'
Εν πάσι τα υπό των αγίων Πατέρων ημών θεσπιθέντα και ημείς κρατείν βουλόμενοι, ανανεούμεν και τον κανόνα τον διαγορεύοντα, καθ' έκαστον έτος συνόδους των εν εκάστη επαρχία γίνεσθαι επισκόπων, ένθα αν ο της μητροπόλεως δοκιμάση επίσκοπος. Επειδή δε δια τε τας των βαρβάρων επιδρομάς, δια τε τας προσπιπτούσας ετέρας αιτίας, αδυνάτως οι των εκκλησιών πρόεδροι έχουσι δις του ενιαυτού τας συνόδους ποιείσθαι, έδοξεν, ώστε τρόπω παντί άπαξ του ενιαυτού την των προγεγραμμένων επισκόπων, δια τα ως εικός αναφυόμενα εκκλησιαστικά κεφάλαια, εν εκάστη επαρχία γίνεσθαι σύνοδον, από της αγίας του Πάσχα εορτής, και μέχρι συμπληρώσεως του Οκτωβρίου μηνός εκάστου έτους, κατά τον τόπον ον ο της μητροπόλεως, καθά προείρηται, δοκιμάσει επίσκοπος τους δε μη συνιόντας επισκόπους, ενδημούντας ταις εαυτών πόλεσι, και ταύτα εν υγεία διάγοντας, και πάσης απαραιτήτου και αναγκαίας ασχολίας όντας ελευθέρους, αδελφικώς επιπλήττεσθαι.

Κανών Θ'
Μηδενί εξείναι κληρικώ, καπηλικόν εργατήριον έχειν. Ει γαρ τω τοιούτω εισιέναι εν καπηλείω ουκ επιτέτραπται, πόσω μάλλον άλλοις εν τούτω διακονείσθαι, και α μη θέμις αυτώ εγχειρείν; ει δε τι τοιούτον διαπράξοιτο, ή παυσάσθω ή καθαιρείσθω.

Κανών Ι'
Επίσκοπος, ή πρεσβύτερος, ή διάκονος τόκους, ή τας λεγομένας εκατοστάς λαμβάνων, ή παυσάσθω, ή καθαιρείσθω.

Κανών ΙΑ'
Μηδείς των εν ιερατικώ καταλεγομένων τάγματι, ή λαϊκός, τα παρά των Ιουδαίων άζυμα εσθιέτω, ή τούτοις προσοικειούσθω, ή εν νόσοις προσκαλείσθω, και ιατρείας παρ' αυτών λαμβανέτω, ή εν βαλανείοις τούτοις παντελώς συλλουέσθω• ει δε τις τούτο πράξαι επιχειροίη, ει μεν κληρικός είη, καθαιρείσθω• ει δε λαϊκός, αφοριζέσθω.

Κανών ΙΒ'
Και τούτο δε εις γνώσιν ημετέραν ήλθεν, ως εν τε τη Αφρική και Λιβύη, και ετέροις τόποις, οι των εκείσε θεοφιλέστατοι πρόεδροι, συνοικείν ταις ιδίαις γαμεταίς, και μετά την επ' αυτοίς προελθούσαν χειροτονίαν, ου παραιτούνται, πρόσκομμα τοις λαοίς τιθέντες, και σκάνδαλον. Πολλής ουν ημίν σπουδής ούσης, του πάντα προς ωφέλειαν των υπό χείρα ποιμνίων διαπράττεσθαι, έδοξεν, ώστε μηδαμώς το τοιούτον από του νυν γίνεσθαι. Τούτο δε φαμεν ουκ επ' αθετήσει, ή ανατροπή των αποστολικώς νενομοθετημένων, αλλά της σωτηρίας και της επί το κρείττον προκοπής των λαών προμηθούμενοι, και του μη δούναι μώμόν τινα κατά της ιερατικής καταστάσεως. Φησί γαρ ο θείος Απόστολος• Πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε• απρόσκοποι γίνεσθε και Ιουδαίοις, και Έλλησι, και τη εκκλησία του Θεού• καθώς καγώ πάντα πάσιν αρέσκω, μη ζητών το εμαυτού συμφέρον, αλλά το των πολλών, ίνα σωθώσι• μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού• ει δε τις φωραθείη το τοιούτον πράττων καθαιρείσθω.

Κανών ΙΓ'
Επειδή τη ωμαίων εκκλησία εν τάξει κανόνος παραδεδόσθαι διέγνωμεν, τους μέλλοντας διακόνου, ή πρεσβυτέρου χειροτονίας αξιούσθαι, καθομολογείν, ως ουκέτι ταις αυτών συνάπτονται γαμεταίς• ημείς τω αρχαίω εξακολοθούντες κανόνι της αποστολικής ακριβείας και τάξεως, τα των ιερών ανδρών κατά νόμους συνοικέσια, και από του νυν ερώσθαι βουλόμεθα, μηδαμώς αυτών την προς γαμετάς συνάφειαν διαλύοντες, ή αποστερούντες αυτούς την προς αλλήλους κατά καιρόν τον προσήκοντα ομιλίας. Ώστε, ει τις άξιος ευρεθείη προς χειροτονίαν υποδιακόνου, ή διακόνου, ή πρεσβυτέρου, ούτος μηδαμώς κωλυέσθω επί τοιούτον βαθμόν εμβιβάζεσθαι, γαμετή συνοικών νομίμω• μήτε μην εν τω της χειροτονίας καιρώ απαιτείσθω ομολογείν, ως αποστήσεται της νομίμου προς την οικείαν γαμετήν ομιλίας, ίνα μη εντεύθεν τον εκ Θεού νομοθετηθέντα, και ευλογηθέντα τη αυτού παρουσία γάμον καθυβρίζειν εκβιασθώμεν• της του Ευαγγελίου φωνής βοώσης• Α ο Θεός έζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω• και του Αποστόλου διδάσκοντος• Τίμιον τον γάμον, και την κοίτην αμίαντον• και, Δέδεσαι γυναικί; Μη ζήτει λύσιν. Ίσμεν δε, ώσπερ και οι εν Καρθαγένη συνελθόντες, της εν βίω σεμνότητος των λειτουργών τιθέμενοι πρόνοιαν, έφασαν, ώστε τους υποδιακόνους, τους τα ιερά μυστήρια ψηλαφώντας, και τους διακόνους, και πρεσβυτέρους, κατά τους ιδίους όρους και εκ των συμβίων εγκρατεύεσθαι• ίνα και το δια των Αποστόλων παραδοθέν, και εξ αυτής της αρχαιότητος κρατηθέν, και ημείς ομοίως φυλάξωμεν, καιρόν επί παντός επιστάμενοι πράγματος, και μάλιστα νηστείας και προσευχής. Χρή γαρ τους τω θυσιαστηρίω προσεδρεύοντας, εν τω καιρώ της των αγίων μεταχειρήσεως, εγκρατείς είναι εν πάσιν, όπως δυνηθώσιν, ό παρά του Θεού απλώς αιτούσιν επιτυχείν. Ει τις ουν τολμήσοι παρά τους αποστολικούς κανόνας κινούμενος, τινά των ιερωμένων, πρεσβυτέρων, φαμέν, ή διακόνων, ή υποδιακόνων, αποστερείν της προς την νόμιμον γυναίκα συναφείας τε και κοινωνίας, καθαιρείσθω• ωσαύτως και ει τις πρεσβύτερος, ή διάκονος, την εαυτού γυναίκα προφάσει ευλαβείας εκβάλλει, αφοριζέσθω• επιμένων δε, καθαιρείσθω.

Κανών ΙΔ'
Ο των αγίων και θεοφόρων ημών Πατέρων κρατείτω κανών και εν τούτω, ώστε πρεσβύτερον προ των τριάκοντα ετών μη χειροτονείσθαι, καν πάνυ ή ο άνθρωπος άξιος, αλλ' αποτηρείσθαι. Ο γαρ Κύριος Ιησούς Χριστός εν τω τριακοστώ έτει εβαπτίσθη, και ήρξατο διδάσκειν• ομοίως μήτε διάκονος προ των εικοσιπέντε χρόνων, ή διακόνισσα προ των τεσσαράκοντα ετών χειροτονείσθω.

Κανών ΙΕ'
Υποδιάκονος μη ήττον των είκοσι ετών χειροτονείσθω• ει δε τις των εν οιαούν ιερατική καταστάσει παρά τους ορισθέντας χειροτονηθείη χρόνους, καθαιρείσθω.

Κανών ΙΣΤ'
Επειδή η των Πράξεων βίβλος επτά διακόνους υπό των Αποστόλων καταστήναι παραδίδωσιν, οι δε της κατά Νεοκαισάρειαν συνόδου ούτως εν τοις εκτεθείσι παρ' αυτών κανόσι σαφώς διεξήλθον, ότι διάκονοι επτά οφείλουσιν είναι, κατά τον κανόνα, καν πάνυ μεγάλη η πόλις ή• πεισθείση δε και εκ της βίβλου των Πράξεων• ημείς τω αποστολικώ ρητώ τον νουν εφαρμόσαντες των Πατέρων, εύρομεν, ως ο λόγος αυτοίς ου περί των τοις μυστηρίοις διακονουμένων ανδρών ην, αλλά περί της εν ταις χρείαις των τραπεζών υπουργίας, της των Πράξεων βίβλου ούτως εχούσης• Εν ταις ημέραις εκείναις, πληθυνόντων των μαθητών, εγένετο γογγυσμός των Ελληνιστών προς τους Εβραίους, ότι παρεθεωρούντο εν τη διακονία τη καθημερινή αι χήραι αυτών. Προσκαλεσάμενοι ουν οι δώδεκα το πλήθος των μαθητών, είπον• ουκ αρεστόν ημάς καταλείψαντας τον λόγον του Θεού, διακονείν τραπέζαις. Επισκέψασθε ουν, αδελφοί, άνδρας εξ υμών μαρτυρουμένους επτά, πλήρεις Πνεύματος αγίου και σοφίας, ους καταστήσωμεν, επί της χρείας ταύτης• ημείς δε τη προσευχή και τη διακονία του λόγου προσκαρτερήσομεν• και ήρεσεν ο λόγος ενώπιον παντός του πλήθους• και εξελέξαντο Στέφανον, άνδρα πλήρη πίστεως και Πνεύματος αγίου, και Φίλιππον, και Πρόχορον, και Νικάνορα, και Τίμωνα, και Παρμενάν, και Νικόλαον, προσήλυτον Αντιοχέα, ους έστησαν ενώπιον των Αποστόλων. Ταύτα διερμηνεύων ο της εκκλησίας διδάσκαλος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ούτω διέξεισι. Θαυμάσαι άξιον, πως ουκ εσχίσθη το πλήθος επί τη αιρέσει των ανδρών, πως ουκ απεδοκιμάσθησαν υπ' αυτών οι Απόστολοι• οποίον δε άρα αξίωμα ούτοι είχον, και ποίαν εδέξαντο χειροτονίαν, αναγκαίον μαθείν. Άρα την των διακόνων; και μην τούτο εν ταις εκκλησίαις ουκ έστιν• αλλά των πρεσβυτέρων εστίν η οικονομία; και τοι ουδέπω ουδείς επίσκοπος ην, αλλ' οι Απόστολοι μόνον• όθεν ούτε διακόνων, ούτε πρεσβυτέρων οίμαι το όνομα είναι δήλον και φανερόν. Επί τούτοις ουν κηρύσσομεν και ημείς, ώστε τους προειρημένους επτά διακόνους, μη επί των τοις μυστηρίοις διακονουμένων λαμβάνεσθαι, κατά την προερμηνευθείσαν διδασκαλίαν• αλλά τους την οικονομίαν της κοινής χρείας των τότε συνηθροισμένων εγχειρισθέντας, τούτους υπάρχειν• οί τύπος ημίν καν τούτω γεγόνασι της περί τους δεομένους φιλανθρωπίας τε και σπουδής.

Κανών ΙΖ'
Επειδή περ διαφόρων εκκλησιών κληρικοί, τας ιδίας, εν αις εχειροτονήθησαν, εκκλησίας καταλιπόντες, προς ετέρους συνέδραμον επισκόπους, και γνώμης δίχα του οικείου επισκόπου, εν ταις αλλοτρίαις κατετάγησαν εκκλησίαις, εκ τούτου τε συνέβη ανυποτάκτους αυτούς καταστήναι• ορίζομεν, ώστε, από του Ιανουαρίου μηνός της παρελθούσης τετάρτης επινεμήσεως, μηδένα των απάντων κληρικών, καν εν οιωδήποτε τυγχάνη βαθμώ, άδειαν έχειν, εκτός της του οικείου επισκόπου εγγράφου απολυτικής, εν ετέρα κατατάττεσθαι εκκλησία• επεί ο μη τούτο από του νυν παραφυλαττόμενος, αλλά καταισχύνων το γε επ' αυτόν τον την χειροτονίαν αυτώ επιτεθεικότα, καθαιρείσθω και αυτός, και ο παραλόγως αυτόν προσδεξάμενος.

Κανών ΙΗ'
Τούς προφάσει βαρβαρικής επιδρομής, ή άλλως πως εκ περιστάσεως μετανάστας γενομένους κληρικούς, ηνίκα αν ο τρόπος αυτοίς αποπαύσηται, ή αι των βαρβάρων επιδρομαί, δι' ας την αναχώρησιν εποιήσαντο, αύθις εν ταις οικείαις εκκλησίαις προστάσσομεν επανέρχεσθαι, και μη επί πολύ ταύτας απροφασίστως καταλιμπάνειν. Ει δε τις μη κατά τον παρόντα διαγένηται κανόνα, αφοριζέσθω, μέχρις αν προς την οικείαν εκκλησίαν επαναδράμη. Το αυτό δε τούτο, και επί τω κατέχοντι αυτόν επισκόπω γινέσθω.

