Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η Ταυτότητα της Εκκλησίας

 
Ο λόγος για τα Δελτία Ταυτοτήτων οδηγεί στην αντιμετώπιση του θέματος ποιά είναι η ταυτότητα των Χριστιανών. Πράγματι πολλές φορές διδάσκουμε ότι δεν αρκεί να είμαστε Χριστιανοί της (αστυνομικής) ταυτότητος, αλλά πρέπει να γίνουμε Χριστιανοί στην αλήθεια και την ζωή.
 
 
Α'
 Η λέξη ταυτότητα δηλώνει την ομοιότητα και την ταύτιση του σημαινομένου με το σημαίνον, “τό είναί τι ταυτόν το ίδιον”, κατά τον Αριστοτέλη. Δηλαδή, ο Χριστιανός που είναι βαπτισμένος στο Όνομα του Τριαδικού Θεού πρέπει να είναι πραγματικό μέλος της Εκκλησίας και να ανταποκρίνεται στον σκοπό της εκκλησιαστικής ζωής. Ταυτότητα σημαίνει ακόμη και το ιδιαίτερο σε σχέση με κάποιον άλλο, φανερώνει, δηλαδή, την ετερότητα του κάθε προσώπου.
 
Ο Σεβ. Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης μιλώντας για την σημασία της ταυτότητος γράφει χαρακτηριστικά:
 
“Όταν λέμε ότι ταυτίζουμε κάποιο όν εννοούμε ότι επισημαίνουμε την ιδιαιτερότητά του, ότι δηλ. καθορίζουμε τα στοιχεία εκείνα τα οποία δεν μας επιτρέπουν να κάνουμε σύγχυση μεταξύ αυτού του όντος και κάποιου άλλου. Όταν λέμε π.χ. ότι έχουμε την αστυνομική μας ταυτότητα ο καθένας, αυτό σημαίνει ότι η Πολιτεία κάνει μια προσπάθεια να επισημάνει την ιδιαιτερότητα του καθενός μας. Με σκοπό να μη γίνει σύγχυση μεταξύ των πολιτών, σημειώνει το όνομα, το επώνυμο κλπ., και ακόμη βάζει τα δακτυλικά αποτυπώματα. Όλα αυτά αποβλέπουν στο να αποφευχθεί η σύγχυση ενός προσώπου με κάποιο άλλο. Η ταυτότητα λοιπόν αποβλέπει στην ιδιαιτερότητα, αλλά η ταύτιση αυτή, αυτή η ιδιαιτερότητα δεν μπορεί να είναι ποτέ απόλυτη, και αυτό δημιουργεί δυσκολία στο να κάνουμε λόγο για ταυτότητα. Όλα τα ονόματα ή και οι ιδιότητες που έχουμε στις ταυτότητές μας (τό επάγγελμα, το ύψος κλπ.) μπορούν να εφαρμοστούν σε περισσότερα από ένα όντα, σήμερα μάλιστα με την γενετική μηχανική –ακούμε πολύ τον τελευταίο καιρό αυτή την περίφημη κλωνοποίηση– αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Ακόμη και τα δακτυλικά αποτυπώματα δεν θα εξασφαλίζουν πλέον την ιδιαιτερότητα ενός όντος. Σε απόλυτο βαθμό είναι πάρα πολύ δύσκολο να επισημάνει κανείς την ιδιαιτερότητα και την ταυτότητα ενός όντος. Αυτό που αναζητούμε όταν ταυτίζουμε κάτι, είναι αυτό που λέμε “η ειδοποιός διαφορά”, είναι κάποιο στοιχείο που να αφορά μόνο σε ένα συγκεκριμένο όν και όχι σε άλλα”.
 
Για την ταυτότητα της Εκκλησίας ο Σεβασμιώτατος παρατηρεί:
 
“Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι και ζεί μέσα στην ιστορία, πορεύεται μέσα στην ιστορία χωρίς να χάνει την ταυτότητά της. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό αλλά δεν είναι εξασφαλισμένο εκ των προτέρων. Χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή, διότι είδαμε ότι χριστιανικές εκκλησίες στην ιστορία που ξεκίνησαν με την σωστή ταυτότητα κατέληξαν να αλλοιώσουν την ταυτότητά τους και να διερωτάται κανείς σήμερα εάν είναι εκκλησίες ή όχι.
 
Αυτό είναι ένα μήνυμα το οποίο πρέπει να το πάρουμε στα σοβαρά εμείς οι ορθόδοξοι, διότι είναι πράγματι και για μας ο κίνδυνος μεγάλος μέσα σε όλη την δραστηριότητα μας, η οποία καμιά φορά μας κάνει να αισθανόμαστε αυτοϊκανοποίηση, να εκτραπούμε από την ταυτότητα της εκκλησίας και να μην είμαστε στην ουσία εκκλησία, αλλά κάτι άλλο, ένας άλλος οργανισμός”.
 
Υπάρχει μεγάλο πρόβλημα όταν η Εκκλησία ταυτίζεται με την ιστορία, τον χρόνο και την κοινωνία, όταν χάνη την εσχατολογική της διάσταση, όταν συγχέεται η εκκλησιολογία με την κοινωνιολογία. Γράφει και πάλι ο Σεβασμιώτατος:
 
“Με αυτή την μικρή εισαγωγή θέλω να δείξω πόσο δύσκολο είναι να ταυτίσουμε την εκκλησία μέσα στην ιστορία και μέσα στην κοινωνία. Το πρόβλημα στην εκκλησιολογία έγκειται στο ότι η εκκλησία αποτελεί και αυτή μια κοινότητα μεταξύ πολλών μέσα στην ιστορία. Για τον θεατή, ας πούμε, τον μη πιστό, είναι και αυτή μια κοινότητα μεταξύ πολλών άλλων μέσα στην κοινωνία. Έτσι υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να γίνει σύγχυση μεταξύ εκκλησιολογίας και κοινωνιολογίας. Ο κίνδυνος αυτός παρουσιάστηκε, και είναι ιδιαιτέρως εμφανής, στο Δυτικό Χριστιανικό κόσμο, τόσο στον Ρωμαιοκαθολικό όσο και στον Προτεσταντικό” (“Διάβαση”, τεύχος 7, Μάϊος - Ιούνιος 1997, σελ. 6).
 
Τελευταία λέγεται ότι η Εκκλησία πρέπει να βρη την ταυτότητά της. Όμως πιστεύω ότι κατά τους λόγους του Αποστόλου Παύλου η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού και κατά την διδασκαλία των αγίων Πατέρων είναι “κοινωνία θεώσεως”. Το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού παραμένει στους αιώνες ενωμένο με την κεφαλή, αφού στο πρόσωπο του Χριστού είναι ενωμένες οι δύο φύσεις “ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως”. Η αλήθεια είναι ότι όχι η Εκκλησία, αλλά πολλές φορές οι Χριστιανοί, τα βαπτισμένα μέλη της Εκκλησίας χάνουν την ταυτότητά τους, τον προσανατολισμό τους. Ακόμη δε και η Εκκλησία ως διοικητικός οργανισμός μπορεί για ένα χρονικό διάστημα να μη συντονίζεται στον σκοπό και το νόημα της αληθινής Εκκλησίας. Αυτό θέλει μια μικρή ανάλυση για να διασαφηνισθή ακόμη περισσότερο.
 
Β'
 Στην όλη εκκλησιαστική παράδοση υπάρχει στενή σχέση μεταξύ Ορθοδοξίας, Εκκλησίας και θείας Ευχαριστίας. Όταν ένα από αυτά τα πνευματικά μεγέθη αποδεσμεύεται από τα άλλα δύο, τότε αλλοιώνεται η ταυτότητά του.
 
Η Ορθοδοξία είναι η αληθινή πίστη, που συνδέεται με την αποκαλυπτική αλήθεια. Ο Θεός απεκάλυψε τον εαυτό Του στους αγίους και εκείνοι αλλοιώθηκαν από την αποκαλυπτική αυτή αλήθεια. Η πίστη δεν είναι μια θεωρητική διδασκαλία, αλλά εμπειρική ζωή και μεταμορφωτική δύναμη.
 
Η Εκκλησία είναι η κοινωνία των αγίων. Δηλαδή, τα μέλη της Εκκλησίας με το βάπτισμα και την εν γένει εκκλησιαστική ζωή, με την πράξη και την θεωρία, ενώθηκαν με τον Χριστό, που είναι η Κεφαλή του Σώματος της Εκκλησίας και αποτελούν τα ένδοξα μέλη Του. Έτσι κάνουμε λόγο για την Εκκλησία των Προφητών, των Αποστόλων, των Μαρτύρων και Ομολογητών, των Οσίων και Ασκητών, των Αγίων, που ζουν και τρέφονται οργανικά από το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού. Όλη η εκκλησιαστική ζωή, ακόμη και η διοίκηση πρέπει να εμπνέεται και να εμποτίζεται από την διδασκαλία και την παράδοση των Προφητών, Αποστόλων, Μαρτύρων και Αγίων. Με αυτήν την προοπτική λέμε ότι μπορεί να είναι άλλο η διδάσκουσα Εκκλησία που είναι οι άγιοι, οι οποίοι είναι φορείς της θείας αποκαλύψεως, και άλλο η διοικούσα και ποιμαίνουσα Εκκλησία. Όταν η διοικούσα και ποιμαίνουσα Εκκλησία εκφράζει την διδάσκουσα Εκκλησία, τότε βρίσκεται μέσα στον προορισμό της, διαφορετικά βρίσκεται εκτός του προορισμού και του σκοπού της.
 
Η θεία Ευχαριστία είναι το Δείπνο της αγάπης, ο “μυστικός δείπνος”, είναι το μυστήριο στο οποίο τα μέλη της Εκκλησίας συνέρχονται για να κοινωνήσουν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, και να ζήσουν την κοινωνία και ενότητα με τον Χριστό. Η θεία Ευχαριστία είναι το κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής, το μυστήριο των μυστηρίων, ο σκοπός όλης της πνευματικής ζωής. Και φυσικά η μέθεξη και κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού δεν γίνεται απροϋπόθετα, αφού συνδέεται με την όλη προετοιμασία του Χριστιανού, ώστε η θεία Κοινωνία να ενεργήση καθαρτικά, φωτιστικά και θεωτικά, και όχι κολαστικά.
 
Η συνύπαρξη και ο συντονισμός των τριών αυτών παραγόντων, ήτοι της Ορθοδοξίας, της Εκκλησίας και της θείας Ευχαριστίας, στην αληθινή τους έκφραση, συνιστά το ορθόδοξο εκκλησιαστικό φρόνημα, διαφορετικά γίνεται λόγος για απώλεια της ταυτότητος. Ο Χριστιανός γίνεται μέλος της Εκκλησίας με το άγιο Βάπτισμα, που λέγεται εισαγωγικό μυστήριο, ώστε να φθάση στην θέωση η οποία είναι ο βαθύτερος σκοπός της υπάρξεως του ανθρώπου, αφού κάθε άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού. Πρόκειται για μια διαρκή πορεία έως ότου φθάση ο άνθρωπος στην δική του Μεταμόρφωση και την δική του Πεντηκοστή. Χριστιανική ταυτότητα έχει εκείνος που ζη στην Εκκλησία, η οποία είναι το Σώμα του Χριστού, αλλοιώνεται από την Ορθόδοξη Θεολογία που είναι η πίστη της Εκκλησίας και συμμετέχει με τις Ορθόδοξες προϋποθέσεις στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, που είναι η αληθινή πράξη της Εκκλησίας.
 
Γ'
 Βέβαια, κάνοντας λόγο για πορεία προς την θέωση εννοούμε ότι ο άνθρωπος μετά την απώλεια της θεοκοινωνίας που συνέβη στον Αδάμ και την Εύα, ζη μια τραγική κατάσταση, αφού σκοτίσθηκε ο νούς του και αυτό έχει φοβερές και συνταρακτικές συνέπειες για την ζωή του. Μετά την πτώση εισήλθε μέσα στην ύπαρξη του ανθρώπου ο θάνατος και ο νόμος της φθοράς. Οι δερμάτινοι χιτώνες που είναι η φθορά και η θνητότητα, κατέλαβαν όλη την σωματική ύπαρξη του ανθρώπου και είχαν συνέπειες στον ψυχικό κόσμο, με την έξαψη των παθών. Οπότε ο άνθρωπος πρέπει να αντιληφθή την ασθένειά του και να προχωρήση στην θεραπεία που είναι ο φωτισμός του νού και η θέωση, ο αρχικός σκοπός της δημιουργίας του.
 
Με αυτήν την έννοια ισχυριζόμαστε ότι η Εκκλησία είναι πνευματικό Θεραπευτήριο - Νοσοκομείο, που θεραπεύει την νοσούσα προσωπικότητα του ανθρώπου. Μέσα στην Εκκλησία με την πλούσια Χάρη του Θεού και την ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου, συντελείται η θεραπεία της προσωπικότητος του ανθρώπου και τότε ο άνθρωπος ψυχοσωματικά υπερβαίνει τον θάνατο, θεραπεύει την πεπτωκυία κατάστασή του και μπορεί να φθάση μέχρι την θέωση. Και η θέωση δεν είναι πολυτέλεια, αλλά ο αρχικός σκοπός της υπάρξεως του ανθρώπου. Με την όλη παιδεία του Θεού, η οποία στους Πατέρες άλλοτε λέγεται πράξη και θεωρία, άλλοτε κάθαρση, φωτισμός, θέωση, και άλλοτε έλευση Χάριτος, άρση της Χάριτος και εκ νέου έλευσή της, ο άνθρωπος θεραπεύεται και γίνεται πραγματικό μέλος της Εκκλησίας. Από δυνάμει μέλος γίνεται ενεργεία μέλος.
 
Στα συγράμματα του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, όπως επιβεβαιώνεται και σε όλη την διαχρονική παράδοση της Εκκλησίας, ήτοι στις γραφές των Αποστόλων και των Πατέρων και τα συναξάρια των αγίων, ο λαός του Θεού είναι “η θεωρητική τάξη” μέσα στην Εκκλησία, δηλαδή κατά διαφόρους βαθμούς μετέχει της φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού. Και οι Κληρικοί (Διάκονοι, Πρεσβύτεροι, Επίσκοποι) που ανήκουν στην κατηγορία των καθαιρομένων, φωτιζομένων και θεουμένων, βοηθούν τους Χριστιανούς να καθαρθούν, φωτισθούν και θεωθούν, ώστε να γίνουν πραγματικά μέλη της Εκκλησίας.
 
Αυτή είναι η αγιασμένη ζωή της Εκκλησίας, όπως την συναντούμε στους πρώτους αποστολικούς χρόνους, την ζωή των μαρτύρων και των ασκητών, στην διδασκαλία και την ζωή των Πατέρων, στην ζωή των ανθρώπων που ζουν ανάμεσά μας. Αυτή η αγιασμένη ζωή περνά και στην ιστορία και σε όλες τις δραστηριότητες και ενέργειες της εκκλησιαστικής ζωής. Επομένως και οι εκκλησιαστικές τέχνες αγιάζονται μέσα από την αγιασμένη ζωή των μελών της Εκκλησίας.
 
Όλα αυτά σημαίνουν ότι, όταν τα βαπτισμένα μέλη της Εκκλησίας χάνουν τον προσανατολισμό τους προς την θέωση, όταν οι Κληρικοί δεν βρίσκονται στην προοπτική της θεώσεως και δεν βοηθούν τους Χριστιανούς να θεραπευθούν, όταν οι Χριστιανοί εγκλωβίζονται στον χρόνο και χάνουν την εσχατολογική διάσταση, όταν οι εκκλησιαστικές τέχνες δεν συντονίζονται στον σκοπό αυτό, όταν ο πολιτισμός δεν εμπνέεται από την ένθεη ζωή, τότε κυριαρχεί η εκκοσμίκευση. Δηλαδή, η Εκκλησία που δεν ζη μέσα στην αληθινή προοπτική της, αλλά μετατρέπεται σε μια απλή νομική προσωπικότητα· οι Κληρικοί που χάνουν τον θεολογικό και ασκητικό λόγο· οι λαϊκοί που στέκονται στην εξωτερική ηθική ζωή και αντικατέστησαν την εκκλησιολογία με την κοινωνιολογία. Οι εκκλησιαστικές τέχνες που έπεσαν στον πειρασμό να εκλαμβάνωνται ως κουλτούρα· όλα αυτά συνιστούν απώλεια της πραγματικής ταυτότητος.
 
Επομένως, η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού δεν χάνει ποτέ την ταυτότητά της, αφού μπορεί να εκφρασθή και από ολίγους αγίους της κάθε εποχής, αλλά οι Χριστιανοί και οι Κληρικοί χάνουν την δική τους ταυτότητα, όταν δεν εμπνέονται από την αναγεννητική δύναμη της Εκκλησίας.
 
Δ'
 Ο αγώνας που κάνει τον τελευταίο καιρό η Εκκλησία για την αναγραφή του θρησκεύματος στα Δελτία Ταυτοτήτων έχει σημασία, όταν αυτό συντονίζεται στην προσπάθεια να διατηρηθή ένας χώρος μέσα στον οποίον ο άνθρωπος ελεύθερα θα μπορή να αγιάζεται και να μεταμορφώνεται. Αν όμως στεκόμαστε απλώς σε ένα εξωτερικό γεγονός, χωρίς να αποβλέπουμε στην εσωτερική ζωή της Εκκλησίας, τότε χάνουμε την χριστιανική μας ταυτότητα, έστω κι αν την γράφουμε στα Δελτία Ταυτοτήτων.
 
Οι Εβραίοι της εποχής του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου θεωρούσαν τους εαυτούς τους τέκνα του Αβραάμ, αν και δεν ανταποκρίνονταν στην ζωή του Αβραάμ. Γι’ αυτό ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής τους έλεγε: “ποιήσατε ουν καρπούς αξίους της μετανοίας, και μη δόξητε λέγειν εν εαυτοίς, πατέρα έχομεν τον Αβραάμ· λέγω γαρ υμίν ότι δύναται ο Θεός εκ των λίθων τούτων εγείραι τέκνα τω Αβραάμ” (Ματθ. γ’, 8-9). Εκείνο που μας καθιστά πραγματικούς Χριστιανούς δεν είναι ό,τι εμείς δηλώνουμε, αλλά ό,τι φανερώνουν τα έργα της μετανοίας.
 