Κανών ΙΘ'
Ότι δεί τους των εκκλησιών προεστώτας, εν πάση μεν ημέρα, εξαιρέτως δε εν ταις Κυριακαίς, πάντα τον κλήρον και τον λαόν εκδιδάσκειν τους της ευσεβείας λόγους, εκ της θείας γραφής αναλεγομένους τα της αληθείας νοήματά τε, και κρίματα, και μη παρεκβαίνοντας τους ήδη τεθέντας όρους, ή την εκ των θεοφόρων Πατέρων παράδοσιν. Αλλά και ει γραφικός ανακινηθείη λόγος, μη άλλως τούτον ερμηνευέτωσαν, ή ως αν οι της εκκλησίας φωστήρες, και διδάσκαλοι, δια των οικείων συγγραμμάτων παρέθεντο• και μάλλον εν τούτοις ευδοκιμείτωσαν, ή λόγους οικείους συντάττοντες• ίνα μη, έστιν ότε, προς τούτο απόρως έχοντες, αποπίπτοιεν του προσήκοντος. Δια γαρ της των προειρημένων Πατέρων διδασκαλίας, οι λαοί εν γνώσει γινόμενοι των τε σπουδαίων και αιρετών, και των ασυμφόρων και αποβλήτων, τον βίον μεταρυθμίζουσι προς το βέλτιον, και τω της αγνοίας ουχ αλίσκονται πάθει, αλλά προσέχοντες τη διδασκαλία, εαυτούς προς το μη κακώς παθείν παραθήγουσι, και φόβω των επηρτημένων τιμωριών την σωτηρίαν εαυτοίς εξεργάζονται.

Κανών Κ'
Μη εξέστω επισκόπω εις ετέραν την μη αυτώ προσήκουσαν πόλιν δημοσία διδάσκειν• ει δε τις φωραθείη τούτο ποιών, της επισκοπής παυέσθω• τα δε του πρεσβυτέρου ενεργείτω.

Κανών ΚΑ'
Οι επ' εγκλήμασι κανονικοίς υπεύθυνοι γινόμενοι, και δια τούτο παντελεί τε και διηνεκεί καθαιρέσει υποβαλλόμενοι, και εν τω των λαϊκών απωθούμενοι τόπω• ει μεν εκουσίως προς επιστροφήν ορώντες αθετούσι την αμαρτίαν, δι' ην της χάριτος εκπεπτώκασι, και ταύτης τέλεον αλλοτρίους εαυτούς καθιστώσι, τω του κλήρου κειρέσθωσαν σχήματι• ει δε μη τούτο αυθαιρέτως αιρήσονται, καθάπερ οι λαϊκοί, την κόμην επιτρεφέτωσαν, ως την εν κόσμω αναστροφήν της ουρανίου ζωής προτιμήσαντες.

Κανών ΚΒ'
Τούς επί χρήμασι χειροτονουμένους, είτε επισκόπους, ή οιουσδήποτε κληρικούς, και ου κατά δοκιμασίαν, και του βίου αίρεσιν, καθαιρείσθαι προστάσσομεν• αλλά και τους χειροτονήσαντας.

Κανών ΚΓ'
Περί του μηδένατων είτε επισκόπων, είτε πρεσβυτέρων, ή διακόνων, της αχράντου μεταδιδόντα κοινωνίας, παρά του μετέχοντος εισπράττειν, της τοιαύτης μεταλήψεως χάριν, οβολούς, ή είδος το οιονούν. Ουδέ γαρ πεπραμένη η χάρις, ουδέ χρήμασι τον αγιασμόν του Πνεύματος μεταδιδόαμεν, αλλά τοις αξίοις του δώρου απανουργεύτως μεταδοτέον. Ει δε φανείη τις των εν κλήρω καταλεγομένων απαιτών, ω μεταδίδωσι της αχράντου κοινωνίας, το οιονούν είδος, καθαιρείσθω, ως της Σίμωνος ζηλωτής πλάνης και κακουργίας.

Κανών ΚΔ'
Μη εξέστω τινί των εν τω ιερατικώ καταλεγομένων τάγματι, ή μοναχών, εν ιπποδρομίαις ανιέναι, ή θυμελικών παιγνίων ανέχεσθαι• αλλ' ει και τις κληρικός κληθείη εν γάμω, ηνίκα αν τα προς απάτην εισέλθοιεν παίγνια, εξαναστήτω, και παραυτίκα αναχωρείτω, ούτω της των Πατέρων ημίν προσταττούσης διδασκαλίας. Ει δε τις επί τούτω αλώ, ή παυσάσθω, ή καθαιρείσθω.

Κανών ΚΕ'
Πρός τοις άλλοις ανανεούμεν και τον κανόνα τον διαγορεύοντα τας καθ' εκάστην εκκλησίαν αγροικικάς παροικίας, ή εγχωρίους, μένειν απαρασαλεύτους παρά τοις κατέχουσιν αυτάς επισκόποις, και μάλιστα, ει τριακονταετή χρόνον αυτάς αβιάστως διακατέχοντες ωκονόμησαν. Ει δε εντός των τριάκοντα ετών γεγένηταί τις, ή γένηται περί αυτών αμφισβήτησις, εξείναι τοις λέγουσιν ηδικείσθαι, περί τούτου κινείν παρά τη συνόδω της επαρχίας.

Κανών ΚΣΤ'
Πρεσβύτερον, τον κατά άγνοιαν αθέσμω γάμω περιπαρέντα, καθέδρας μεν μετέχειν, κατά τα υπό του ιερού κανόνος ημίν νομοθετηθέντα, των δε λοιπών ενεργειών απέχεσθαι• αρκετόν γαρ τω τοιούτω η συγγνώμη. Ευλογείν δε έτερον τον τα οικεία τημελείν οφείλοντα τραύματα, ανακόλουθον• ευλογία γαρ, αγιασμού μετάδοσίς εστιν• ο δε τούτον μη έχων, δια το εκ της αγνοίας παράπτωμα, πως ετέρω μεταδώσει; Μήτε τοίνυν δημοσία, μήτε ιδία ευλογείτω• μήτε το σώμα του Κυρίου διανεμέτω ετέροις, μήτε τι άλλο λειτουργείτω• αλλ' αρκούμενος τη προεδρία προσκλαιέτω τω Κυρίω, συνχωρηθήναι αυτώ το εκ της αγνοίας ανόμημα. Πρόδηλον γαρ, ως ο τοιούτος άθεσμος γάμος διαλυθήσεται, και ουδαμώς ο ανήρ μετουσίαν έξει προς την, δι' ης της ιεράς ενεργείας εστέρηται.

Κανών ΚΖ'
Μηδείς των εν κλήρω καταλεγομένων ανοίκειον εσθήτα αμφιεννύσθω, μήτε εν πόλει διάγων, μήτε εν οδώ βαδίζων, αλλά στολαίς κεχρήσθω ταις ήδη τοις εν κλήρω καταλεγομένοις απονεμηθείσαις• ει δε τις διαπράξοιτο το τοιούτον, επί εβδομάδα μίαν αφοριζέσθω.

Κανών ΚΗ'
Επειδή εν διαφόροις εκκλησίαις μεμαθήκαμεν, σταφυλής εν τω θυσιαστηρίω προσφερομένης κατά τι κρατήσαν έθος, τους λειτουργούς ταύτην τη αναιμάκτω της προσφοράς θυσία συνάπτοντας, ούτως άμα τω λαώ διανέμειν αμφότερα, συνείδομεν, ώστε μηκέτι τούτό τινα των ιερωμένων ποιείν, αλλ' εις ζωοποίησιν, και αμαρτιών άφεσιν, τω λαώ της προσφοράς μόνης μεταδιδόναι• ως απαρχήν δε την της σταφυλής λογιζομένους προσένεξιν, ιδικώς τους ιερείς ευλογούντας, τοις αιτούσι ταύτης μεταδιδόναι, προς την του δοτήρος των καρπών ευχαριστίαν, δι' ων τα σώματα ημών, κατά τον θείον όρον, αύξει τε και εκτρέφεται. Ει τις ουν κληρικός παρά τα διατεταγμένα ποιήσοι, καθαιρείσθω.

Κανών ΚΘ'
Ο των εν Καρθαγένη διαγορεύει κανών, ώστε, άγια θυσιαστηρίου, ει μη υπό νηστικών ανθρώπων, μη επιτελείσθαι, εξηρημένης μιας ετησίας ημέρας, εν ή το Κυριακόν δείπνον επιτελείται, ίσως τηνικαύτα, δια τινας κατά τους τόπους προφάσεις τη εκκλησία λυσιτελείς, των θείων εκείνων Πατέρων τοιαύτη χρησαμένων οικονομία. Μηδενός ουν ημάς ενάγοντος καταλιπείν την ακρίβειαν, ορίζομεν, αποστολικαίς και πατρικαίς επόμενοι παραδόσεσι, μη δείν εν Τεσσαρακοστή τη υστέρα εβδομάδι την πέμπτην λύει, και όλην την Τεσσαρακοστήν ατιμάζειν.

Κανών Λ'
Πάντα προς οικοδομήν της εκκλησίας βουλόμενοι διαπράττεσθαι, και τους εν ταις βαρβαρικαίς εκκλησίαις ιερέας οικονομείν διεγνώκαμεν• ώστε, ει τον αποστολικόν κανόνα, τον περί του προφάσει ευλαβείας την οικείαν γαμετήν μη εκβάλλειν, υπεραναβαίνειν οίονται δείν, και πέραν των ορισθέντων ποιείν, εκ τούτου τε μετά των οικείων συμφωνούντες συμβίων, της προς αλλήλους ομιλίας απέχονται• ορίζομεν, τούτους μηκέτι ταύταις συνοικείν καθ' οιονδήποτε τρόπον, ως αν ημίν εντεύθεν εντελή της υποσχέσεως παρέξοιεν την απόδειξιν. Πρός τούτο δε αυτοίς, ου δι' άλλο τι, ή δια την της γνώμης μικροψυχίαν, και το των ηθών απεξενωμένον, και απαγές, ενδεδώκαμεν.

Κανών ΛΑ'
Τούς εν τοις ευκτηρίοις οίκοις, ένδον οικίας τυγχάνουσι, λειτουργούντας, ή βαπτίζοντας κληρικούς, υπό γνώμην τούτο πράττειν του κατά τόπον επισκόπου, ορίζομεν• ώστε, ει τις κληρικός μη τούτο ούτω παραφυλάξη, καθαιρείσθω.

Κανών ΛΒ'
Επειδή εις γνώσιν ημετέραν ήλθεν, ως εν τη των Αρμενίων χώρα οίνον μόνον εν τη ιερά τραπέζη προσάγουσιν, ύδωρ αυτώ μη μιγνύντες, οι την αναίμακτον θυσίαν επιτελούντες, προτιθέμενοι τον της εκκλησίας διδάσκαλον Ιωάννην τον Χρυσόστομον, φάσκοντα, δια της εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον ερμηνείας, ταύτα• Τίνος ένεκεν ουχ ύδωρ έπιεν αναστάς, αλλ' οίνον; άλλην αίρεσιν πονηράν πρόρριζον ανασπών• επειδή γαρ εισί τινες εν τοις μυστηρίοις ύδατι κεχρημένοι, δεικνύς, ότι, και ηνίκα τα μυστήρια παρέδωκε, και ηνίκα αναστάς, χωρίς μυστηρίων και ψιλήν τράπεζαν παρετίθετο, οίνω εχρήτο εκ του γεννήματος, φησί, της αμπέλου• άμπελος δε οίνον, ουχ ύδωρ γεννά• εκ τούτου τε τον διδάσκαλον οίονται ανατρέπειν την του ύδατος εν τη ιερά θυσία προσαγωγήν. Ως αν μη και από του νυν κατέχοιντο τη αγνοία, την του Πατρός διάνοιαν ορθοδόξως αποκαλύπτομεν. Της γαρ πονηράς των Υδροπαραστατών αιρέσεως παλαιάς υπαρχούσης, οί αντί οίνου μόνω τω ύδατι εν τη οικεία θυσία κέχρηνται, ανασκευάζων ούτος ο θεοφόρος ανήρ την παράνομον της τοιαύτης αιρέσεως διδαχήν, και δεικνύς, ως εξ εναντίας της αποστολικής ίενται παραδόσεως, τον ειρημένον κατεσκεύασε λόγον. Επεί και τη κατ' αυτόν εκκλησία, ένθα την ποιμαντικήν ενεχειρίσθη ηγεμονίαν, ύδωρ οίνω μιγνύναι παρέδωκεν, ηνίκα την αναίμακτον θυσίαν επιτελείσθαι δεήσειε, την εκ της τιμίας πλευράς του λυτρωτού ημών και Σωτήρος Χριστού του θεού εξ αίματος και ύδατος κράσιν παραδεικνύς, ήτις εις ζωοποίησιν παντός του κόσμου εξεχύθη, και αμαρτιών απολύτρωσιν• και κατά πάσαν δε εκκλησίαν, ένθα οι πνευματικοί φωστήρες εξέλαμψαν, η θεόσδοτος αύτη τάξις κρατεί. Και γαρ και Ιάκωβος ο κατά σάρκα Χριστού του Θεού ημών αδελφός, ος της Ιεροσολυμιτών εκκλησίας πρώτος τον θρόνον ενεπιστεύθη, και Βασίλειος ο της Καισαρέων αρχιεπίσκοπος, ου το κλέος κατά πάσαν την οικουμένην διέδραμεν, εγγράφως την μυστικήν ημίν ιερουργίαν παραδεδωκότες, ούτω τελειούν εν τη θεία λειτουργία εξ ύδατός τε και οίνου το ιερόν ποτήριον εκδεδώκασι. Και οι εν Καρθαγένη συναχθέντες όσιοι Πατέρες, ούτω ρητώς επεμνήσθησαν, ίνα εν τοις αγίοις μηδέν πλέον του σώματος και του αίματος του Κυρίου προσενεχθείη, ως και αυτός ο Κύριος παραδέδωκε, τουτέστιν άρτου και οίνου ύδατι μεμιγμένου. Ει τις ουν επίσκοπος, ή πρεσβύτερος, μη κατά την παραδοθείσαν υπό των Αποστόλων τάξιν ποιεί, και ύδωρ οίνω μιγνύς, ούτω την άχραντον προσάγει θυσίαν, καθαιρείσθω, ως ατελώς το μυστήριον εξαγγέλλων, και καινίζων τα παραδεδομένα.