Ο Απόστολος Παύλος έγραφε προς τους Χριστιανούς της εποχής του: “η επιστολή ημών υμείς εστε, εγγεγραμμένη εν ταις καρδίαις ημών, γινωσκωμένη και αναγινωσκωμένη υπό πάντων ανθρώπων, φανερούμενοι ότι εστε επιστολή Χριστού διακονηθείσα υφ’ υμών, εγγεγραμμένη ου μελάνι αλλά Πνεύματι Θεού ζώντος, ουκ εν πλαξί λιθίναις, αλλ’ εν πλαξί καρδίαις σαρκίναις” (Β’ Κορ. γ’, 2-3). Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι το αν αναγράφεται κάτι ή όχι με μελάνι, αλλά το να είμαστε επιστολή Χριστού που θα τυπώνεται με πνεύμα Θεού ζώντος, καθώς θα γράφεται στην καρδιά και όχι σε λίθινες πλάκες.
 
Μαζί με την προσπάθεια που καταβάλλουμε αυτόν τον καιρό για την διατήρηση της ιδιαιτερότητος της ορθοδόξου παραδόσεως, και την αποφυγή του εκκλησιαστικού αποχρωματισμού της κοινωνίας μας πρέπει να καταβάλλουμε μεγαλύτερη προσπάθεια για την διαφύλαξη ή επανεύρεση της εκκλησιαστικής μας ταυτότητος. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να καταλάβουμε, Κληρικοί και λαϊκοί, ποιός είναι ο προορισμός μας ως Χριστιανών, ποιά είναι η αποστολή μας, σε ποιά πνευματική κατάσταση βρισκόμαστε και τί πρέπει να κάνουμε για να επιτύχουμε την αγιότητα, και να μεθέξουμε της θεοποιού ενεργείας του Θεού. Πρό παντός χρειάζεται αγώνας για να μη αποδεσμευθούμε από την Ορθόδοξη αποκαλυπτική θεολογία και την ησυχαστική - νηπτική παράδοση που συνιστούν την πραγματική εκκλησιολογία.
 
Με αυτήν την προοπτική πρέπει να αγωνιζόμαστε για να βρούμε την χαμένη μας ταυτότητα και να εγγράψουμε την ορθόδοξη ιδιότητά μας μέσα στην καρδιά εν Πνεύματι Αγίω, πράγμα το οποίο θα αλλοιώση όλη την ύπαρξή μας.
 
 
Από το έντυπο της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου «Εκκλησιαστική Παρέμβαση»,
 
τεύχος 57, Οκτώβριος 2000
 
Πηγή: http://www.parembasis.gr/2000/00_10_01.htm
 

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ & ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ

ΑΡ                                  
  • Γράφτηκε από  zoiforos                                                                            

***
Αρχιεπίσκοπος: «Η Εκκλησία δεν θέλει ούτε προστάτες, ούτε σωτήρες…» - Ξεκάθαρος ο Αρχιεπίσκοπος απέναντι στη Χρυσή Αυγή
 