Κανών ΛΓ'
Επειδή περ έγνωμεν εν τη Αρμενίων χώρα, μόνους εν κλήρω, τους εκ γένους ιερατικού κατατάττεσθαι, Ιουδαϊκοίς έθεσιν επομένων των τούτο πράττειν επιχειρούντων, τινάς δε αυτών και μη αποκειρομένους, ιεροψάλτας, και αναγνώστας του θείου ναού καθίστασθαι• συνείδομεν, ώστε από του νυν, μη εξείναι τοις εις κλήρον βουλομένοις προάγειν τινάς, εις το γένος αποβλέπειν του προχειριζομένου• αλλά δοκιμάζοντες, ει άξιοι είεν, κατά τους τεθέντας εν τοις ιεροίς κανόσιν όρους, εν κλήρω καταλεγήναι, τούτους εκκλησιαστικούς προχειρίζεσθαι, είτε και εκ προγόνων γεγόνασιν ιερέων, είτε και μη. Αλλά μηδέ τινα των απάντων συγχωρείν επ' άμβωνος, κατά την των εν τω κλήρω καταλεγομένων τάξιν, τους θείους τω λαώ λόγους αποφωνείν• ει μη τι αν ιερατική κουρά χρήσηται ο τοιούτος, και την ευλογίαν υπό του οικείου ποιμένος κανονικώς υποδέξηται. Ει δε τις φωραθείη παρά τα προγεγραμμένα ποιών, αφοριζέσθω.

Κανών ΛΔ'
Και τούτο δε του ιερατικού κανόνος σαφώς διαγορεύοντος, ως το της συνωμοσίας, ή φρατρίας έγκλημα και παρά των έξω νόμων πάντη κεκώλυται, πολλώ δε μάλλον εν τη του Θεού εκκλησία τούτο γίνεσθαι απαγορεύειν προσήκει• και ημείς παραφυλάττειν σπουδάζομεν, ως ει τινες κληρικοί, ή μοναχοί ευρεθείεν ή συνομνύμενοι, ή φατριάζοντες, ή κατασκευάς τυρεύοντες επισκόπων, ή συγκληρικών, εκπιπτέτωσαν πάντη του οικείου βαθμού.

Κανών ΛΕ'
Μη εξέστω τινί των απάντων μητροπολιτών, τελευτώντος επισκόπου τελούντος υπό τον κατ' αυτόν θρόνον, τα αυτού πράγματα, ή της κατ' αυτόν εκκλησίας, αφαιρείσθαι, ή σφετερίζεσθαι• αλλ' υπό παραφυλακήν έστωσαν του κλήρου της εκκλησίας, ης ο τελευτήσας ετύγχανε πρόεδρος, μέχρι της ετέρου επισκόπου προαγωγής• εκτός ειμή κληρικοί εν τη αυτή εκκλησία ουχ' υπελείφθησαν• τηνικαύτα γαρ ο μητροπολίτης ταύτα παραφυλάξει αμείωτα, τω χειροτονηθησομένω επισκόπω πάντα αποδιδούς.

Κανών ΛΣΤ'
Ανανεούμενοι τα παρά των εκατόν πεντήκοντα αγίων Πατέρων, των εν τη θεοφυλάκτω ταύτη και βασιλίδι πόλει συνελθόντων, και των εξακοσίων τριάκοντα, των εν Χαλκηδόνι συναθροισθέντων νομοθετηθέντα, ορίζομεν, ώστε τον Κωνσταντινουπόλεως θρόνον των ίσων απολαύειν πρεσβείων του της πρεσβυτέρας ώμης θρόνου, και εν τοις εκκλησιαστικοίς, ως εκείνον, μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δεύτερον μετ' εκείνον υπάρχοντα, μεθ' ον της Αλεξανδρέων μεγαλοπόλεως αριθμείσθω θρόνος, είτα ο Αντιοχείας, και μετά τούτον, ο της Ιεροσολυμιτών πόλεως.

Κανών ΛΖ'
Επειδή κατά διαφόρους καιρούς βαρβαρικαί γεγόνασιν έφοδοι, και πλείσται πόλεις εντεύθεν υποχείριοι τοις ανόμοις κατέστησαν, ως εντεύθεν μη δυνηθήναι τον της τοιαύτης πόλεως πρόεδρον, μετά την επ' αυτώ χειροτονίαν, τον οικείον θρόνον καταλαβείν, και εν αυτώ ιερατική καταστάσει ενιδρυθήναι, και ούτω κατά το κρατήσαν έθος τας χειροτονίας, και πάντα, α τω επισκόπω ανήκει, πράττειν τε και μεταχειρίζεσθαι• ημείς το τίμιον, και σεβάσμιον τη ιερωσύνη φυλάττοντες, και μηδαμώς προς λύμην των εκκλησιαστικών δικαίων την εθνικήν επήρειαν ενεργείσθαι βουλόμενοι, τοις ούτω χειροτονηθείσι, και δια την προκειμένην αιτίαν εν τοις εαυτών μη εγκαταστάσι θρόνοις, το απροκριμάτιστον τηρείσθαι συνεωράκαμεν, ώστε και χειροτονίας κληρικών διαφόρων κανονικώς ποιείν, και τη της προεδρίας αυθεντία κατά τον ίδιον όρον κεχρήσθαι, και βεβαίαν, και νενομισμένην είναι πάσαν υπ' αυτών προϊούσαν διοίκησιν. Ου γαρ υπό του της ανάγκης καιρού της ακριβείας περιγραφείσης, ο της οικονομίας όρος περιορισθήσεται.

Κανών ΛΗ'
Τον εκ των Πατέρων ημών τεθέντα κανόνα και ημείς παραφυλάττομεν, τον ούτω διαγορεύοντα• Ει τις εκ βασιλικής εξουσίας εκαινίσθη πόλις, ή αύθις καινισθείη, τοις πολιτικοίς και δημοσίοις τύποις και η των εκκλησιαστικών πραγμάτων τάξις ακολουθείτω.

Κανών ΛΘ'
Του αδελφού και συλλειτουργού ημών Ιωάννου, του της Κυπρίων νήσου προέδρου, άμα τω οικείω λαώ, επί την Ελλησπόντιον επαρχίαν, δια τε τας βαρβαρικάς εφόδους, δια τε το της εθνικής ελευθερωθήναι δουλείας, και καθαρώς τοις σκήπτροις του χριστιανικωτάτου κράτους υποταγήναι, της ειρημένης μεταναστάντος νήσου, προνοία του φιλανθρώπου Θεού, και μόχθω του φιλοχρίστου και ευσεβούς ημών βασιλέως, συνορώμεν, ώστε ακαινοτόμητα διαφυλαχθήναι τα παρά των εν Εφέσω το πρότερον συνελθόντων θεοφόρων Πατέρων τω θρόνω του προγεγραμμένου ανδρός παρασχεθέντα προνόμια, ώστε την νέαν Ιουστινιανούπολιν το δίκαιον έχειν της Κωνσταντινουπόλεως, και τον επ' αυτή καθιστάμενον θεοφιλέστατον επίσκοπον, πάντων προεδρεύειν των της Ελλησποντίων επαρχίας, και υπό των οικείων επισκόπων χειροτονείσθαι, κατά την αρχαίαν συνήθειαν. Τα γαρ εν εκάστη εκκλησία έθη, και οι θεοφόροι ημών Πατέρες παραφυλάττεσθαι διεγνώκασι, του της Κυζικηνών πόλεως επισκόπου υποκειμένου τω προέδρω της ειρημένης Ιουστινιανουπόλεως, μιμήσει των λοιπών απάντων επισκόπων, των υπό τον λεχθέντα θεοφιλέστατον πρόεδρον Ιωάννην, υφ' ου χρείας καλούσης, και ο της αυτής Κυζικηνών πόλεως επίσκοπος χειροτονηθήσεται.

Κανών Μ'
Επειδή τω Θεώ κολλάσθαι, δια της εκ των του βίου θορύβων αναχωρήσεως, λίαν εστί σωτήριον, χρή μη ανεξετάστως ημάς παρά τον καιρόν τους τον μονήρη βίον αιρουμένους προσίεσθαι, αλλά τον παραδοθέντα ημίν παρά των Πατέρων και εν αυτοίς φυλάττειν όρον• ώστε την ομολογίαν του κατά Θεόν βίου, τότε προσίεσθαι δεί, ως ήδη βεβαίαν, και από γνώσεως, και κρίσεως γινομένην, μετά την του λόγου συμπλήρωσιν. Έστω τοίνυν ο μέλλων τον μοναχικόν υπέρχεσθαι ζυγόν, ουχ ήττων ή δεκαετής, εν τω προέδρω κειμένης και της επί τούτω δοκιμασίας, εις τον χρόνον αυτώ αυξηθήναι λυσιτελέστερον ηγείται, προς την εν τω βίω εισαγωγήν, και κατάστασιν. Ει γαρ και ο μέγας Βασίλειος, εν τοις ιεροίς αυτού κανόσι, την εκουσίως εαυτήν προάγουσαν τω Θεώ, και την παρθενίαν ασπαζομένην, τον επτακαιδέκατον διανύουσαν χρόνον, τω των παρθένων τάγματι αριθμείσθαι νομοθετεί• αλλ' ουν τω περί των χηρών τε, και διακονισσών παραδείγματι παρακολουθήσαντες, εις τον ειρημένον χρόνον αναλόγως τους τον μονήρη βίον ελομένους περιεστήσαμεν. Εν γαρ τω θείω Αποστόλω γέγραπται, εξήκοντα ετών την εν τη εκκλησία καταλέγεσθαι χήραν• οι δε ιεροί κανόνες, τεσσαράκοντα ετών την διακόνισσαν χειροτονείσθαι παραδεδώκασι, την εκκλησίαν χάριτι θεία κραταιοτέραν γινομένην, και επί τα πρόσω βαίνουσαν εωρακότες, και το των πιστών προς την των θείων εντολών τήρησιν πάγιόν τε και ασφαλές• όπερ και ημείς άριστα κατανοήσαντες, αρτίως διωρισάμεθα, την ευλογίαν της χάριτος, τω μέλλοντι των κατά Θεόν αγώνων ενάρχεσθαι, ώσπερ τινά σφραγίδα ταχέως ενσημαινόμενοι, εντεύθεν αυτόν προς το μη επί πολύ οκνείν και αναδύεσθαι προβιβάζοντες, μάλλον μεν ουν και προς την του αγαθού παρορμώντες εκλογήν και κατάστασιν.

Κανών ΜΑ'
Τούς εν πόλεσιν, ή χωρίοις, εν εγκλείστραις βουλομένους αναχωρείν, και εαυτοίς κατά μόνας προσέχειν, πρότερον εν μοναστηρίω εισιέναι δεί, και την αναχωρητικήν παιδοτριβείσθαι διαγωγήν• και επί τριετή χρόνον τω της μονής εξάρχοντι εν φόβω Θεού υποτάττεσθαι• και την κατά πάντα, ως προσήκεν, υπακοήν εκπληρούν, και ούτως ομολογούντας περί της εν τω τοιούτω βίω προαιρέσεως, και ως εξ όλης καρδίας εκουσίως τούτον ασπάζονται, υπό του κατά τόπον δοκιμάζεσθαι προέδρου. Είθ' ούτως, εφ' έτερον ενιαυτόν, έξωθεν προσκαρτερείν της εγκλείστρας, ως αν ο σκοπός αυτών πλειόνως φανερωθείη. Τηνικαύτα γαρ πληροφορίαν παρέξουσιν, ως, ου κενήν θηρώμενοι δόξαν, αλλά δι' αυτό το όντως καλόν την ησυχίαν ταύτην μεταδιώκουσι. Μετά δε την τοσούτου χρόνου συμπλήρωσιν, ει τη αυτή προαιρέσει εμμένοιεν, εγκεκλείσθαι αυτούς, και μηκέτι τούτοις εξείναι, ότε βούλονται, της τοιαύτης καταμονής αφίστασθαι• εκτός, ει μη δια κοινήν λυσιτέλειαν, και ωφέλειαν, ή ετέραν ανάγκην προς θάνατον αυτούς βιαζομένην, προς τούτο έλκοιντο, και ούτω μετ' ευλογίας του κατά τόπον επισκόπου. Τών δε ειρημένων προφάσεων δίχα εγχειρούντας εκ των καταγωγίων αυτών εξιέναι, πρωτοτύπως μεν άκοντας αυτούς καθειργνύειν εν τη ειρημένη εγκλείστρα, έπειτα δε νηστείαις και ετέραις σκληραγωγίαις αυτούς θεραπεύειν, ειδότας, κατά το γεγραμμένον, ως, Ουδείς βαλών την χείρα αυτού επ' άροτρον, και στραφείς εις τα οπίσω, εύθετός εστιν εις την βασιλείαν των ουρανών.

Κανών ΜΒ'
Τούς λεγομένους ερημίτας, οίτινες μελανειμονούντες, και τας κεφαλάς κομώντες περιάγουσι τας πόλεις, μεταξύ ανδρών λαϊκών, και γυναικών αναστρεφόμενοι, και το οικείον επάγγελμα καθυβρίζοντες, ορίζομεν, ει μεν αιρούνται, τας κόμας αποκειράμενοι, το των λοιπών μοναχών αναδέξασθαι σχήμα, τούτους εν μοναστηρίω εγκαθίστασθαι, και τοις αδελφοίς εγκαταλέγεσθαι. Ει δε μη τούτο προέλοιντο, παντάπασιν αυτούς των πόλεων απελαύνεσθαι, και τας ερήμους οικείν, εξ ων και τας επωνυμίας εαυτοίς ανεπλάσαντο.

Κανών ΜΓ'
Εξόν υπάρχει Χριστιανώ, τον ασκητικόν ελέσθαι βίον, και, την πολυτάραχον ζάλην των βιωτικών πραγμάτων αποθέμενον, εν μοναστηρίω εισιέναι, και κατά το μοναχικόν σχήμα αποκαρήναι, καν εν οιωδήποτε πταίσματι αλώ. Ο γαρ Σωτήρ ημών Θεός έφη• Τον ερχόμενον προς με ου μη εκβάλω έξω. Ως ουν της μοναχικής πολιτείας, την εν μετανοία στηλογραφούσης ζωήν ημίν, τω γνησίως ταύτη προστιθεμένω, συνευδοκούμεν• και ουδείς αυτόν παρεμποδίσει τρόπος προς την του οικείου σκοπού αποπλήρωσιν.

Κανών ΜΔ'
Μοναχός επί πορνεία αλούς, ή προς γάμου κοινωνίαν, και συμβίωσιν γυναίκα αγόμενος, τοις των πορνευόντων επιτιμίοις κατά τους κανόνας υποβληθήσεται.

Κανών ΜΕ'
Επειδή μεμαθήκαμεν, εν τισι γυναικείοις μοναστηρίοις τας μελλούσας του ιερού εκείνου καταξιούσθαι σχήματος, πρότερον σηρικαίς, και παντοίαις στολαίς, έτι μην και κοσμίοις, χρυσώ και λίθω πεποικιλμένοις, υπό των προσαγόντων αυτάς περιστέλλεσθαι, και ούτω τω θυσιαστηρίω προσιούσας, εκδιδύσκεσθαι την τοσαύτην της ύλης αμφίεσιν, παραχρήμά τε γίνεσθαι επ' αυταίς την του σχήματος ευλογίαν, και το μέλαν αυτάς ένδυμα αμφιέννυσθαι• ορίζομεν, ώστε μηκέτι από του νυν τούτο γίνεσθαι• ουδέ γαρ ευαγές υπάρχει, την ήδη δια της οικείας προαιρέσεως αποθεμένην πάσαν την του βίου τερπνότητα, και ασπασαμένην την κατά Θεόν πολιτείαν, και βεβαώσασαν ταύτην λογισμοίς ακλινέσι και ούτω τω μοναστηρίω προσελθούσαν, αύθις εις ανάμνησιν δια του τοιούτου φθαρτού τε και ρέοντος κόσμου ελθείν, ων ήδη εποιήσατο λήθην• εκ τούτου τε αμφίβολον καταστήναι, και την ψυχήν εκταραχθήναι, δίκην κυμάτων επικλυζόντων, και τήδε κακείσε περιστρεφόντων, ως μήτε δάκρυον έστιν ότε λοιπόν αφιείσαν, και την εν τη καρδία δια του σώματος κατάνυξιν επιδείξασθαι. Αλλ' ει και βραχύ τι, ως εικός, εκπηδήσειε δάκρυον, μη μάλλον της δια τον ασκητικόν αγώνα διαθέσεως χάριν, ή δια το τον κόσμον, και τα εν τω κόσμω καταλιπείν, παρά τοις ορώσι τούτο προελθόν λογισθήναι.

Κανών ΜΣΤ'
Αι τον ασκητικόν αιρούμεναι βίον, και εν μοναστηρίω καταταττόμεναι, καθόλου μη προϊέτωσαν. Ει δε τις απαραίτητος αυτάς ανάγκη προς τούτο έλκοι, μετ' ευλογίας, και επιτροπής της προεστώσης τούτο πραττέτωσαν• και τότε μη μόναι καθ' εαυτάς, αλλά μετά τινων πρεσβυτίδων, και πρωτευουσών εν τω μοναστηρίω, μετ' εντολής της καθηγουμένης• παντελώς δε αυταίς εξωκοιτείν ουκ έξεστιν. Αλλά και άνδρες οι τον μονήρη μετερχόμενοι βίον, χρείας επειγούσης, και αυτοί μετ' ευλογίας του την ηγουμενίαν εμπεπιστευμένου προϊέτωσαν• ώστε οι παραβαίνοντες τον νυν ορισθέντα παρ' ημών όρον, είτε άνδρες είεν, είτε γυναίκες, προσφόροις επιτιμίοις υποβληθήτωσαν.

Κανών ΜΖ'
Μήτε εν ανδρώω μοναστηρίω γυνή, μήτε εν γυναικείω ανήρ καθευδέτω• παντός γαρ προσκόμματος, και σκανδάλου έξω δεί είναι τους πιστούς, και προς το εύσχημον, και ευπρόσδεκτον τω Κυρίω τον εαυτών ευθετίζειν βίον. Ει δε τις τούτο πράξει, είτε κληρικός είη, είτε λαϊκός, αφοριζέσθω.

Κανών ΜΗ'
Η του προς επισκοπής προεδρίαν αναγομένου γυνή, κατά κοινήν συμφωνίαν του οικείου ανδρός προδιαζευχθείσα, μετά την επ' αυτώ της επισκοπής χειροτονίαν, εν μοναστηρίω εισίτω, πόρω της του επισκόπου καταγωγής ωκοδομημένω, και της εκ του επισκόπου προνοίας απολαυέτω• ει δε και αξία φανείη, και προς το της διακονίας αναβιβαζέσθω αξίωμα.

Κανών ΜΘ'
Ανανεούμενοι και τούτον τον ιερόν κανόνα, ορίζομεν, ώστε τα άπαξ καθιερωθέντα μοναστήρια κατά γνώμην επισκόπου, μένειν εις το διηνεκές μοναστήρια, και τα ανήκοντα αυτοίς πράγματα φυλάττεσθαι τω μοναστηρίω, και μηκέτι δύνασθαι γίνεσθαι αυτά κοσμικά καταγώγια, μήτε δε υπό τινος των απάντων κοσμικοίς ανδράσι ταύτα εκδίδοσθαι, αλλ' ει και μέχρι νυν γέγονε τούτο, μηδαμώς κρατείσθαι ορίζομεν. Τούς δε από του παρόντος τούτο πράττειν επιχειρούντας, υποκείσθαι τοις εκ των κανόνων επιτιμίοις.

Κανών Ν'
Μηδένα των απάντων είτε λαϊκών, είτε κληρικών, κυβεύειν, από του νυν• ει δε τις τοιούτο φωραθείη πράττων, ει μεν κληρικός είη, καθαιρείσθω• ει δε λαϊκός, αφοριζέσθω.

Κανών ΝΑ'
Καθόλου απαγορεύει η αγία αύτη και οικουμενική σύνοδος, τους λεγομένους μίμους, και τα τούτων θέατρα, είτά γε μην και τα των κυνηγίων θεώρια, και τας επί σκηνής ορχήσεις επιτελείσθαι. Ει δε τις του παρόντος κανόνος καταφρονήσει, και προς τι εαυτόν των απηγορευμένων τούτων εκδώ, ει μεν κληρικός είη, καθαιρείσθω, ει δε λαϊκός, αφοριζέσθω.

Κανών ΝΒ'
Εν πάσαις ταις της αγίας Τεσσαρακοστής των νηστειών ημέραις, παρεκτός σαββάτου, και Κυριακής, και της αγίας του Ευαγγελισμού ημέρας, γινέσθω η των προηγιασμένων ιερά λειτουργία.

Κανών ΝΓ'
Επειδή μείζων η κατά το πνεύμα οικειότης της των σωμάτων συναφείας, έγνωμεν δε εν τισι τόποις τινάς εκ του αγίου και σωτηριώδους βαπτίσματος παίδας αναδεχομένους, και μετά τούτο, ταις εκείνων μητράσι χηρευούσαις γαμικόν συναλλάσσοντας συνοικέσιον, ορίζομεν, από του παρόντος μηδέν τοιούτον πραχθήναι. Ει δε τινες μετά τον παρόντα κανόνα φωραθείεν τούτο ποιούντες, πρωτοτύπως μεν οι τοιούτοι αφιστάσθωσαν του παρανόμου τούτου συνοικεσίου έπειτα δε και τοις των πορνευόντων επιτιμίοις υποβληθήτωσαν.

Κανών ΝΔ'
Της θείας ημάς ούτω σαφώς εκδιδασκούσης Γραφής, Ουκ' εισελεύση προς πάντα οικείον σαρκός σου, αποκαλύψαι ασχημοσύνην αυτού• ο θεοφόρος Βασίλειός τινας των απηγορευμένων γάμων εν τοις οικείοις κανόσιν απηριθμήσατο, σιωπή τα πλείστα παραδραμών, και κατ' αμφότερα κατασκευάσας ημίν το ωφέλιμον. Το γαρ των αισχρών ονομασιών πλήθος παραιτησάμενος, ως αν μη τον λόγον καταρυπαίνοι τοις ρήμασι, γενικοίς ονόμασι τας ακαθαρσίας διέλαβε• δι' ων περιεκτικώς ημίν τους παρανόμους γάμους υπέδειξεν. Επειδή δε τη τοιαύτη σιωπή, και τω αδιαγνώστω της των αθέσμων γάμων απαγορεύσεως, εαυτήν η φύσις συνέχεε, συνείδομεν γυμνότερον τα περί τούτου εκθέσθαι, ορίζοντες από του νυν, τον τη οικεία εξαδέλφη προς γάμου κοινωνίαν συναπτόμενον, ή πατέρα και υιόν, μητρί και θυγατρί, ή δυσί κόραις αδελφαίς πατέρα και υιόν, ή αδελφοίς δυσί μητέρα και θυγατέρα, ή αδελφούς δύο δυσίν αδελφαίς, υπό τον της επταετίας πίπτειν κανόνα, αφισταμένων αυτών προδήλως του παρανόμου συνοικεσίου.

Κανών ΝΕ'
Επειδή μεμαθήκαμεν, τους εν τη ωμαίων πόλει, εν ταις αγίαις της Τεσσαρακοστής νηστείαις, τοις ταύτης σάββασι νηστεύειν, παρά την παραδοθείσαν εκκλησιαστικήν ακολουθίαν• έδοξε τη αγία συνόδω, ώστε κρατείν και επί τη ωμαίων εκκλησία απαρασαλεύτως τον κανόνα, τον λέγοντα• Ει τις κληρικός ευρεθείη την αγίαν Κυριακήν νηστεύων, ή το σάββατον, πλήν του ενός και μόνου, καθαιρείσθω• ει δε λαϊκός, αφοριζέσθω.

Κανών ΝΣΤ'
Ωσαύτως μεμαθήκαμέν εν τε τη Αρμενίων χώρα, και εν ετέροις τόποις, εν τοις σάββασι, και εν ταις Κυριακαίς της αγίας Τεσσαρακοστής, ωά και τυρόν εσθίειν τινάς. Έδοξε τοίνυν και τούτο, ώστε την κατά πάσαν την οικουμένην του Θεού εκκλησίαν, μια κατακολουθούσαν τάξει, την νηστείαν επιτελείν, και απέχεσθαι, ώσπερ θυτού παντοίου, ούτω δη ωού, και τυρού, α καρπός εισι, και γεννήματα, ων απεχόμεθα. Ει δε μη τούτο παραφυλλάττοιεν, ει μεν κληρικοί είεν, καθαιρείσθωσαν• ει δε λαϊκοί, αφοριζέσθωσαν.

Κανών ΝΖ'
Ότι ου χρή εν τοις θυσιαστηρίοις μέλι, και γάλα προσφέρεσθαι.

Κανών ΝΗ'
Μηδείς των εν λαϊκοίς τεταγμένων εαυτώ των θείων μυστηρίων μεταδιδότω, παρόντος επισκόπου, ή πρεσβυτέρoυ, ή διακόνου. Ο δε τι τοιούτο τολμών, ως παρά τα διατεταγμένα ποιών, επί εβδομάδα μίαν αφοριζέσθω, εντεύθεν παιδαγωγούμενος, μη φρονείν παρ' ό δεί φρονείν.

Κανών ΝΘ'
Μηδαμώς εν ευκτηρίω οίκω, ένδον οικίας τυγχάνοντι, βάπτισμα επιτελείσθω• αλλ' οι μέλλοντες αξιούοθαι του αχράντου φωτίσματος, ταις καθολικαίς προσερχέσθωσαν εκκλησίαις, κακείσε της δωρεάς ταύτης απολαυέτωσαν. Ει δε τις αλώ τα παρ' ημών ορισθέντα μη φυλάττων, ει μεν κληρικός είη, καθαιρείσθω• ει δε λαϊκός, αφοριζέσθω.

Κανών Ξ'
Του Αποστόλου βοώντος, ότι ο κολλώμενος τω Κυρίω εν πνεύμά εστι, πρόδηλον, ως και ο τω εναντίω εαυτόν οικειών, εν γίνεται τη προς αυτόν συναφεία. Τούς τοίνυν δαιμονάν υποκρινομένους, και τρόπων φαυλότητι προσποιητώς τα εκείνων σχηματιζομένους, έδοξε τρόπω επιτιμάσθαι παντί, και τοιαύταις αυτούς σκληραγωγίαις, και πόνοις υποβάλλειν, οίς αν οι αληθώς δαιμονώντες προς απαλλαγήν της του δαίμονος ενεργείας, αξίως υποβάλλοιντο.