Του Φάνη Καλαντζή, από την εφημερίδα "ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ"
Η θαρραλέα αρχή έγινε απο τον μητροπολίτη Σιατίστης, που εν πολλοίς εξέφρασε τον έντονο προβληματισμό που υπήρχε στους κόλπους της Ιεραρχίας για τις διαστάσεις του φαινομένου «Χρυσή Αυγή», προβληματισμός που εξελίσσεται τώρα σε ομοβροντία επίσημων τοποθετήσεων. Ξεκάθαρες επί της υπόθεσης «Χρυσή Αυγή» είναι και οι θέσεις του αρχιεπισκόπου, όπως τις εξέφρασαν στον «Ε» συνεργάτες του.
Επισημαίνοντας ότι η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη από προστάτες και σωτήρες, ο κ. Ιερώνυμος καταδικάζει απερίφραστα κάθε μορφή βίας και ρατσισμού, ενώ προτρέπει, παράλληλα, τους «νεοφώτιστους» στο κόμμα να μελετήσουν ιδεολογικό λόγο και σύμβολα και κατόπιν να εκφέρουν κρίση και ψήφο, δικαίωμα στην οποία έχει ο καθένας μέσα από τον σεβασμό στις δημοκρατικές διαδικασίες. Την ίδια ώρα που ο αρχιεπίσκοπος στέλνει μήνυμα και προς το εσωτερικό, εφιστώντας την προσοχή σε επιθετικές εκφράσεις και συμπεριφορές που προσφέρουν πρόσθετα προς αξιοποίηση ερείσματα, πληθαίνουν οι ενδείξεις για ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας μεταξύ υπερσυντηρητικών εκκλησιαστικών κύκλων και φίλιων στο κόμμα του κ. Μιχαλολιάκου δυνάμεων, χωρίς να εξαιρείται και μια μικρή μειοψηφία αρχιερέων.
Το... παγόβουνο
Ειδικότερα, ο θόρυβος που ξέσπασε με αφορμή τη θεατρική παράσταση «Corpus Christi» και τα γεγονότα που ακολούθησαν ήταν η κορυφή του παγόβουνου. Σε κατ' ιδίαν συζητήσεις αρκετοί αρχιερείς είχαν εκφράσει την ανησυχία τους για τις διαστάσεις που προσλαμβάνει το φαινόμενο, είτε μέσω της, κατ' αυτούς, όψιμης μετάλλαξης του κόμματος είτε μέσω της σύγχυσης και της εκμετάλλευσής της για εξυπηρέτηση ποικιλώνυμων σκοπιμοτήτων τόσο στο λεκανοπέδιο, όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Το πρόβλημα γίνεται πιο σύνθετο, αν ληφθούν υπόψη, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, το έλλειμμα αξιακού αντίβαρου, που έχει άμεσες παρενέργειες στη νέα γενιά, ο φόβος και η ανασφάλεια, η καλλιέργεια της δυσπιστίας απέναντι σε ένα φαύλο πολιτικό σύστημα.
Σύγχυση
Το πρόσφατο ξέσπασμα του μητροπολίτη Σισανίου Παύλου απηχεί τον προβληματισμό που είχε αναπτυχθεί την τελευταία περίοδο και ιδιαίτερα τα όσα ακολούθησαν μετά τα εκλογικά αποτελέσματα. Η σύγχυση που έχει επεκταθεί και εντός του εκκλησιαστικού χώρου φάνηκε και με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα. Η αντίθεση απέναντι στο περιεχόμενο της παράστασης, που θα μπορούσε να είχε περάσει και απαρατήρητη, προσέλαβε άλλο χαρακτήρα μέσα από την ταύτιση, ηθελημένη από ορισμένους, με τη Χρυσή Αυγή. Το γεγονός αυτό υποχρέωσε ορισμένους αρχιερείς, όπως ο ίδιος ο μητροπολίτης Σισανίου ή ο μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας, να προβούν σε «διορθωτικές» ανακοινώσεις, διαχωρίζοντας την παράσταση και την αντίδραση στο περιεχόμενο της από τη Χρυσή Αυγή, προς αποφυγή λανθασμένων εντυπώσεων. Ωστόσο, η μη προσοχή στις εκφράσεις, όπως αυτές περί «ραπισμάτων» που αναφέρονται στην πρώτη ανακοίνωση του κ. Ιερεμία, έστω και αν προέρχονται από τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο και αφορούν τη βλασφημία του Χριστού, μπορεί εύκολα να αποτελέσουν, όπως σχολιάζεται, προϊόν εκμετάλλευσης, οδηγώντας προς άλλες κατευθύνσεις.
Εξ ου και ο αρχιεπίσκοπος, ο οποίος σε γενικές γραμμές συμφωνεί με τον μητροπολίτη Σισανίου, επισημαίνει, όπως ανέφεραν οι συνεργάτες του στον «Ε» , πως χρειάζεται πολύ προσοχή (ο διάβολος, ως γνωστόν, κρύβεται στις λεπτομέρειες) στις εκφράσεις, διότι σε ορισμένες περιπτώσεις, ίσως αθέλητα, προκύπτει μια «επιθετικότητα» που, αντί να διαχωρίζει θέσεις, στάσεις και συμπεριφορές, πετυχαίνει το ακριβώς αντίστροφο.
Οι θέσεις του αρχιεπισκόπου εκφράζουν το κλίμα μιας γενικότερης αντίδρασης που εκφράζεται τις τελευταίες ημέρες που συγκυριακά συμπίπτει και με τον μεθαυριανό εορτασμό. Χαρακτηριστική η ανακοίνωση της Αρχιεπισκοπής Αμερικής, η οποία, μεταξύ άλλων, σημειώνει: «...Αποδοκιμάζουμε τη χρήση οιουδήποτε ρατσιστικού, ξενοφοβικού, φασιστικού και εχθρικού λόγου, συμβόλων και συμπεριφοράς. Εν γνώσει ότι ένα από τα μεγαλύτερα δώρα του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι η ελευθερία του λόγου, παρά ταύτα συνιστούμε υπευθυνότητα, ευγένεια και αγάπη στην επιλογή των λέξεων και τρόπων εκφράσεως. Οι Έλληνες είπαν ΌΧΙ" στον φασισμό στον Β ' Παγκόσμιο Πόλεμο και ακολούθως υπέφεραν μεγάλα δεινά κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής».
Οι απόψεις αυτές, ωστόσο, φαίνεται ότι δεν βρίσκουν απήχηση σε ένα τμήμα υπερσυντηρητικών εκκλησιαστικών κύκλων, που φαίνεται να επιθυμούν να φέρουν και πάλι στο προσκήνιο το αλήστου μνήμης «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών».
Ο μητροπολίτης Σισανίου στην ανταπάντησή του προς τη Χρυσή Αυγή, που τον κατηγορεί για πολιτικολογία (έξυπνη αξιοποίηση από την πλευρά του κόμματος, όπως σχολιάζεται, εξ ου και η επισήμανση για προσοχή στις εκφράσεις), επισημαίνει ένα σημείο που σχετίζεται με τα προαναφερθέντα, ότι δηλαδή στις εκδηλώσεις συμμετείχε κατόπιν πρόσκλησης των διοργανωτών.
Θολό κράμα
Οι πληροφορίες αναφέρουν (παρατίθενται και γνωστά ονόματα που κινούνται στον χώρο αυτό) ότι δεν αποκλείονται επαφές και δίαυλοι επικοινωνίας μέσα από το παραδοσιακό κράμα ζηλωτι σμού, παλαιοημερολογιτισμού και γραφικότητας ορισμένων εκκλησιαστικών κύκλων και ρασοφόρων. Στη βασική, εδώ και χρόνια, επιδίωξη του χώρου αυτού να δώσει ένα πιο δυναμικό παρών, «βρήκε κάπου να ακουμπήσει», κάνοντας τα στραβά μάτια για τη Χρυσή Αυγή. Προφανώς, η συγκυρία και η σκληρή δοκιμασία της κοινωνίας από τις επιπτώσεις της κρίσης προσφέρονται ως άλλοθι.
Σε επίπεδο αρχιερέων και υπό την έννοια μιας μη «εχθρικής» σε πρώτη ανάγνωση στάσης , οι συνειρμοί οδηγούν ορισμένους εν πρώτοις στην ξεχωριστή περίπτωση του μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ, ο οποίος έχει δώσει αφορμές με τις κατά καιρούς εξάρσεις του, όπως και σε μια μικρή μερίδα χαρακτηριζόμενων ως συντηρητικών ιεραρχών.
Εκκλησία-Αριστερά
Πέρα, πάντως, από τα της Χρυσής Αυγής, κριτική ασκείται και προς την πλευρά της Αριστεράς. Η πρόσφατη παρέμβαση βουλευτών της ΔΗΜΑΡ, πέρα από τα αυτονόητα, ξέφυγε σε απλουστευτικές γενικεύσεις του τύπου «η Εκκλησία τι λέει» , λες και θα πρέπει κάθε φορά να απολογείται για τις ακρότητες κάθε γραφικού. Το θέμα Εκκλησία Αριστερά είναι ευρύτερο και βαθύτερο, μη λησμονείται ότι, ανεξάρτητα από την έκβασή της, η ώσμωση μεταξύ των δύο πλευρών ξεκίνησε στις αρχές του '8ο, κυρίως από την ανανεωτική Αριστερά. Το πού βρισκόμαστε σήμερα, τι προκύπτει από την, ευρύτερα άγνωστη, σύγχρονη επιστημονική έρευνα για το Βυζάντιο και την τις οικειοποίησή εις του, τους δεσμούς ή μη, ποιους και πώς, με την αρχαιότητα, τη συνεχιζόμενη αμηχανία της Αριστεράς που πιθανόν να οφείλεται στην πατροπαράδοτη εθνικιστική αρχαιοκαπηλία, όπως έγραφε προ δεκαετίας ο Παντελής Μπουκάλας (Καθημερινή,Μάρτιος 2002), αποτελούν θέματα που επανατίθενται στο τραπέζι.
Οι θέσεις του αρχιεπισκόπου, όπως αναφέρουν, σε ό,τι αφορά την υπόθεση «Χρυσή Αυγή», είναι σαφείς και ξεκάθαρες:
1. H Εκκλησία καταδικάζει φαινόμενα βίας, ρατσισμού, ξενοφοβίας, μισσαλοδοξίας, φανατισμού.
2. Η Εκκλησία δεν έχει αναθέσει σε κανέναν την προστασία της, τη σωτηρία της ορθοδοξίας, την εκπροσώπηση της. Δεν χρειαζόμαστε ούτε προστάτες, ούτε σωτήρες, ούτε εκπροσώπους.
3. Η Εκκλησία, ως πνευματικός οργανισμός, έχει απέραντο σεβασμό στο ανθρώπινο «πρόσωπο», έχει σεβασμό στις δημοκρατικές διαδικασίες και δεν επιτρέπει σε κανέναν να αναλάβει τη στήριξή της, σε κανένα κόμμα, είτε είναι αριστερό, είτε δεξιό, είτε ακροδεξιό.
4. Η Χρυσή Αυγή και ο οποιοσδήποτε αφού εκθέσει με σαφήνεια τις θέσεις του στον λαό, έχει κάθε δικαίωμα να ζητήσει την ψήφο του.
5. Στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής προσθέτουν οι συνεργάτες του, οι «νεοφώτιστοι» θα πρέπει να μελετήσουν την ιστορία της, τα ιδεολογικά «πιστεύω» και τα σύμβολά της, ιδιαίτερα η νέα γενιά
***
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ
Απειλή για την κοινωνία το σύνδρομο της Βαϊμάρης
«Πότε οι αρχαιολάτρες και οι δωδεκαθεϊστές έγιναν ομολογητές και προασπιστές της πίστης του Χριστού; Πώς είναι δυνατόν να συνδυάζουν τη βία με τον Σταυρό;», διερωτάται ο ιεράρχης και καταδικάζει χωρίς περιστροφές τη δράση της Χρυσής Αυγής, κάνοντας λόγο για «θηρίο» που εκτρέφουμε στα σπλάχνα της κοινωνίας και της Εκκλησίας
Πύρινη ρομφαία υψώνει εναντίον των χρυσαυγιτών και των παραεκκλησιαστικών συμμάχων τους ο μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος.
Με συνέντευξή του στο «Έθνος» ο 50χρονος ιεράρχης, που ανήκει στη νέα γενιά των συνοδικών, κάνει λόγο για «πολιτικοθρησκευτική διαπλοκή» και «αυτόκλητους σωτήρες». Καταγγέλλει χωρίς περιστροφές τις επιθέσεις των σύγχρονων Ταγμάτων Εφόδου και στηλιτεύει τις σκοταδιστικές εκδηλώσεις βίας, που ξεπήδησαν με αφορμή το «Corpus Cristi». Με έμμεσο, αλλά σαφή τρόπο, καταφέρεται εναντίον του Πειραιώς Σεραφείμ, που έφτασε να καταθέσει μήνυση εναντίον των συντελεστών της θεατρικής παράστασης.
Ο αρχιερέας στιγματίζει τον κοινωνικό ρατσισμό και τον παραθρησκευτικό ιδεαλισμό. Και διερωτάται:
Από πότε οι δωδεκαθεϊστές έγιναν υπερασπιστές της πίστης του Θεού;
Πώς είναι δυνατό να συνδυάζουν τον Σταυρό με τη βία;
Τα όσα διαδραματίστηκαν έξω από το Θέατρο «Χυτήριο» ήταν το θέμα της πρώτης ερώτησης προς τον δεσπότη της Μεσσηνίας.
Σεβασμιότατε, τα τελευταία γεγονότα, με αφορμή το θεατρικό έργο «Corpus Christi», έφεραν στο προσκήνιο ένα φαινόμενο ιδεολογικής διαπλοκής μεταξύ παραθρησκευτικών οργανώσεων και ακροδεξιών ομάδων, το οποίο θυμίζει άλλες εποχές και καταστάσεις. Θεωρείτε ότι είναι δυνατόν να υφίσταται ένα τέτοιο είδος διαπλοκής και μάλιστα να στηρίζεται και από εκκλησιαστικά πρόσωπα;
Πιστεύω ότι η συγκεκριμένη αντίδραση στην υπόθεση «Χυτήριον» ήταν η μεγάλη ευκαιρία για να εκδηλωθεί η ακραία αυτή πολιτικο-θρησκευτική διαπλοκή, η οποία φαίνεται ότι κυοφορείτο στα σπλάγχνα της ελληνικής κοινωνίας από καιρό. Βρήκαν λοιπόν την «μεγάλη ευκαιρία» για να φανερώσουν το διπλό προσωπείο τους, το πολυεπίπεδο δηλαδή φαινόμενο του «συνδρόμου της Βαϊμάρης».
Χωρίς αμφιβολία το σύνδρομο αυτό δεν αποτελεί μία υγιή έκφραση μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία και πρέπει να μας απασχολήσει και να μας προβληματίσει όλους, γιατί η προβολή μιας φοβικής πραγματικότητας με τον μανδύα της θρησκευτικής υποκρισίας και του μιμητισμού της αντίδρασης μπορεί να αποβεί εις βάρος της κοινωνικής συνοχής. Το σύνδρομο αυτό θα προκαλέσει και άλλα σημαντικότερα προβλήματα τόσο στην ελληνική κοινωνία όσο και στην Εκκλησία, όταν μάλιστα πολλοί από τους εκφραστές τους κινούνται από μία απίστευτη τυφλότητα ψυχοπαθολογικής απώλειας και επαφής με την πραγματικότητα και συγχρόνως αλλοιώνουν το γεγονός της πίστης με μία θρησκοληπτική ιδεολογία, ενώ επιλέγουν τη βία για να επιβάλλουν την «εκκλησιαστικότητά» τους.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι επικροτούμε τη διακωμώδευση ή την απομύθευση του προσώπου του Χριστού, ούτε αποδεχόμεθα την έλλειψη σεβασμού στο δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας και της θρησκευτικής συνειδήσεως, θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι όλα αυτά δεν διαφυλάσσονται ούτε με τη βία ούτε με τη λογοκρισία ούτε με την παρεμπόδιση ή με τον προπηλακισμό.
Ακόμη πιο πίσω από την πολιτικοθρησκευτική διαπλοκή κρύβεται ή και φανερώνεται ο «δωδεκαθεϊσμός». Πώς το φαινόμενο μπορεί να συνυπάρξει με τον Χριστιανισμό;
Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτό το πολιτικο-θρησκευτικό μόρφωμα δεν μπορεί να είναι ένα στιγμιαίο γεγονός ή μία έκφραση, αλλά εκτρέφετο καιρό και επένδυε σε κάθε είδους συντηρητισμό, προκειμένου να δώσει το στίγμα του και να εκφραστεί ο ρόλος του μέσα στην ελληνική κοινωνία, όταν και όπου οι εκφραστές του εμφανίζονταν ως αυτόκλητοι σωτήρες, αναλαμβάνοντες συγχρόνως εργολαβικά το έργο της σωτηρίας των «απολωλότων». Ομως τίθεται το ερώτημα: Πότε οι αρχαιολάτρες και οι δωδεκαθεϊστές έγιναν ομολογητές και προασπιστές της πίστης του Χριστού; ΄Η πώς είναι δυνατόν να συνδυάζουν τη βία με τον Σταυρό και την πίστη με τη συνθηματική ιδεολογία; Φαίνεται ότι έχουμε πλέον περάσει από τον κοινωνικό ρατσισμό στον παραθρησκευτικό ιδεαλισμό.
Πιστεύετε ότι είναι φαινόμενο των καιρών εξαιτίας της οικονομικής κρίσης ή μιας γενικότερης τάσης, η οποία υποδεικνύει ένα άλλο «πρόσωπο» κοινωνίας;
Η ίδια η Ιστορία των πολιτισμών και των λαών έχει αποδείξει ότι όπου υπάρχει κρίση, οικονομική και κοινωνική, η οποία συνεπάγεται και μία μειούμενη κοινωνική πρόνοια και κοινωνικές παροχές, εμφανίζονται ακραία φαινόμενα, τα οποία λειτουργούν μέσα στο κοινωνικό σύνολο αποπροσανατολιστικά, προβάλλοντας θέσεις και ιδεολογίες τέτοιες οι οποίες ικανοποιούν τα υφιστάμενα φοβικά σύνδρομα των ανθρώπων, και τα οποία μάλιστα επενδύονται με μανδύες φονταμενταλιστικών προσωπείων και συνδρόμων «εθνικής καθαρότητας», «νεοσυντηρητισμού» και «ρατσισμού», απορρίπτοντας καθετί που θεωρείται «καινούργιο» ή «προκλητικό», ενώ προβάλλουν και έναν τύπο ηθικιστικού λαϊκισμού. Ολα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα να αναπτύσσεται ένας τύπος ασφυκτικού «πατερναλισμού» σε ανθρώπους οι οποίοι αισθάνονται κοινωνικά ακέφαλοι και οικονομικά μετέωροι και ανασφαλείς.
Σε μία τέτοιου είδους κοινωνική αναταραχή η αντίδραση έναντι εχθρών φαντασιακά κατασκευασμένων που απειλούν αδιάκριτα και ανυπόστατα τους πάντες (κοινωνία, εκκλησία, πίστη, πατρίδα κ.ά.) είναι ένα έργο που έχει πολλές φορές ανέβει στη σκηνή και το οποίο ενέχει πολλούς κινδύνους, γι' αυτό απαιτείται σύνεση, εγρήγορση και όχι εφησυχασμός. Φαίνεται ότι στα σπλάγχνα της ελληνικής κοινωνίας και της Εκκλησίας εκτρέφουμε ένα «θηρίο» που αργότερα, εάν δράσει ανεξέλεγκτα, «οι εν τη Ιουδαία φευγέτωσαν εις τα όρη».
Για Σεραφείμ
Μεμονωμένες φωνές δεν εκφράζουν την Εκκλησία
Πώς κατανοείτε ότι η Εκκλησία υποδεικνύει μία «εκκωφαντική σιωπή» στο συγκεκριμένο πολιτικο-θρησκευτικό φαινόμενο;
Η Εκκλησία καμία μορφή διαπλοκής δεν αποδέχεται ούτε στηρίζει κάποιο συγκεκριμένο μόρφωμα, γιατί τότε δεν θα είναι Εκκλησία. Η Εκκλησία δεν κωφεύει σιωπώσα αλλά διδάσκει δημιουργία συνείδησης για συλλογικότητα, ενότητα και κοινωνίας, συμβάλλουσα έτσι στη νοηματοδότηση της ζωής και στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, στην αποτροπή του κοινωνικού διχασμού και της κοινωνικής διάσπασης, αλλά και στην ανάπτυξη της συνεργασίας όλων των κοινωνικών φορέων, γιατί πιστεύει ότι προέχει η πρόοδος και η ευημερία της ανθρώπινης κοινωνίας και όχι τα άκρα, η βία και η ιδεολογία.
Για την Εκκλησία μόνο μέσα από μία τέτοια διαδικασία είναι δυνατόν οι οποιεσδήποτε κρίσεις και τα διάφορα προβλήματα να επιλύονται. Οταν ο λόγος Της είναι εποικοδομητικός και θετικός τότε και η φωνή της γίνεται κραυγή και η σιωπή της δύναμη και προτροπή για αφύπνιση και εγρήγορση.
Οι μεμονωμένες φωνές δεν αποτελούν και την αποκλειστική έκφραση της συλλογικής ευθύνης της Εκκλησίας μας.
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΩΝΗΣ
***
Σιατίστης Παύλος: «Δεν μπορείς να δηλώνεις Έλληνας
και να πρεσβεύεις το Ναζισμό»
Ο ιεράρχης που προκάλεσε αίσθηση με τη δημόσια τοποθέτηση του εναντίον της Χρυσής Αυγής, με αποτέλεσμα να δεχτεί, όπως λέει, ακόμη και απειλές νια τη σωματική του ακεραιότητα, μιλάει έξω από τα δόντια 
Της Κατερίνας Μπακογιάννη, από το περιοδικό «Κ» της Κυριακάτικης Καθημερινής
Είναι ο πρώτος - αλλά και ο μοναδικός μέχρι σήμερα - ιεράρχης που με άρθρο του στο Διαδίκτυο επέλεξε να αρθρώσει λόγο αγάπης και διαμαρτυρίας κόντρα στις εκδηλώσεις μίσους τns Xρυσής Aυγής. Αφορμή αποτέλεσαν τα επεισόδια που εκτυλίχθηκαν έξω από το θέατρο Χυτήριο προ δεκαημέρου, όταν βουλευτές και οργανωμένα μέλη τns Χ.Α. επιτέθηκαν κατά θεατών και καλλιτεχνών. Eνας μητροπολίτης ήρθε και «έσωσε την παρτίδα» για την Εκκλησία την τελευταία στιγμή; Ή, αντίθετα, το ξέσπασμά του λειτουργεί σαν άλλοθι για τη σιωπή των πολλών, όταν μάλιστα άλλοι στην ιεραρχία δείχνουν να κλείνουν το μάτι πρoς το συγκεκριμένο κόμμα; Και, επίσης, τι συνιστά πολιτική και τι θεολογική παρέμβαση στη ζωή των πολιτών;
Τι σας ενοχλεί περισσότερο; Το ότι η Χρυσή Αυγή επιχειρεί να ταυτιστεί με την Ορθοδοξία ή η πολεμική της εναντίον των μεταναστών;