Κανών ΞΑ'
Οι μάντεσιν εαυτούς εκδιδόντες, ή τοις λεγομένοις εκατοντάρχοις, ή τισι τοιούτοις, ως αν παρ' εκείνων μάθοιεν ό,τι αν αυτοίς εκκαλύπτεσθαι βούλοιντο, κατά τα πρώην υπό των Πατέρων περί αυτών ορισθέντα, υπό τον κανόνα πιπτέτωσαν της εξαετίας. Τω αυτώ δε τούτω επιτιμίω καθυποβάλλεσθαι δεί, και τους άρκτους επισυρομένους, ή τοιαύτα ζώα, προς παίγνιον και βλάβην των απλούστερων, και τύχην, και ειμαρμένην, και γενεαλογίαν, και τοιούτων τινών ρημάτων όχλον, κατά τους της πλάνης λήρους φωνούντας, τους τε λεγομένους νεφοδιώκτας, και γητευτάς, και φυλακτηρίους, και μάντεις. Επιμένοντας δε τούτοις, και μη μετατιθεμένους, και αποφεύγοντας τα ολέθρια ταύτα και ελληνικά επιτηδεύματα, παντάπασιν απορίπτεσθαι της εκκλησίας ορίζομεν, καθώς και οι ιεροί κανόνες διαγορεύουσι. Τις γαρ κοινωνία φωτί προς σκότος; ως φησιν ο Απόστολος, ή τις συγκατάθεσις ναώ Θεού μετά ειδώλων; ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου; τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ;

Κανών ΞΒ'
Τάς ούτω λεγομένας Καλάνδας, και τα λεγόμενα Βοτά, και τα καλούμενα Βρουμάλια, και την εν τη πρώτη του Μαρτίου μηνός ημέρα επιτελουμένην πανήγυριν, καθάπαξ εκ της των πιστών πολιτείας περιαιρεθήναι βουλόμεθα. Αλλά μην και τας των γυναίων δημοσίας ορχήσεις, ως ασέμνους, και πολλήν λύμην και βλάβην εμποιείν δυναμένας, έτι μην και τας ονόματι των παρ' Έλλησι ψευδώς ονομασθέντων θεών ή εξ ανδρών, ή γυναικών γινομένας ορχήσεις, και τελετάς, κατά τι έθος παλαιόν, και αλλότριον του των Χριστιανών βίου, αποπεμπόμεθα, ορίζοντες, μηδένα άνδρα γυναικείαν στολήν ενδιδύσκεσθαι, ή γυναίκα την ανδράσιν αρμόδιον. Αλλά μήτε προσωπεία κωμικά, ή σατυρικά, ή τραγικά υποδύεσθαι• μήτε το του βδελυκτού Διονύσου όνομα, την σταφυλήν εκθλίβοντας εν ταις ληνοίς, επιβοάν• μηδέ τον οίνον εν τοις πίθοις επιχέοντας γέλωτα επικινείν, αγνοίας τρόπω ή ματαιότητος, τα της δαιμονιώδους πλάνης ενεργούντας. Τούς ουν από του νυν τι των προειρημένων επιτελείν εγχειρούντας, εν γνώσει τούτων καθισταμένους, τούτους, ει μεν κληρικοί είεν, καθαιρείσθαι προστάσσομεν• ει δε λαϊκοί, αφορίζεσθαι.

Κανών ΞΓ'
Τα ψευδώς υπό των της αληθείας εχθρών συμπλασθέτα μαρτυρολόγια, ως αν τους του Χριστού μάρτυρας ατιμάζοιεν, και προς απιστίαν ενάγοιεν τους ακούοντας, μη επ' εκκλησίαις δημοσιεύεσθαι προστάσσομεν, αλλά ταύτα πυρί παραδίδοσθαι. Τους δε ταύτα παραδεχομένους, ή ως αλληθέσι τούτοις προσέχοντας, αναθεματίζομεν.

Κανών ΞΔ'
Ότι ου χρή δημοσία λαϊκόν, λόγον κινείν ή διδάσκειν, αξίωμα εαυτώ διδασκαλικόν εντεύθεν περιποιούμενον, αλλ' είκειν τη παραδοθείση παρά του Κυρίου διατάξει, και το ους τοις την χάριν του διδασκαλικού λαβούσι λόγου διανοίγειν, και τα θεία παρ' αυτών εκδιδάσκεσθαι. Εν γαρ τη μια εκκλησία διάφορα μέλη πεποίηκεν ο Θεός, κατά την του Αποστόλου φωνήν• ην ο Θεολόγος ερμηνεύων Γρηγόριος, σαφώς την εν τούτοις τάξιν παρίστησι φάσκων• Ταύτην αιδοίμεθα την τάξιν, αδελφοί, ταύτην φυλάττοιμεν. Ο μεν έστω τις ακοή• ο δε, γλώσσα• ο δε, χείρ• ο δε, άλλο τι• ο μεν, διδασκέτω• ο δε, μανθανέτω• και μετά βραχέα• Και ο μανθάνων εν ευπειθεία• και ο χορηγών εν ιλαρότητι• και ο υπουργών εν προθυμία, μη πάντες ώμεν γλώσσα, το ετοιμότατον• μη πάντες Απόστολοι• μη πάντες προφήται• μη πάντες διερμηνεύωμεν• και μετά τινα• Τι σεαυτόν ποιείς ποιμένα, πρόβατον ων; τι γίνη κεφαλή, πούς τυγχάνων; τι στρατηγείν επιχειρείς, τεταγμένος εν στρατιώταις; και ετέρωθι• Η σοφία διακελεύεται. Μη ίσθι ταχύς εν λόγοις• μη συμπαρεκτείνου πένης ων πλουσίω, μηδέ ζήτει των σοφών είναι σοφώτερος. Ει δε τις αλώ τον παρόντα παρασαλεύων κανόνα, επί ημέρας τεσσαράκοντα αφοριζέσθω.

Κανών ΞΕ'
Τάς εν ταις νουμηνίαις υπό τινων προ των οικείων εργαστηρίων, ή οίκων αναπτομένας πυρκαϊάς, ας και υπεράλλεσθαί τινες κατά τι έθος αρχαίον επιχειρούσιν, από του παρόντος καταργηθήναι προστάσσομεν. Όστις ουν τοιούτόν τι πράξοι, ει μεν κληρικός είη, καθαιρείσθω• ει δε λαϊκός, αφοριζέσθω. Γέγραπται γαρ εν τη τετάρτη των Βασιλειών• Και ωκοδόμησε Μανασσής θυσιαστήριον πάση τη στρατιά του ουρανού, εν ταις δύο αυλαίς οίκου Κυρίου, και διήγαγε τα τέκνα αυτού εν πυρί, και εκληδονίζετο, και οιωνίζετο, και εποίησεν εγγαστριμύθους, και γνώστας επλήθυνε, και επλήθυνε του ποιήσαι το πονηρόν ενώπιον Κυρίου, του παροργίσαι αυτόν.

Κανών ΞΣΤ'
Από της αγίας αναστασίμου Χριστού του Θεού ημών ημέρας, μέχρι της καινής Κυριακής, την όλην εβδομάδα εν ταις αγίαις εκκλησίαις σχολάζειν δεί απαραλείπτως τους πιστούς εν ψαλμοίς, και ύμνοις, και ωδαίς πνευματικαίς, ευφραινομένους εν Χριστώ, και εορτάζοντας, και τη των θείων Γραφών αναγνώσει προσέχοντας, και των αγίων μυστηρίων κατατρυφώντας. Εσόμεθα γαρ ούτω Χριστώ συνανιστάμενοί τε, και συνανυψούμενοι. Μηδαμώς ουν εν ταις προκειμέναις ημέραις ιπποδρόμια, ή ετέρα δημώδης θέα επιτελείσθω.

Κανών ΞΖ'
Η θεία ημίν Γραφή ενετείλατο, απέχεσθαι αίματος, και πνικτού, και πορνείας. Τοις ουν δια την λίχνον γαστέρα αίμα οιουδήποτε ζώου τέχνη τινί κατασκευάζουσιν εδώδιμον, και ούτω τούτο εσθίουσι, προσφόρως επιτιμώμεν. Ει τις ουν από του νυν αίμα ζώου εσθίειν επιχειρήσοι οιωδήτινι τρόπω, ει μεν κληρικός είη, καθαιρείσθω• ει δε λαϊκός αφοριζέσθω.

Κανών ΞΗ'
Περί του μη εξείναί τινι των απάντων βιβλία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, των τε αγίων και εγκρίτων ημών κηρύκων και διδασκάλων, διαφθείρειν, ή κατατέμνειν, ή τοις βιβλιοκαπήλοις, ή τοις λεγομένοις μυρεψοίς, ή άλλω τινί των απάντων προς αφανισμόν εκδιδόναι• ει μη τι άρα τέλεον, είτε υπό σητών, ή ύδατος, ή ετέρω τρόπω αχρειωθή. Ο δε τι τοιούτο ποιείν από του νυν αλισκόμενος, επί ενιαυτόν αφοριζέσθω. Ομοίως και ο τας τοιαύτας βίβλους ωνούμενος• ει μήτε αυτός ταύτας κατέχει προς οικείαν ωφέλειαν, μήτε ετέρω προς ευεργεσίαν και το διανείμαι αποδοίη, αλλά ταύτα διαφθείρειν επιχειρήσοι, αφοριζέσθω.

Κανών ΞΘ'
Μη εξέστω τινί των απάντων εν λαϊκοίς τελούντι, ένδον ιερού εισιέναι θυσιαστηρίου• μηδαμώς επί τούτο της βασιλικής ειργομένης εξουσίας και αυθεντίας, ηνίκα αν βουληθείη προσάξαι δώρα τω πλάσαντι, κατά τινα αρχαιοτάτην παράδοσιν.

Κανών Ο'
Μη εξέστω ταις γυναιξίν εν τω καιρώ της θείας λειτουργίας λαλείν• αλλά κατά την φωνήν Παύλου του Αποστόλου, σιγάτωσαν• ου γαρ επιτέτραπται αυταίς λαλείν, αλλ' υποτάττεσθαι, καθώς και ο νόμος λέγει• ει δε τι μαθείν θέλουσιν, εν οίκω τους ιδίους άνδρας επερωτάτωσαν.

Κανών ΟΑ'
Τούς διδασκομένους τους πολιτικούς νόμους, μη δείν τοις Ελληνικοίς έθεσι κεχρήσθαι, μήτε μην επί θεάτρων ενάγεσθαι, ή τας λεγομένας κυλίστρας επιτελείν, ή παρά την κοινήν χρήσιν στολάς εαυτοίς περιτιθέναι. Μήτε καθ' ον καιρόν των μαθημάτων ενάρχονται, ή προς το τέλος αυτών καταντώσιν, ή, καθόλου φάναι, δια μέσου της τοιαύτης παιδεύσεως, ει δε τις από του νυν τούτο πράξαι τολμήσοι, αφοριζέσθω.

Κανών ΟΒ'
Μη εξέστω ορθόδοξον άνδρα αιρετική συνάπτεσθαι γυναικί, μήτε μην αιρετικώ ανδρί γυναίκα ορθόδοξον συζεύγνυσθαι• αλλ' ει και φανείη τι τοιούτον υπό τινος των απάντων γινόμενον, άκυρον ηγείσθαι τον γάμον, και το άθεσμον διαλύεσθαι συνοικέσιον• ου γαρ χρή τα άμικτα μιγνύναι, ουδέ τω προβάτω τον λύκον συμπλέκεσθαι, και τη του Χριστού μερίδι τον των αμαρτωλών κλήρον• ει δε παραβή τις τα παρ' ημών ορισθέντα, αφοριζέσθω. Ει δε τινες, έτι εν τη απιστία τυγχάνοντες, και ούπω τη των ορθοδόξων εγκαταλεγέντες ποίμνη, αλλήλοις γάμω νομίμω ηρμόσθησαν, είτα ο μεν, το καλόν εκλεξάμενος, τω φωτί της αληθείας προσέδραμεν, ο δε, υπό του της πλάνης κατεσχέθη δεσμού• μη προς τας θείας ακτίνας ατενίσαι ελόμενος, (ευδοκεί δε τω πιστώ η άπιστος συνοικείν, ή το έμπαλιν, ο άπιστος τη πιστή), μη χωριζέσθωσαν, κατά τον θείον Απόστολον• ηγίασται γαρ ο άπιστος ανήρ εν τη γυναικί, και ηγίασται η άπιστος γυνή εν τω ανδρί.

Κανών ΟΓ'
Του ζωοποιού σταυρού δείξαντος ημίν το σωτήριον, πάσαν σπουδήν ημάς τιθέναι χρή, του τιμήν την αξίαν αποδιδόναι τω δι' ου σεσώσμεθα του παλαιού πτώματος. Όθεν και νώ και λόγω, και αισθήσει, την προσκύνησιν αυτώ απονέμοντες, τους εν τω εδάφει του σταυρού τύπους υπό τινων κατασκευαζομένους, εξαφανίζεσθαι παντοίως προστάσσομεν, ως αν μη τη των βαδιζόντων καταπατήσει το της νίκης ημίν τρόπαιον εξυβρίζοιτο. Τούς ουν από του νυν του σταυρού τύπον επί εδάφους κατασκευάζοντας, ορίζομεν αφορίζεσθαι.

Κανών ΟΔ'
Ότι ου δεί εν τοις Κυριακοίς, ή εν ταις εκκλησίαις, τας λεγομένας αγάπας ποιείν, και ένδον εν τω οίκω εσθίειν, και ακούβιτα στρωννύειν. Οι δε τούτο ποιείν τολμώντες, ή παυσάσθωσαν, ή αφοριζέσθωσαν.

Κανών ΟΕ'
Τούς επί τω ψάλλειν εν ταις εκκλησίαις παραγινομένους, βουλόμεθα μήτε βοαίς ατάκτοις κεχρήσθαι, και την φύσιν προς κραυγήν εκβιάζεσθαι, μήτε τι επιλέγειν των μη τη εκκλησία αρμοδίων τε και οικείων• αλλά μετά πολλής προσοχής και κατανύξεως, τας ψαλμωδίας προσάγειν τω των κρυπτών εφόρω Θεώ. Ευλαβείς γαρ έσεσθαι τους υιούς Ισραήλ το ιερόν εδίδαξε λόγιον.

Κανών ΟΣΤ'
Ότι ου χρή ένδον των ιερών περιβόλων καπηλείον, ή τα δια βρωμάτων είδη προτιθέναι, ή ετέρας πράσεις ποιείσθαι, το σεβάσμιον της εκκλησίας φυλάσσοντας. Ο γαρ Σωτήρ ημών και Θεός, δια της εν σαρκί πολιτείας παιδαγωγών ημάς, μη ποιείν τον οίκον του Πατρός αυτού εμπορίου οίκον παρεκευλεύσατο• ος και των κολλυβιστών το κέρμα εξέχεε, και τους το ιερόν κοινοποιούντας απήλασεν. Ει τις ουν επί τω προκειμένω αλώ πλημμελήματι, αφοριζέσθω.

Κανών ΟΖ'
Ότι ου δεί ιερατικούς, ή κληρικούς, ή ασκητάς, εν βαλανείω μετά γυναικών απολούεσθαι• ουδέ πάντα Χριστιανόν λαϊκόν• αύτη γαρ πρώτη κατάγνωσις παρά τοις έθνεσιν. Ει δε τις επί τούτω φωραθείη, ει μεν κληρικός είη, καθαιρείσθω• ει δε λαϊκός, αφοριζέσθω.