Όλα. Δεν μπορεί τέτοιοι άνθρωποι να παρουσιάζονται ως υπερασπιστές τnς Ορθοδοξίας. Πως μπορεί να είναι χριστιανός εκείνος ο oποίος προσβάλλει τον Χριστό στο πρόσωπο των μεταναστών; Πως μπορώ εγώ ως χριστιανός, να συνυπάρχω με τη Χρυσή Αυγή και τις πρακτικές τns, οι οποίες πηγάζουν από την ιδεολογία τns; Σε μια τέτοια προοπτική έχω ακυρώσει το Ευαγγέλιο και την πίστη μου.
Εχετε σκεφτεί ποια θρησκευτική διαπαιδαγώγηση οπλίζει αυτούς τους ανθρώπους με τέτοιο μίσος;
Αυτό που τους οπλίζει με μίσος είναι το ναζιστικό τους φρόνημα. Αυτό δεν το έκρυψαν ούτε στα λόγια τους ούτε στα έργα τους. Ο υπουργός Προπαγάνδας του Χίτλερ έλεγε τότε: «Κατάρα στο έλεος και στη συμπάθεια. Φανείτε σκληροί, φανείτε ανελέητοι». Και φάνηκαν και σκληροί, και ανελέητοι.
Δεν ευθύνονται και κάποιοι ιεράρχες με τον μισαλλόδοξο λόγο τους;
Θέλω να πιστεύω ότι δεν καλλιεργεί το μίσος συνειδητά κανένας, γιατί το μίσος ακυρώνει την πίστη.
Δεν ευθύνεται και η Εκκλησία που το τρίπτυχο Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια έχει γίνει απωθητικό για μια μερίδα του κόσμου;
Το έχει πει πάρα πολύ ωραία ο Ελύτης με το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Πήραμε τρεις λέξεις και τις πυροβολήσαμε. Αυτό το έκανε η δικτατορία. Αυτό γίνεται λοιπόν και σήμερα από κάποιους και έρχεται η Χρυσή Αυγή και εκμεταλλεύεται την κατάσταση. Αλλά δεν μπορείς να δηλώνεις Ελληνας και να πρεσβεύεις το ναζισμό. Θα πρέπει να έχεις ακρωτηριάσει την ιστορική σου μνήμη.
Η ιστορική μας μνήμη δεν μας θυμίζει και ότι στη χούντα πολλοί ιερείς απλώς «διάβαζαν»;
Όχι όλοι. Είναι πολλοί που δεν «διάβαζαν». Αλλά και πάρα πολλοί από τους πολιτικούς που μετέπειτα έκαναν τους προοδευτικούς ήταν όχι απλώς φοβισμένοι, αλλά φρόντιζαν να κάνουν και παρέα με παράγοντες του καθεστώτος.
Δεν θα έπρεπε να είχαν βρεθεί και άλλοι ιεράρχες να μιλήσουν δημόσια σήμερα εναντίον της Χρυσής Αυγής;
Δεν αισθάνομαι καθόλου μόνος, διότι από την ημέρα που δημοσιεύτηκε η παρέμβασή μου δέχτηκα πάρα πολλά τηλεφωνήματα από ιερείς, των οποίων η κοινή συνισταμένη ήταν ότι επιτέλους κάποιος είπε τα πράγματα με το όνομα τoυς.
Αλλά σας συγχαίρουν κατ' ιδίαν και όχι δημόσια;
Μπορεί να μην τα λένε στο Ιντερνετ, αλλά τα λένε στον κόσμο.
Οταν μάλιστα επικρατεί σύγχυση για τις απόψεις της Εκκλησίας, με ενέργειες όπως του μητροπολίτη Πειραιώς, ο οποίος βρέθηκε στο ίδιο αστυνομικό τμήμα με βουλευτές της Χρυσής Αυγής για να καταθέσει μήνυση εναντίον των συντελεστών της παράστασης «Corpus Christi»;
Αυτή είναι η φωνή η δική μου, άλλη είναι η φωνή του Αγίου Πειραιώς, κάποια είναι μια τρίτη φωνή. Οι καταστάσεις ζυμώνονται και πιστεύω ότι δεν είναι μακριά η μέρα που θα υπάρξει πιο επίσημη συνοδική αντιμετώπιση του προβλήματος.
Δεν πρέπει να πάρει θέση ο Αρχιεπίσκοπος;
Νομίζω ότι ο Αρχιεπίσκοπος έχει πάρει θέση. Δεν κατηγορήθηκε ο Αρχιεπίσκοπος για τα συσσίτια που κάνει; Και τι απάντησε; Πως «εγώ δεν είδα πουθενά στο Ευαγγέλιο ότι πρέπει να βοηθάω τους Έλληνες και όχι τους ξένους».
Από την άλλη, δεν κινδυνεύετε τώρα εσείς να κατηγορηθείτε ότι ανοίξατε πολιτικό διάλογο με ένα κόμμα;
Εγώ δεν πολιτικολογώ εναντίον της Χρυσής Αυγής. Θεολογώ. Και λέω ότι δεν μπορούν να ταυτίζονται με την Εκκλησία και με τον Χριστό, διότι καταπατούν το Ευαγγέλιο και το θέλημά Του καθημερινά. Η Εκκλησία δεν χρειάζεται να πολιτικολογεί. Διότι η θεολογία της είναι πολύ πιο σκληρή από την οποιαδήποτε πολιτική τοποθέτηση.
Αρα είστε υπέρ των πολιτικών παρεμβάσεων εκ μέρους των ιεραρχών; Τι σημαίνει πολιτική;
Πολιτική είναι η ζωή της πόλης. Η ζωή των πολιτών. Δεν έχει λόγο η Εκκλησία για τη ζωή των πολιτών; Αν υπάρχει κάποιος σήμερα που φροντίζει τους πολίτες, είναι η Εκκλησία. Εάν δεν υπήρχε η Εκκλησία, θα είχε γίνει προ πολλού κοινωνική έκρηξη.
Μήπως, όμως, η οικονομική κρίση είναι μια ευκαιρία να χωριστεί το κράτος από την Εκκλησία και να πάψει να μισθοδοτεί τους κληρικούς;
Εμείς δεν έχουμε πρόβλημα με το διαχωρισμό. Αλλά η Εκκλησία αυτήν τη στιγμή δεν μπορεί να συντηρηθεί από μόνη της οικονομικά, γιατί το 96% της περιουσίας της το έχει δώσει στο κράτος. Θα πρέπει η Πολιτεία να επιστρέψει στην Εκκλησία την περιουσία της. Κατά τα άλλα, όχι απλώς δεν έχω αντίρρηση, αλλά και εύχομαι να γίνει αυτός ο διαχωρισμός. Θα είμαστε ελεύθεροι αύριο. Δεν θα μας απειλεί η Πολιτεία. Γιατί εγώ μπορεί να μη φοβάμαι. Μπορεί όμως ένας παπάς που έχει ανάγκη από το μισθό που παίρνει να φοβάται. Και να μη μιλάει. Το κράτος φοβάται μια ελεύθερη και ζώσα Εκκλησία.
Είστε υπέρ των δημόσιων παρεμβάσεων και για άλλα θέματα της ζωής των πολιτών, όπως είδαμε πρόσφατα την παρέμβαση ιεράρχη για τη σεξουαλικότητα και τον στοματικό έρωτα;
Νομίζω ότι υπάρχουν θέματα τα οποία μπορεί να συζητήσει κανείς σε επιστημονικό και ανθρώπινο επίπεδο, αλλά πιστεύω ότι υπάρχουν θέματα που δεν χρειάζονται δημοσιότητα. Εγώ δεν θα έβγαζα ένα τέτοιο κείμενο, παρόλο που έχω απόψεις για όλα τα θέματα, γιατί εδώ και τριάντα χρόνια ζω και κουβεντιάζω με vέους ανθρώπους.
Και δεν θα μας πείτε τι τους λέτε;
Εγώ θα έλεγα πως, όταν διαχωρίζεται η σεξουαλικότητα από την αγάπη και γίνεται μόνο ένα κυνήγι ηδονής, εκεί υπάρχει πρόβλημα.
Τώρα, στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου φοβάστε παρατράγουδα;
Δεν φοβάμαι. Οχι ότι τα αποκλείω. Διότι με απειλούν. Δεν με πειράζει όμως. Tους είπα: Θέλετε να με δείρετε, δείρτε με. Απλώς θα επιβεβαιώσετε πόσο δίκιο έχω.
Μη ορθόδοξος μετανάστης μαθητής έχει, κατά την άποψή σας, το δικαίωμα να σηκώσει την ελληνική σημαία;
Για μένα, ναι. Θεωρώ τιμή για τον τόπο μου να έρχεται ένας ξένος και να μου λέει: «Θεωρώ και εγώ τιμή να κρατήσω την ελληνική σημαία».
Εν τέλει, πιστεύετε ότι θα έπρεπε να είχε απαγορευτεί η παράσταση «Corpus Christi»;
Δεν μπορώ να ταυτίσω τη χυδαιότητα με την τέχνη. Θα ήθελα να περιφρονηθεί αυτή η παράσταση. Αλλά δεν είμαι υπέρ της λογοκρισίας.
Οπότε έκανε λάθος και η διοίκηση της ΕΡΤ να λογοκρίνει το φιλί δύο ομοφυλόφιλων σε μια σειρά του BBC;
Δεν θα με ενοχλούσε εάν παρουσιαζόταν. Δηλαδή μόνο αυτή η σκηνή έβλαψε την τηλεόραση;
***
O Μητροπολίτης Γερμανίας καταδικάζει ρατσιστικές και ξενοφοβικές πρακτικές
Την βαθύτατη θλίψη και την έντονη ανησυχία του, «με αφορμή τις φανατικές ρητορείες και τις ακραίες ενέργειες, που αντιστοίχως ακούγονται και λαμβάνουν χώρα εντός και εκτός Ελλάδος», εκφράζει με δήλωσή του ο Μητροπολίτης Γερμανίας Αυγουστίνος.
« Η Ορθόδοξη Εκκλησία καταδικάζει απερίφραστα την ξενοφοβία και το ρατσισμό απ᾽ όπου κι αν προέρχονται. Όσοι προπαγανδίζουν τέτοιες ιδέες, διαμετρικώς αντίθετες προς το πνεύμα και την ουσία του Ευαγγελίου, και δρουν αναλόγως, θέτουν εαυτούς εκτός Εκκλησίας», τονίζει ο Μητροπολίτης Αυγουστίνος στέλνοντας ακόμα ένα ηχηρό μήνυμα κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας που προωθούν συγκεκριμένοι πολιτικοί σχηματισμοί.
***
Δημητριάδος: Ρατσισμός, ο απόλυτος εθνικός κίνδυνος
άρθρο του Μητροπολίτη Δημητριάδος και Αλμυρού Ιγνατίου, από την εφημερίδα "ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ"
Ο Ρατσισμός δεν αποτελεί για την πατρίδα μας απλώς ένα από τα συμπτώματα μιας κοινωνίας σε κρίση και παρακμή. Αντίθετα, απειλεί ευθέως έναν από τους βασικούς παράγοντες που διατήρησαν το ελληνικό έθνος αλώβητο, παρά τις διαρκείς συμπληγάδες που του επεφύλαξε η ιστορία επί σειρά αιώνων.
Θεμελιώδης στάση του Ελληνισμού υπήρξε διαχρονικά η δυνατότητα να συνδιαλέγεται με το διαφορετικό, να προσλαμβάνει συστατικά που του ήταν χρήσιμα και να μπολιάζει με τον πολιτισμό και το ήθος τους λαούς που βρέθηκαν ακόμη και ως κατακτητές στο διάβα του, αναπληρώνοντας έτσι τόσο το αριθμητικό μειονέκτημα στο πεδίο της μάχης, όσο και την καλύτερη κοινωνική και διοικητική οργάνωση φίλων και αντιπάλων.
Αυτός ο επιλεκτικός διεθνισμός και όχι η ισοπεδωτική πολτοποίηση, που επιχειρείται σήμερα, έγινε η μήτρα μέσα στην οποίαν γονιμοποιήθηκε και καρποφόρησε ο καρπός της συνάντησης του Ελληνικού πολιτισμού με τον Χριστιανισμό. Η ανεκτικότητα και η συνδιαλλαγή με τον ξένο, ακόμη και η ίδια η δημοκρατία, αναβαθμίστηκαν όταν η χριστιανική διδασκαλία περί της απόλυτης αξίας του ανθρώπου ως εικόνας Θεού και πολίτη της αιωνιότητας απετέλεσε καίρια προσθήκη της ιστορίας του νεότερου ελληνικού πολιτισμού.
 
Η ιστορική αυτή επιλογή δεν μεταμόρφωσε βεβαίως την ελληνική κοινωνία σε κοινωνία αγγέλων. Τι ανθρώπινο άλλωστε δεν παλεύει καθημερινά με πάθη και συγκρούσεις Στον τόπο μας, όμως, ο ξένος, ακόμη και στην έσχατη εξαθλίωση, ούτε ως υπάνθρωπος χαρακτηρίστηκε, ούτε πογκρόμ και οργανωμένα εγκλήματα συντελέστηκαν στο όνομα της διατήρησης μιας φαντασιακής καθαρότητας αίματος ή πολιτισμού.
Αναμφίβολα, η κοινωνία μας αντιμετωπίζει εκρηκτικά προβλήματα. Αλλά και το Έθνος μας, εξαιτίας εγκληματικών πολιτικών στο θέμα της λαθρομετανάστευσης, βρίσκεται στα πρόθυρα αλλοίωσης της εθνικής του συνοχής και ταυτότητας. Αυτό όμως που υποτίθεται πως υπερασπιζόμαστε με ενέργειες στηριγμένες μόνον στο θυμικό και μιμούμενοι πρακτικές άλλων κοινωνιών, κινδυνεύουμε να το προκαλέσουμε εμείς οι ίδιοι.
Όντως, η ανεξέλεγκτη λαθρομετανάστευση πρέπει να αντιμετωπιστεί εδώ και αμέσως. Ποιο το όφελος, όμως, εάν το ζήτημα αυτό διευθετηθεί με κάποιον τρόπο, αλλά η ποιότητα των αξιών και του ήθους μας ως ελληνικής κοινωνίας έχει υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία;
Χωρίς ψυχή και χωρίς πολιτισμό, που για αιώνες ημέρωσε στίφη και στίφη βαρβάρων, πώς θα διατηρήσουμε την ποιότητα των σχέσεων μεταξύ μας και με τους εκτός των τειχών μας και πώς θα έχουμε συνείδηση του ποιοτικότερου, που θέλουμε να διατηρήσουμε, αντιστεκόμενοι στη σύγχρονη βαρβαρότητα και στις έξωθεν επιβουλές;
Φοβάμαι πως οι αντιδράσεις μας, και στο θέμα αυτό, διαποτίζονται από το σαράκι που, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες, μας κατέφαγε: την ευκολία. Διότι είναι εύκολο να ανακαλύψεις αποδιοπομπαίους τράγους, ιδίως μάλιστα όταν αποτελούν και εύκολους αντιπάλους, όπως ο κάθε λογής εξαθλιωμένος που βρέθηκε στον τόπο μας. Η ανάλυση όμως των αιτίων, η υπομονή, αλλά κυρίως η αυτοκριτική για την αδιαφορία μας, την παθητικότητά μας, αλλά και για την ανοχή, ενίοτε και τη συνενοχή μας σε χρόνιες πολιτικές στρεβλώσεις, αποτελούν επώδυνες διαδικασίες, από τι οποίες έχουμε προ πολλού πάρει τεράστιες αποστάσεις. Όσο όμως τις αναβάλλουμε, οι βάρβαρες πρακτικές θα ριζώνουν, μέχρι που θα μας δώσουν τον απόλυτα καταστροφικό καρπό: την ελληνική έκδοση του ρατσισμού. Όταν όμως φτάσουμε εκεί, καμία αντίσταση και καμία αντίδραση δεν θα έχει νόημα. Τίποτε πια δεν θα υπάρχει προς υπεράσπιση και διεκδίκηση. Θα έχει χαθεί η ψυχή μας.
Όσο για την Εκκλησία, αυτή η ψυχή, τόσο η ανθρώπινη όσο και η εθνική, αποτελεί το κέντρο του ενδιαφέροντός της και το αντικείμενο της αγωνίας της. Γι' αυτό και είναι υποχρεωμένη να κρούει διαρκώς κώδωνα κινδύνου για το τι διακυβεύεται, κώδωνα επαγρύπνησης να μη χαθεί η συνέπεια με την ιστορική διαδρομή αυτού του λαού, κώδωνα αγωνίας όχι για το εάν θα διασωθεί μια ράτσα, αλλά για το πώς θα παραμείνει ζωντανό το όραμα μιας αληθινής αναγέννησης, πρώτα προσωπικής και κατόπιν κοινωνικής και εθνικής.
Είναι επόμενο πως η αναζήτηση μιας ισορροπίας εκ μέρους της Εκκλησίας προκαλεί βέλη κριτικής και χλευασμού ένθεν κακείθεν. Όσο όμως η διδασκαλία της προσφέρεται κρυστάλλινη και κατανοητή, κυρίως όμως όσο το παράδειγμα και το ήθος των μελών της συντονίζονται με το πνεύμα της, θα αποτελεί διαρκώς ένα μέτρο και μια πυξίδα, εν μέσω εποχών σύγχυσης και πλήρους αποπροσανατολισμού.
***
Δήλωση Μητροπολίτη Δωδώνης για ρατσιστικές επιθέσεις
 «Όποιος συμπεριφέρεται ρατσιστικά και ξενοφοβικά δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την Ορθοδοξία. Και τούτο επειδή ακριβώς ισχύει απαρέγκλιτα ότι στον αδελφό μας τον ελάχιστο βλέπουμε την εικόνα του Θεού», δήλωσε ο μητροπολίτης Δωδώνης Χρυσόστομος με αφορμή τις πρόσφατες ρατσιστικές επιθέσεις.
Παράλληλα ο κ. Χρυσόστομος στις δηλώσεις τονίζει με έμφαση ότι «διαχρονικά οι Έλληνες βρέθηκαν εκτός των συνόρων τους σε πολλές και διάφορες χώρες συχνά αλλόθρησκων όπου μάλιστα διέπρεψαν και όπου γεύονται -όχι χωρίς προβλήματα ενίοτε- τα αγαθά της ανεκτικότητας».
Εν τω μεταξύ, ο μητροπολίτης Αιγιαλείας και Καλαβρύτων κ. Αβρόσιος, αν και είχε κληθεί, δεν θα παραστεί στα εγκαίνια των γραφείων της Χρυσής Αυγής στο Αίγιο. Σύμφωνα με πληροφορίες της ΝΕΤ FM στα εγκαίνια θα παραστεί κληρικός της οικείας μητρόπολης.
***
Χρυσή Αυγή απαντάει σε Ιερώνυμο και Ιεράρχες που της επιτίθενται
Ουδέποτε η Χρυσή Αυγή διεκδίκησε τον ρόλο του προστάτη της Εκκλησίας. Είναι θλιβερό η Ιεραρχία να κατηγορεί την Χρυσή Αυγή, συμπλέοντας έτσι με άθεους και βλάσφημους πολιτικούς, που ανήκουν σε μυστικές εταιρίες, σκοτεινές λέσχες και δόγματα.
Χρυσή Αυγή - Γραφείο Τύπου
 