Κανών ΟΗ'
Ότι δεί τους φωτιζομένους την πίστιν εκμανθάνειν, και τη πέμπτη της εβδομάδος απαγγέλλειν τω επισκόπω, ή τοις πρεσβυτέροις.

Κανών ΟΘ'
Αλόχευτον τον εκ της Παρθένου θείον τόκον ομολογούντες, ως και ασπόρως συστάντα, και παντί τω ποιμνίω κηρύσσοντες, τους εξ αγνοίας πράττοντάς τι των ου δεόντων, διορθώσει καθυποβάλλομεν. Όθεν, επειδή τινες μετά την ημέραν της αγίας του Χριστού του Θεού ημών γεννήσεως, δείκνυνται σεμίδαλιν έψοντες, και ταύτης αλλήλοις μεταδιδόντες, προφάσει τιμής δήθεν λοχείων της αχράντου Παρθενομήτορος, ορίζομεν, μηδέν τοιούτον υπό των πιστών τελείσθαι. Ου γαρ τιμή γε τούτο τη Παρθένω, τη υπέρ νουν και λόγον τον αχώρητον τεκούση Λόγον σαρκί, εκ των κοινών τε και καθ' ημάς τα κατά τον αφραστον αυτής τόκον ορίζειν και υπογράφειν. Ει τις ουν από του νυν πράττων τοιούτόν τι φωραθείη, ει μεν κληρικός είη, καθαιρείσθω• ει δε λαϊκός, αφοριζέσθω.

Κανών Π'
Ει τις επίσκοπος, ή πρεσβύτερος, ή διάκονος, ή των εν τω κλήρω καταλεγομένων, ή λαϊκός, μηδεμίαν ανάγκην βαρυτέραν έχοι, ή πράγμα δυσχερές, ώστε επί πλείστον απολείπεσθαι της αυτού εκκλησίας, αλλ' εν πόλει διάγων, τρεις Κυριακάς ημέρας εν τρισίν εβδομάσι μη συνέρχοιτο, ει μεν κληρικός είη, καθαιρείσθω• ει δε λαϊκός, αποκινείσθω της κοινωνίας.

Κανών ΠΑ'
Επειδή περ εν τισι χώραις μεμαθήκαμεν, εν τω τρισαγίω ύμνω, εν προσθήκης μέρει εκφωνείσθαι μετά το, Άγιος αθάνατος, το, Ο σταυρωθείς δι' ημάς, ελέησον ημάς• τούτό τε υπό των πάλαι αγίων Πατέρων, ως της ευσεβείας αλλότριον, εκ του τοιούτου απηλάθη ύμνου, συν τω την τοιαύτην φωνήν καινουργήσαντι παρανόμω αιρετικώ• και ημείς κυρούντες τα παρά των αγίων Πατέρων ημών πριν ευσεβώς θεσμοθετηθέντα, αναθεματίζομεν τους έτι μετά τον παρόντα όρον παραδεχομένους την τοιαύτην φωνήν επ' εκκλησίαις, ή άλλως πως τω τρισαγίω ύμνω συνάπτοντας. Και ει μεν ιερατικός εστιν ο παραβάτης των ορισθέντων, απογυμνούσθαι τούτον της ιερατικής αξίας προστάσσομεν• ει δε λαϊκός, ή μοναχός, αφορίζεσθαι.

Κανών ΠΒ'
Εν τισι των σεπτών εικόνων γραφαίς, αμνός δακτύλω του Προδρόμου δεικνύμενος εγχαράττεται, ος εις τύπον παρελήφθη της χάριτος, τον αληθινόν ημίν δια νόμου προϋποφαίνων αμνόν Χριστόν τον Θεόν ημών. Τούς ουν παλαιούς τύπους, και τας σκιάς, ως της αληθείας σύμβολά τε και προχαράγματα, τη εκκλησία παραδεδομένους κατασπαζόμενοι, την χάριν προτιμώμεν, και την αλήθειαν, ως πλήρωμα νόμου ταύτην υποδεξάμενοι. Ως αν ουν το τέλειον καν ταις χρωματουργίαις, εν ταις απάντων όψεσιν υπογράφηται, τον του αίροντος, την αμαρτίαν του κόσμου αμνού, Χριστού του Θεού ημών, κατά τον ανθρώπινον χαρακτήρα και εν ταις εικόσιν από του νυν, αντί του παλαιού αμνού, αναστηλούσθαι ορίζομεν• δι' αυτού το της ταπεινώσεως ύψος του Θεού Λόγου κατανοούντες, και προς μνήμην της εν σαρκί πολιτείας, του τε πάθους αυτού και του σωτηρίου θανάτου, χειραγωγούμενοι, και της εντεύθεν γενομένης τω κόσμω απολυτρώσεως.

Κανών ΠΓ'
Μηδείς τοις σώμασι των τελευτησάντων της ευχαριστίας μεταδιδότω. Γέγραπται γαρ• Λάβετε, φάγετε• τα δε των νεκρών σώματα, ουδέ λαβείν δύναται, ουδέ φαγείν.

Κανών ΠΔ'
Τοις κανονικοίς των Πατέρων θεσμοίς κατακολουθούντες, ορίζομεν και περί των νηπίων• οσάκις μη ευρίσκωνται βέβαιοι μάρτυρες, οι ταύτα αναμφιβόλως βαπτισθέντα είναι λέγοντες, και ουδέ αυτά δια την κείραν περί της παραδοθείσης αυτοίς μυσταγωγίας αποκρίνασθαι επιτηδείως έχωσι, χωρίς τινος προσκόμματος οφείλειν ταύτα βαπτίζεσθαι• μη ποτε ο τοιούτος δισταγμός αποστερήση αυτά της τοιαύτης του αγιασμού καθάρσεως.

Κανών ΠΕ'
Επί δύο, ή τριών μαρτύρων βεβαιούσθαι παν ρήμα, γραψικώς παρελάβομεν. Τούς ουν υπό των οικείων δεσποτών ελευθερουμένους δούλους, επί τρισί μάρτυσι της τοιαύτης τιμής απολαύειν διοριζόμεθα οί το κύρος παρόντες τη ελευθερία προσοίσουσι, και το πιστόν εξ εαυτών τοις γενομένοις παρέξουσιν.

Κανών ΠΣΤ'
Τούς επί ψυχών ολίσθω πόρνας επισυνάγοντας, και εκτρέφοντας, ει μεν κληρικοί είεν, αφορίζεσθαι, και καθαιρείσθαι ορίζομεν• ει δε λαϊκοί, αφορίζεσθαι.

Κανών ΠΖ'
Η τον άνδρα καταλιπούσα μοιχαλίς εστιν, ει επ' άλλον ήλθε, κατά τον ιερόν και θείον Βασίλειον, εκ της Ιερεμίου προφητείας άριστα τούτο αναλεξάμενον• ότι, Εάν γένηται γυνή ανδρί ετέρω, ουκ επιστρέψει προς τον άνδρα αυτής, αλλά μιαινομένη μιανθήσεται• και πάλιν• Ο έχων μοιχαλίδα, άφρων και ασεβής. Ει ουν φανή του ανδρός αλόγως αναχωρήσασα, ο μεν συγγνώμης εστίν άξιος, η δε επιτιμίων. Η δε συγγνώμη τούτω προς το κοινωνείν τη εκκλησία δοθήσεται. Ο μέντοι καταλιμπάνων την νομίμως συναφθείσαν αυτώ γυναίκα, και ετέραν αγόμενος, κατά την του Κυρίου απόφασιν, τω της μοιχείας υπόκειται κρίματι. Κεκανόνισται δε παρά των Πατέρων ημών, τους τοιούτους ενιαυτόν προσκλαίειν, διετίαν επακροάσθαι, τριετίαν υποπίπτειν, και τω εβδόμω συνίστασθαι τοις πιοτοίς, και ούτω της προσφοράς καταξιούσθαι, εάν δη μετά δακρύων μετανοήσωσιν.

Κανών ΠΗ'
Μηδείς ένδον ιερού ναού κτήνος το οιονούν εισαγέτω• εκτός ειμή τις οδοιπορών, μεγίστης καταλαβούσης ανάγκης, οικίστου και καταγωγής απορών, εν τω τοιούτω καταλύσει ναώ. Δια γαρ το μη το κτήνος ένδον εισενεχθήναι, αυτό μεν, έστιν ότε, διαφθαρήσεται• ο δε, τη του υποζυγίου αποβολή, και τω εντεύθεν απόρως έχειν της επί την οδοιπορίαν ορμής, θανάτου κινδύνω παραδοθήσεται• το γαρ σάββατον δια τον άνθρωπον γενέσθαι εκδιδασκόμεθα• ώστε δια πάντων προτιμητέαν ηγείσθαι την του ανθρώπου σωτηρίαν τε και απάθειαν. Ει δε τις φωραθείη χωρίς ανάγκης, ως είρηται, κτήνος εισάγων εν ιερώ, ει μεν κληρικός είη, καθαιρείσθω• ει δε λαϊκός, αφοριζέσθω.

Κανών ΠΘ'
Τάς του σωτηρίου πάθους ημέρας, εν νηστεία, και προσευχή, και κατανύξει καρδίας επιτελούντας, χρή τους πιστούς περί μέσας της περί το μέγα σάββατον νυκτός ώρας απονηστίζεσθαι, των θείων Ευαγγελιστών Ματθαίου και Λουκά, του μεν, δια του, Οψέ σαββάτων ρήματος• του δε, δια του Όρθρου βαθέος, την βραδύτητα της νυκτός υπογραφόντων.

Κανών Κ'
Ταις Κυριακαίς μη γόνυ κλίνειν εκ των θεοφόρων ημών Πατέρων κανονικώς παρελάβομεν, την του Χριστού τιμώντες ανάστασιν. Ως αν ουν μη αγνοώμεν το σαφές της τούτου παρατηρήσεως, δήλον τοις πιστοίς καθιστώμεν, ώστε μετά την εν τω σαββάτω εσπερινήν των ιερωμένων προς το θυσιαστήριον είσοδον, κατά το κρατούν έθος, μηδένα γόνυ κλίνειν μέχρι της εφεξής κατά την Κυριακήν εσπέρας• καθ' ην μετά την εν τω λυχνικώ είσοδον αύθις τα γόνατα κάμπτοντες, ούτω τας ευχάς τω Κυρίω προσάγομεν. Της γαρ του Σωτήρος ημών εγέρσεως πρόδρομον την μετά το σάββατον νύκτα παραλαμβάνοντες, των ύμνων εντεύθεν πνευματικώς απαρχόμεθα, εις φως εκ σκότους την εορτήν καταλήγοντες, ως εν ολοκλήρω εντεύθεν νυκτί και ημέρα πανηνυρίζειν ημάς την ανάστασιν.

Κανών Κ Α'
Τάς τα αμβλωθρίδια διδούσας φάρμακα, και τας δεχομένας τα εμβρυοκτόνα δηλητήρια, τω του φονέως επιτιμίω καθυποβάλλομεν.

Κανών Κ Β'
Τούς αρπάζοντας γυναίκας επ' ονόματι συνοικεσίου, ή συμπράττοντας, ή συναιρομένους τοις αρπάζουσιν, ώρισεν η αγία σύνοδος, ει μεν κληρικοί είεν, εκπίπτειν του οικείου βαθμού• ει δε λαϊκοί, αναθεματίζεσθαι.

Κανών Κ Γ'
Η αναχωρήσαντος του ανδρός, και αφανούς όντος, προ του πεισθήναι περί του θανάτου αυτού, ετέρω συνοικούσα, μοιχάται. Ωσαύτως και στρατιώτιδες, αι, των ανδρών αφανών όντων, γαμηθείσαι, τω αυτώ υπόκεινται λόγω• ώσπερ και αι δια την αποδημίαν του ανδρός μη αναμείνασαι την επάνοδον. Πλήν έχει τινά συγγνώμην το πράγμα ενταύθα, δια το μάλλον προς θάνατον είναι την υπόνοιαν. Η δε τω καταλειφθέντι προς καιρόν παρά της γυναικός, κατ' άγνοιαν γημαμένη, είτα αφεθείσα, δια το επανελθείν προς αυτόν την προτέραν, επόρνευσε μεν, εν αγνοία δε• γάμου ουν ουκ ειρχθήσεται• κάλλιον δε, εάν μείνη ούτως. Ει δε γε ο στρατιώτης επανέλθοι χρόνω ποτέ, ου η γυνή δια την επί πολύ εκείνου απόλειψιν ετέρω συνήφθη ανδρί, ούτος, ει προαιρείται, την οικείαν αύθις απολαβέτω γυναίκα, συγγνώμης αυτή επί τη αγνοία διδομένης, και τω ταύτην εισοικισαμένω κατά δεύτερον γάμον ανδρί.

Κανών Κ Δ'
Τούς ομνύοντας όρκους ελληνικούς, ο κανών επιτιμίοις καθυποβάλλει• και ημείς τούτους αφορισμόν ορίζομεν.

Κανών Κ Ε'
Τούς προστιθεμένους τη ορθοδοξία, και τη μερίδι των σωζομένων από αιρετικών, δεχόμεθα κατά την υποτεταγμένην ακολουθίαν τε και συνήθειαν. Αρειανούς μεν και Μακεδονιανούς, και Ναυατιανούς, τους λέγοντας εαυτούς Καθαρούς και Αριστερούς, και τους Τεσσαρακαιδεκατίτας, ήγουν Τετραδίτας, και Απολλιναριστάς, δεχόμεθα, διδόντας λιβέλλους, και αναθεματίζοντας πάσαν αίρεσιν μη φρονούσαν, ως φρονεί η αγία του Θεού καθολική και αποστολική εκκλησία, σφραγιζομένους, ήτοι χρισμένους πρώτον τω αγίω μύρω, το μέτωπον, και τους οφθαλμούς, και τας ρίνας, και το στόμα, και τα ώτα, και, σφραγίζοντες αυτούς, λέγομεν• Σφραγίς δωρεάς Πνεύματος αγίου. Περί δε των παυλιανισάντων, είτα προσφυγόντων τη καθολική εκκλησία, όρος εκτέθειται, αναβαπτίζεσθαι αυτούς εξάπαντος. Ευνομιανούς μέντοι, τους εις μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους, και Μοντανιστάς, τους ενταύθα λεγομένους Φρύγας, και Σαβελλιανούς, τους υιοπατορίαν δοξάζοντας, και έτερά τινα χαλεπά ποιούντας, και πάσας τας άλλας αιρέσεις, επεί πολλοί εισιν ενταύθα, μάλιστα οι από των Γαλατών χώρας ερχόμενοι, πάντας τους απ' αυτών θέλοντας προστίθεσθαι τη ορθοδοξία, ως Έλληνας δεχόμεθα• και την πρώτην ημέραν ποιούμεν αυτούς Χριστιανούς• την δε δευτέραν, κατηχουμένους• είτα την τρίτην, εξορκίζομεν μετά του εμφυσάν τρίτον εις το πρόσωπον, και εις τα ώτα, και ούτω κατηχούμεν αυτούς, και ποιούμεν χρονίζειν εν τη εκκλησία, και ακροάσθαι των Γραφών, και τότε αυτούς βαπτίζομεν. Και τους Μανιχαίους δε, και τους Ουαλεντινιανούς, και Μαρκιωνιστάς, και τους εκ των ομοίων αιρέσεων προσερχομένους, ως Έλληνας δεχόμενοι, αναβαπτίζομεν• Νεστοριανούς δε, και Ευτυχιανιστάς, και Σεβηριανούς, και τους εκ των ομοίων αιρέσεων χρή ποιείν λιβέλλους, και αναθεματίζειν την αίρεσιν αυτών, και Νεστόριον, και Ευτυχέα, και Διόσκορον, και Σεβήρον• και τους λοιπούς εξάρχους των τοιούτων αιρέσεων, και τους φρονούντας τα αυτών, και πάσας τας προαναφερομένας αιρέσεις, και ούτω μεταλαμβάνειν της αγίας κοινωνίας.

Κανών Κ ΣΤ'
Οι τον Χριστόν δια του βαπτίσματος ενδυσάμενοι, την εν σαρκί αυτού πολιτείαν μιμείσθαι καθωμολόγησαν. Τούς ουν τας εν τη κεφαλή τρίχας προς λύμην των ορώντων εν επινοίαις εμπλοκής ευθετίζοντας, και διασκευάζοντας, και δέλεαρ προτιθέντας εντεύθεν ταις αστηρίκτοις ψυχαίς, επιτιμίω προσφόρω πατρικώς θεραπεύομεν, παιδαγωγούντες αυτούς, και σωφρόνως βιούν εκδιδάσκοντες, προς το αφέντας την εκ της ύλης απάτην και ματαιότητα, προς την ανώλεθρον και μακαρίαν ζωήν τον νουν μετάγειν διηνεκώς, και εν φόβω αγνήν έχειν αναστροφήν, και Θεώ πλησιάζειν, κατά το εφικτόν, δια της εν βίω καθάρσεως, και τον ένδον, ή τον έξω άνθρωπον μάλλον κοσμείν αρεταίς και χρηστοίς και αμώμοις τοις ήθεσιν• ώστε μηδέν λείψανον φέρειν εν εαυτοίς της του εναντίου σκαιότητος. Ει δε τις παρά τον παρόντα κανόνα διαγίνοιτο, αφοριζέσθω.

Κανών Κ Ζ'
Τούς ή γαμετή συνοικούντας, ή άλλως αδιακρίτως τους ιερούς τόπους κοινοποιούντας, και καταφρονητικώς περί αυτούς έχοντας, και ούτως εν αυτοίς καταμένοντας, και εκ των εν τοις σεβασμίοις ναοίς κατηχουμένων εξωθείσθαι προστάσσομεν. Ει δε τις μη τούτο παραφυλάξοι, ει μεν κληρικός είη, καθαιρείσθω• ει δε λαϊκός, αφοριζέσθω.

Κανών Κ Η'
Ο ετέρω μνηστευθείσαν γυναίκα, έτι του μνηστευσαμένου ζώντος, προς γάμου κοινωνίαν αγόμενος, τω της μοιχείας υποκείσθω εγκλήματι.

Κανών Κ Θ'
Και τούτο δε εν τη Αρμενίων χώρα γίνεσθαι μεμαθήκαμεν• ως τινες ένδον εν τοις ιεροίς θυσιαστηρίοις μέλη κρεών έψοντες, προσάγουσιν, αφαιρέματα τοις ιερεύσιν Ιουδαϊκώς απονέμοντες. Όθεν το της εκκλησίας φυλάττοντες ακηλίδωτον, ορίζομεν, μη εξείναί τινι των ιερέων αφωρισμένα κρεών μέλη παρά των προσαγόντων λαμβάνειν, αλλ' οίς αρεσθή ο προσάγων, τούτοις αρκείσθωσαν, έξω της εκκλησίας της τοιαύτης γινομένης προσαγωγής. Ει δε τις μη τούτο ούτω ποιή, αφοριζέσθω.

Κανών Ρ'
Οι οφθαλμοί σου ορθά βλεπέτωσαν• και, Πάση φυλακή τήρει σήν καρδίαν, η Σοφία διακελεύεται• ραδίως γαρ τα εαυτών επί την ψυχήν αι του σώματος αισθήσεις εισκρίνουσι. Τάς ουν την όρασιν καταγοητευούσας γραφάς, είτε εν πίναξιν, είτε άλλως πως ανατεθειμένας, και τον νουν διαφθειρούσας, και κινούσας προς τα των αισχρών ηδονών υπεκκαύματα, ουδαμώς από του νυν οιωδήποτε τρόπω προστάσσομεν εγχαράττεσθαι• ει δε τις τούτο πράττειν επιχειρήσοι, αφοριζέσθω.

Κανών ΡΑ'
Σώμα Χριστού, και ναόν, τον κατ' εικόνα Θεού κτισθέντα άνθρωπον, ο θείος Απόστολος μεγαλοφώνως αποκαλεί. Πάσης ουν αισθητής κτίσεως υπερκείμενος ο τω σωτηρίω πάθει του ουρανίου τυχών αξιώματος, εσθίων και πίνων Χριστόν, προς ζωήν δια παντός μεθαρμόζεται την αΐδιον, ψυχήν και σώμα τη μεθέξει της θείας αγιαζόμενος χάριτος• ώστε, ει τις του αχράντου σώματος μετασχείν εν τω της συνάξεως βουληθείη καιρώ, και εν προς αυτό τη μετουσία γενέσθαι, τας χείρας σχηματίζων εις τύπον σταυρού, ούτω προσίτω και δεχέσθω την κοινωνίαν της χάριτος. Τούς γαρ εκ χρυσού, ή άλλης ύλης, αντί χειρός, τινά δοχεία κατασκευάζοντας προς την του θείου δώρου υποδοχήν, και δι' αυτών της αχράντου κοινωνίας αξιουμένους, ουδαμώς προσιέμεθα, ως προτιμώντας της του Θεού εικόνος την άψυχον ύλην και υποχείριον. Ει δε τις αλώ της αχράντου κοινωνίας μεταδιδούς τοις τα τοιαύτα δοχεία προσφέρουσι, και αυτός αφοριζέσθω, και ο ταύτα επιφερόμενος.

Κανών ΡΒ'
Δεί δε τους εξουσίαν λύειν και δεσμείν παρά Θεού λαβόντας, σκοπείν την της αμαρτίας ποιότητα, και την του ημαρτηκότος προς επιστροφήν ετοιμότητα, και ούτω κατάλληλον την θεραπείαν προσάγειν τω αρωστήματι, ίνα μη, τη αμετρία καθ' εκάτερον χρώμενος, αποσφαλείη προς την σωτηρίαν του κάμνοντας. Ου γαρ απλή της αμαρτίας η νόσος, αλλά ποικίλη και πολυειδής, και πολλάς της βλάβης τας παραφυάδας βλαστάνουσα, εξ ων το κακόν επί πολύ διαχείται, και πρόσω βαίνει, μέχρις αν σταίη τη δυνάμει του θεραπεύοντος. Ώστε τον την ιατρικήν εν Πνεύματι επιστήμην επιδεικνύμενον, πρότερον χρή την του ημαρτηκότος διάθεσιν επισκέπτεσθαι, και είτε προς την υγείαν νεύει, ή τουναντίον, δια των οικείων τρόπων προσκαλείται καθ' εαυτού το αρώστημα, εφοράν, όπως τε της εν τω μεταξύ προνοείται αναστροφής, και ει μη τω τεχνίτη αντιπαλαίει, και το της ψυχής έλκος δια της των επιτιθεμένων φαρμάκων αυξάνει προσαγωγής, και ούτω τον έλεον κατ' αξίαν επιμετρείν. Πας γαρ λόγος Θεώ και τω την ποιμαντικήν εγχειρισθέντι ηγεμονίαν, το πλανώμενον πρόβατον επαναγαγείν, και τρωθέν υπό του όφεως εξιάσασθαι, και μήτε κατά κρημνών ωθήσαι της απογνώσεως, μήτε τον χαλινόν υπενδούναι προς την του βίου έκλυσίν τε και καταφρόνησιν• αλλ' ενί γε τρόπω πάντως, είτε δια των αυστηροτέρων τε και στυφόντων, είτε δια των απαλωτέρων τε και πραοτέρων φαρμάκων, κατά του πάθους στήναι, και προς συνούλωσιν του έλκους ανταγωνίσασθαι, τους της μετανοίας καρπούς δοκιμάζοντι, και οικονομούντι σοφώς τον προς την άνω λαμπροφορίαν καλούμενον άνθρωπον. Αμφότερα τοίνυνειδέναι ημάς χρή, και τα της ακριβείας, και τα της συνηθείας• έπεσθαι δε, επί των μη καταδεξαμένων την ακρότητα, τω παραδοθέντι τύπω, καθώς ο ιερός ημάς εκδιδάσκει Βασίλειος.


Πηγή: http://www.egolpion.com/pen8ekth_sunodos.el.aspx

ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

θΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ / ΔΙΑΦΟΡΑ

ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

1Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η εισήγηση του π. Νεκτάριου Κουτρουμάνη στο τελετουργικό σεμινάριο της Ιεράς Μητροπόλεως καισιαριάνης με θέμα «ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ».

Αναλυτικά αναφέρει:

 Η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι ένα μεγάλο μυστήριο: Aπροσδιόριστο και ανερμήνευτο με τόσες ιδιαίτερες εκφράσεις όσες και τα πρόσωπα που θα γεννηθούν έως το τέλος της Ιστορίας. O άνθρωπος είναι ταυτόχρονα ελεύθερος αλλά και  περιορισμένος και αυτό διότι η ζωή μας οριοθετεί, «κανονίζει», περιορίζει τις πράξεις πέρα από την βούληση μας. Οι Κανόνες είναι μια «φυσική» εμπειρία, ένα κοινό πανανθρώπινο βίωμα. Υπάρχουν παντού γύρω μας: Στις ανθρώπινες σχέσεις, στην Επιστήμη, επομένως και μέσα στην Εκκλησία.
Α. Ορισμός και σκοπιμότητα των Κανόνων στο σώμα της Εκκλησίας

Οι Κανόνες αποτελούν τα αναγκαία πλαίσια που ορίζουν τις σχέσεις των ανθρώπων. Συγκροτούν την κοινωνία. Δεν είναι νομικοί κανονισμοί, αλλά εφαρμογές των δογμάτων της Εκκλησίας.[1] Οι Κανόνες διαφέρουν ουσιαστικά από τους κοσμικούς νόμους διότι οδηγούν τον άνθρωπο στην πνευματική ωρίμανση και στην εσωτερική ελευθερία από τα πάθη, στην κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό και τους συνανθρώπους του. Δίκαιο ονομάζεται το σύνολο των υποχρεωτικών και εξαναγκαστικών Kανόνων οι οποίοι ρυθμίζουν την ανθρώπινη θέληση, την κοινωνική ζωή κατά τρόπο «ετερόνομο», «επιτακτικό» και «εξαναγκαστικό». Συνεπώς το δίκαιο δεν προέρχεται από την ατομική θέληση των επιμέρους ατόμων αλλά επιβάλλεται  συνήθως εξωτερικά (ετερόνομος ρύθμιση), επιτάσσοντας και καθορίζοντας τι δύναται και τι πρέπει ή τι δεν δύναται και τι δεν πρέπει να πράττουν χωρίς ωστόσο να ζητεί τη συγκατάθεσή τους (επιτακτική ρύθμιση), επιβάλλοντας όμως στους μη συμμορφούμενους κυρώσεις (εξαναγκασμός). Η Θεολογία και η πνευματική ζωή έχουν και εκείνες τους δικούς τους Κανόνες, το Εκκλησιαστικό Δίκαιο που οδηγεί συγκροτημένα τα μέλη της Εκκλησίας στον στόχο της «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνότητας».[2]

  Η σωτηρία επιτελείται μέσα σε έναν συγκεκριμένο χώρο, στην Ενορία και με συγκεκριμένα μέσα/τρόπους, με τα Ιερά της Μυστήρια και με την πνευματική άσκηση, την ανακαίνιση των μελλών της. Συνεπώς τα πάντα κανονίζονται, οριοθετούνται.

  Μέσα στην Εκκλησία η ανθρώπινη θέληση περί-ορίζεται: «κανονίζεται», ως πορεία ασκήσεως, καθάρσεως από τον ναρκισσισμό. Με τους Ι. Κανόνες η θέληση εκτρέπεται από τον εγωισμό, στην συνύπαρξη: Στην πνευματική ζωή η προτεραιότητα δίνεται στην ένωση στο Σώμα του Χριστού, στην Ευχαριστιακή Σύναξη. Οι Κανόνες είναι μια δοκιμασμένη από τους παλαιοτέρους εμπειρία κοινής ζωής.
  Κανόνας, σημαίνει την ξύλινη ράβδο, τον χάρακα, τον οποίο μεταχειριζόμαστε, για να σύρουμε μία ευθεία γραμμή, ή αντιθέτως, για να ελέγξουμε την ευθύτητα μιας γραμμής. Μεταφορικώς κανόνας λέγεται και κάθε ορισμός, ή νόμος, κάθε τι πού χρησιμεύει ως πρότυπο και οδηγός για την ορθή εκτέλεση ή αντιμετώπιση μιας πράξεως, μιας καταστάσεως, ή αντιθέτως ως κριτήριο για να ελέγχουμε «την ευθύτητα», την ορθότητα, αυτής της πράξεως.[3]



Β. Κύρος, Λειτουργικότητα και διαβάθμιση των Ι. Κανόνων

  Οι Κανόνες της Εκκλησίας υποδεικνύουν το ορθό. Αυτό συμβαίνει, γιατί οι Ι. Κανόνες:
α) Στηρίζονται στη θεόπνευστη Αγία Γραφή και στην αυθεντική αποστολική παράδοση και
β) Θεσπίσθηκαν η επικυρώθηκαν (εγκρίθηκαν) από την Εκκλησία και μάλιστα με Οικουμενικές Συνόδους πού εκφράζουν το αλάθητο της Εκκλησίας.


  Στο σημείο αυτό οφείλουμε να εξηγήσουμε, ότι οι Ι. Κανόνες  που καθιερώθηκαν ή επικυρώθηκαν από κάποια από τις επτά Οικουμενικές Συνόδους, έχουν αυξημένη αυθεντία και κύρος γιατί η εκάστοτε ιστορικά Οικουμενική Σύνοδος, αποτελεί το στόμα της Εκκλησίας, το όργανο εκφράσεως της καθόλου Εκκλησίας, η οποία «είναι στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α' Τιμ. 3,15). Ο α' Κανόνας της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου διακηρύσσει σχετικώς τα εξής: «Τούτων οὔν ὄντως ὄντων... ἀσπασίως τούς θείους κανόνας ἐνστερνιζόμεθα, καί ὁλόκληρον τήν αὐτῶν διαταγήν καί ἀσάλευτον κρατύνομεν, τῶν ἐκτεθέντων ὑπό τῶν ἁγίων σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος, τῶν πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν τέ ἐξ ἁγίων, οἰκουμενικῶν συνόδων, καί τῶν τοπικῶς συναθροισθεισῶν ἐπί ἐκδόσει διαταγμάτων, καί τῶν ἁγίων Πατέρων ἠμῶν. Ἐξ ἑνός γάρ ἅπαντες καί τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες ὤρισαν τά συμφέροντα». Σύμφωνα δηλαδή με τη μαρτυρία αύτη οι Ιερόί Κανόνες είναι θείοι, γιατί θεσπίστηκαν με το φωτισμό και με την επιστασία τού Άγ.  Πνεύματος.[4]

Ο β΄Κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου  προσδιορίζει ονομαστικά ποιοι Ι. Κανόνες μπορούν να θεωρούνται ως καθολικού κύρους Κανόνες της Εκκλησίας. Μπορούμε επομένως να διαχωρίσουμε τους Εκκλησιαστικούς Κανόνες σε δύο κατηγορίες: Σε αυτούς που επικυρώθηκαν ή θεσπίστηκαν από κάποια Οικουμενική Σύνοδο και αποτελούν βασική πηγή Κανονικού δικαίου και σε εκείνους οι οποίοι θεσπίσθηκαν από Τοπικές Συνόδους και από Πατέρες της Εκκλησίας χωρίς όμως να επικυρωθούν από κάποια Οικουμενική Σύνοδο και οι οποίοι χρησιμοποιούνται ως δευτερεύουσες και βοηθητικές πηγές Κανονικού Δικαίου.[5]   Εξαιρετικά δε οι δογματικοί Όροι των Επτά Οικουμενικών Συνόδων είναι κείμενα θεόπνευστα, δηλαδή απαρασάλευτα, απαραχάρακτα και αδιαπραγμάτευτα που αφορούν άμεσα στην σωτηρία μας.

Με το πέρασμα των αιώνων κάθε τοπική Εκκλησία ή μεμονωμένοι επίσκοποι ήλθαν αντιμέτωποι με πλήθος ζητημάτων και εξέδωσαν ερμηνευτικές προσεγγίσεις σε καθημερινά ηθικά, τελετουργικά και πρακτικά ζητήματα (Ερμηνευτικές εγκύκλιοι, κανονιστικές αποφάσεις κ.α) δηλαδή κείμενα τα οποία έχουν κύρος αλλά δεν είναι επικυρωμένα από την συνολική συνείδηση της Εκκλησίας (δηλαδή σε Οικουμενική Σύνοδο). Ένα παράδειγμα τέτοιων Kανόνων, μη αλάθητων, που δεν επικυρώθηκαν από Οικουμενική Συνοδό, είναι και η περίπτωση των Κανόνων του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη του  Νηστευτή, (ίσως κύρια λόγω σφαλμάτων στα αντίγραφα των χειρογράφων). Ως προς την εφαρμογή των Ιερών Κανόνων, "δύο είδη κυβερνήσεως ευρίσκονται μέσα στη Αγία Εκκλησία, το μεν πρώτον είδος, ονομάζεται Ακρίβεια, το δε άλλο, ονομάζεται Οικονομία, και συγκατάβαση.[6] Με τον όρο Ακρίβεια, αναφερόμαστε στην τήρηση της αυθεντικής εκκλησιαστικής παραδόσεως, με την πιστή αποδοχή και εφαρμογή των δογμάτων της πίστεως και των Κανόνων της τάξεως και ζωής. Σκοπός της ακριβείας δεν είναι άλλος παρά η οικοδομή και η σωτηρία των πιστών.

Η Ακρίβεια αποτελεί το κριτήριο, βάσει του οποίου θα κρίνει κανείς την πίστη, τους λόγους, τις πράξεις και τα βιώματα, είτε τα δικά του είτε των άλλων, ώστε να βρίσκεται διαρκώς, όσο είναι δυνατόν εγγύτερα στο ορθό. Εκτός από την Ακρίβεια της εφαρμογής των Ιερών Κανόνων, η Εκκλησία αναγνωρίζει και την λεγόμενη Οικονομία: Σε περιπτώσεις που η αυστηρή τήρηση ενός Κανόνα, εμποδίζει την σωτηρία, τότε είναι δυνατόν, η Εκκλησία να εξετάσει μήπως η προσωρινή αναστολή του εν λόγω Κανόνα συμβάλλει στην πνευματική πρόοδο του πιστού. Τα "δύο είδη κυβερνήσεως" η Οικονομία και η Ακρίβεια, αποτελούν τις δύο όψεις της ίδιας ποιμαντικής της Εκκλησίας. Η Κανονική παράδοση της Εκκλησίας μας βρίσκεται κωδικοποιημένη σε συλλογές Κανόνων με γνωστότερη σήμερα αυτή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, «το Πηδάλιον».[7]Εκεί οι Επίσκοποι, οι Πρεσβύτεροι, οι Μοναχοί και οι Λαϊκοί κανονίζονται ξεχωριστά και αναλυτικά. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις Θεολογικές και Νομικές Σχολές των Ελληνικών και των ξένων Πανεπιστημίων, το Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας είναι βασικό ως μάθημα, αφού αποτελεί ιστορικά μια αρχική πηγή δικαίου για τις υπόλοιπες νομικές επιστήμες.

Γ. Η «Προσαρμοστικότητα» των Ι. Κανόνων

  Ένα ζήτημα που οφείλει να απασχολεί την σημερινή στρατευομένη Εκκλησία είναι πόσο και με ποιες προσαρμογές μπορούν να εφαρμοστούν σήμερα οι Ι. Κανόνες. Χρειάζεται για παράδειγμα μια «επικαιροποίηση» των Κανόνων; Πολλοί από τους Ι. Κανόνες έχουν εκπέσει σε αχρηστία[8]. Ακόμη έχουμε το φαινόμενο της αντιθέσεως ή και της αλληλο-επικαλύψεως των Κανόνων δηλαδή παρουσιάζεται,  επί του αυτού θέματος και αντικειμένου, να έχουμε περισσότερους του ενός Κανόνες.[9] Τελικά ο Επίσκοπος (σε τοπικό επίπεδο) στην επισκοπή του, καλείται να διαφυλάττει απαραχάρακτους του Κανόνες μέσα στην ζωή του ποιμνίου του.

Δ. Οι Ι. Κανόνες: Μέσα Σωτηρίας ή Μέσα Θανάτου;

Τα δόγματα είναι αλήθεια κι η αλήθεια είναι προορισμένη να βιωθεί. Το δόγμα είναι βίωση της αλήθειας. Κι όπου δεν βιώνεται, έρχεται η Εκκλησία με τους Κανόνες της, να θεραπεύσει τη μη εφαρμογή του δόγματος που είναι η απώλειά μας. Η Εκκλησία χρησιμοποιεί τους Ι. Κανόνες με διάκριση, ως μέσο θεραπείας: Κάθε εξομολογούμενος «κανονίζεται» από τον Πνευματικό με ιδιαίτερο τρόπο. Εάν όμως χρησιμοποιήσουμε τους Κανόνες, στεγνά, εξωτερικά, θα μετατραπούν σε «κανόνια» κατά μια έκφραση του Γέροντος Παισίου. Δίπλα στις άπειρες αγιασμένες συμβουλευτικές κατευθύνσεις των Πνευματικών μας, υπάρχουν και πολλές άστοχες εξομολογήσεις που κατέστρεψαν ψυχικά ανθρώπους.   Το Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας είναι μια πολύτιμη παρακαταθήκη. Εάν όμως χρησιμοποιηθεί αδιάκριτα χωρίς το Άγιο Πνεύμα, μετατρέπει την Εκκλησιαστική ζωή σε κόλαση. Το Σώμα του Χριστού σε δημόσια υπηρεσία.

Σεβασμιώτατε, Αγαπητοί Αδελφοί,

  Σήμερα, μέσα σε μια εποχή συνεχών ανακατατάξεων, οι Κανόνες μπορούν να λειτουργήσουν για τους Ποιμένες ως πηγή εμπνεύσεως. Επισημαίνουμε όμως έναν σύγχρονο διπλό κίνδυνο με την αφενός τυπολατρική τήρηση του γράμματος των Ι. Κανόνων, και την αφετέρου άμετρη χρήση της εκκλησιαστικής Οικονομίας. Και οι δύο ποιμαντικές επιλογές όταν «απολυτοποιηθούν», οδηγούν στην εκ-κοσμίκευση και στην αλλοίωση της ορθής πίστεως.

Ευχόμαστε ο πανάγαθος Θεός να μας χαριτώνει ώστε να ζούμε  με το πνεύμα και γιατί όχι και με το γράμμα των  Κανόνων μακριά από την μιζέρια, τον φόβο μιας ανθρωπόμορφης θρησκευτικότητας που γεμίζει τον άνθρωπο ενοχές και τύψεις. Η Εκκλησία είναι ένα θεραπευτήριο όπου οι Κανόνες αναδεικνύουν, καλλιεργούν την ελεύθερη βούληση, απαλλαγμένη από εγκόσμια δεσμά, προσαρμοσμένη στην Βασιλεία των Ουρανών. Στην αιώνια κοινωνία Θεού και ανθρώπων. Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.


[1] V. Lossky - Μετάφρ. Στ. Πλευράκη, Η μυστική θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1964, σελ. 206. Πρβλ. Κων. Μουρατίδου, Ησυνταγματική κατοχύρωσις των ι. κανόνων, «Κοινωνία», τομ. ΙΖ' (1974), σελ. 150-151.
[2] Διονυσίου μακαριστού Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης (+1998),Η Θεία Λειτουργία Κείμενο – Μετάφραση Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου,Το πρωτότυπο κείμενο με νεοελληνική απόδοση του
Πηγή: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/prayers/service_litourgy_translation.htm
[3] Π. Μπούμη Ομ. Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών, Οι ιεροί και θείοι κανόνες της Εκκλησίας, www.egolpion.net
[4] Ό. π., Π. Μπούμη, Οι ιεροί και θείοι κανόνες……….
[5] Αγ. Νεκταρίου: "Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι" Εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου. Θεσσαλονίκη 1972. σελ. 66)."...αἵ Ἱεραί Σύνοδοι διαιροῦνται εἰς ἐπαρχιακᾶς, τοπικᾶς, αἴτινες ἔχουσι μερικόν κύρος, καί εἰς Οἰκουμενικᾶς, αἴτινες ἔχουσι γενικόν ἐκκλησιαστικόν κύρος"
[6] Νικοδήμου Αγιορείτου, Πηδάλιον (ακριβής ανατύπωσις της γ' εκδόσεως του 1864), εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2003.
[7] Νικόδημος, ὁ Ἁγιορείτης, Ἀγάπιος, ὁ ἱερομόναχος, Πηδάλιον τῆς νοητῆς νηὸς τῆς μίας ἁγίας καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς τῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας ἤτοι ἅπαντες οἱ ἱεροὶ καὶ θεῖοι Κανόνες τῶν ἁγίων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν τε καὶ τοπικῶν συνόδων καὶ τῶν κατὰ μέρος θείων Πατέρων, Ἐν Ἀθήναις, Ἐκ τοῦ τυπογραφείου Βλαστοῦ Χ. Βαρβαρρήγου, 1886, VIII+648 σ.
[8] Βλ. Φειδά Βλ., Ιεροί κανόνες και Καταστατική Νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1998, 46επ., κατά τον οποίο το ζήτημα αυτό συνδέεται κυρίως με το ιστορικό περίβλημα, τη μορφή και την καθ' ύλη συνήθη συγκρότηση των ιερών κανόνων.
[9] Βλ. επίσης Φειδά Βλ., Ιεροί κανόνες και Καταστατική Νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1998, 53επ., ο οποίος με ισχυρή επιχειρηματολογία τεκμηριώνει την άποψή του περί φαινομενικής και όχι πραγματικής αντιθέσεως στους ιερούς κανόνες.