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ

Περί της Οδού

 
Συχνά τίθεται τό ερώτημα άν ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία ή Εκκλησία. Σέ αυτό τό ερώτημα δόθηκαν διάφορες απαντήσεις, οι περισσότερες τών οποίων κατατείνουν στό ότι ο Χριστιανισμός εκφράζεται περισσότερο ως Εκκλησία παρά ως θρησκεία. Σέ αυτό έχω καταλήξει στό βιβλίο μου «Θρησκεία καί Εκκλησία στήν κοινωνία».
 
Ο όρος θρησκεία χρησιμοποιείται από τόν Απόστολο Παύλο γιά νά χαρακτηρίση τήν αίρεση τού Ιουδαϊσμού (Πράξ. κστ', 4-5), καί τήν «θρησκεία τών αγγέλων», πού επαγγελλόταν ο γνωστικισμός (Κολ. β', 18-19). Κυρίως, όμως, η λέξη θρησκεία χρησιμοποιείται από τόν Αδελφόθεο Ιάκωβο πού κάνει λόγο γιά «θρήσκο», ο οποίος δέν χαλιναγωγεί τήν γλώσσα του, αλλά απατά τήν καρδία του καί γι’ αυτό η θρησκεία του είναι μάταιη. Καί στήν συνέχεια, κάνει λόγο γιά «θρησκεία καθαρά καί αμίαντον» από τόν Θεό καί Πατέρα πού σημαίνει «επισκέπτεσθαι ορφανούς καί χήρας εν τή θλίψει αυτών, άσπιλον εαυτόν τηρείν από τού κόσμου» (Ιακ. α', 26-27). Ο Απόστολος Παύλος, όπως είναι γνωστόν, επιμένει κυρίως στόν όρο Εκκλησία, πού είναι τό Σώμα τού Χριστού (Κολ. Α', Τιμ. γ', 15. Α’ Κορ. ιβ', 12-30. Εφ. δ', 11-16 καί ε', 29-30 καί αλλού).
Σέ σχετικό κείμενό μου ανέλυσα ότι στήν Καινή Διαθήκη χρησιμοποιούνται καί άλλοι όροι γιά νά δηλώσουν τήν νέα ζωή πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός, όπως Ευαγγέλιο, Βασιλεία καί στρατεία. Βέβαια, όλοι αυτοί οι όροι είναι κτιστά ρήματα καί νοήματα πού θέλουν νά εκφράσουν, όσο είναι δυνατόν, τήν άκτιστη πραγματικότητα, τήν εμπειρία τής ακτίστου δόξης τού Θεού. Έτσι, άλλο είναι η θεία αποκάλυψη πού είναι μέθεξη τής ακτίστου πραγματικότητος, πού γίνεται χωρίς κτιστά ρήματα καί νοήματα, καί άλλο είναι η μεταφορά αυτής τής ακτίστου πραγματικότητος μέ κτιστά ρήματα καί νοήματα.
Ειδικότερα σήμερα θά αναφερθώ σέ έναν καινοδιαθηκικό όρο πού χαρακτηρίζει τήν νέα πραγματικότητα στόν κόσμο, πού δημιουργήθηκε μέ τήν ενανθρώπηση τού Χριστού καί τήν Πεντηκοστή. Καί αυτός ο όρος είναι η «οδός».
1. «Τά περί τής οδού»
Στό βιβλίο τών «Πράξεων τών Αποστόλων» ο Χριστιανισμός χαρακτηρίζεται ως οδός καί οι Χριστιανοί ως βαδίζοντες αυτήν τήν οδόν. Γράφοντας γιά τόν Απόστολο Παύλο, πού απεστάλη ως Σαούλ στήν Δαμασκό γιά νά συλλάβη τούς Χριστιανούς, σημειώνει: «Ητήσατο παρ’ αυτού (παρά τού αρχιερέως) επιστολάς εις Δαμασκόν πρός τάς συναγωγάς, όπως εάν τινας εύρη τής οδού όντας, άνδρας τε καί γυναίκας, δεδεμένους αγάγη εις Ιερουσαλήμ» (Πράξ. θ', 2). Δηλαδή, εδώ μέ τόν όρο «τής οδού όντας» εννοεί τούς Μαθητάς τού Χριστού, τούς Χριστιανούς. Σέ άλλο σημείο λέγεται: «Εγένετο δέ κατά τόν καιρόν εκείνον τάραχος ουκ ολίγος περί τής οδού» (Πράξ. ιθ', 23), δηλαδή περί τής νέας πίστεως. Στήν Έφεσο ο Απόστολος Παύλος, μετά τήν επιστροφή του στόν Χριστό, παρέμεινε τρείς μήνες καί πήγαινε στήν συναγωγή «διαλεγόμενος καί πείθων τά περί τής βασιλείας τού Θεού», αλλά μερικοί από τους Ιουδαίους «εσκληρύνοντο καί ηπείθουν κακολογούντες τήν οδόν ενώπιον τού πλήθους» (Πράξ. ιθ', 8-9), δηλαδή κακολογούσαν τήν οδό, τήν νέα πίστη πού έφερε ο Χριστός καί ζούσαν μέ αυτήν οι Μαθητές Του. Στήν απολογία του ο Απόστολος Παύλος πρός τούς Ιουδαίους, ενώπιον τού χιλιάρχου ονομάζει πάλι τόν Χριστιανισμό οδόν, όταν λέγη «ταύτην τήν οδόν εδίωξα μέχρι θανάτου, δεσμεύων καί παραδιδούς εις φυλακάς άνδρας τε καί γυναίκας» (Πράξ. κβ', 4). Ενώπιον τού Ρωμαίου ηγεμόνος Φήλικος, ο Απόστολος Παύλος απολογήθηκε γιά τήν νέα πίστη, τήν οποία οι Ιουδαίοι αποκαλούσαν αίρεση καί τήν χαρακτηρίζει οδόν. «Ομολογώ δέ τούτό σοι ότι κατά τήν οδόν ήν λέγουσιν αίρεσιν ούτω λατρεύω τώ πατρώω Θεώ» (Πράξ. κδ', 14). Μετά τήν απολογία του ο ηγεμόνας Φήλιξ ανέβαλε νά εκδώση απόφαση, γιατί γνώριζε καλύτερα τά τής νέας πίστεως-διδασκαλίας, γι’ αυτό γράφουν οι «Πράξεις τών Αποστόλων»: «Ακούσας δέ ταύτα ο Φήλιξ ανεβάλετο αυτούς, ακριβέστερον ειδώς τά περί τής οδού» (Πράξ. κδ', 22). Η νέα χριστιανική πίστη πολλές φορές ονομάσθηκε «οδός σωτηρίας» (Πράξ. ιστ', 17), «οδός τού Κυρίου» (Πράξ. ιη', 25), καί «οδός τού Θεού» (Πράξ. ιη', 26).
Υπάρχουν τρία χωρία στά οποία γίνεται λόγος γιά Χριστιανούς, (Πράξ. ια', 26. κστ', 28. Α’ Πετρ. δ', 16), αλλά δέν υπάρχει καμμία λέξη πού νά χαρακτηρίζη τήν νέα ζωή πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός ως Χριστιανισμό. Αντίθετα, υπάρχουν άλλοι όροι, μεταξύ τών οποίων η οδός, όπως είδαμε προηγουμένως.
Ο Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στήν εν Χριστώ ζωή του καί σέ όλες τίς αποκαλύψεις πού δέχθηκε καί τήν διδασκαλία του, κάνει λόγο γιά «τάς οδούς μου τάς εν Χριστώ» ( Α' Κορ. δ', 17). Στήν πρός Εβραίους επιστολή του, αναφερόμενος στήν «είσοδον τών αγίων εν τώ αίματι τού Ιησού», λέγει: «ήν ενεκαίνισεν ημίν οδόν πρόσφατον καί ζώσαν διά τού καταπετάσματος τουτ’ έστι τής σαρκός αυτού» (Εβρ. ι', 19-21).
Η νέα ζωή πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός χαρακτηρίσθηκε από τήν αρχή καί οδός, αφού πρόκειται γιά μιά πορεία μέθεξης τών αγαθών τής ενανθρωπήσεως τού Χριστού καί μυήσεως στήν Βασιλεία τού Θεού. Άλλωστε, ο Ίδιος ο Χριστός είπε: «εγώ ειμί η οδός, η αλήθεια καί η ζωή ουδείς έρχεται πρός τόν πατέρα ει μή δι’ εμού» (Ιω. ιδ', 6). Η κοινωνία μέ τόν Χριστό είναι πορεία στήν νέα οδό πού οδηγεί στόν Πατέρα. Ο ιερός Νικόλαος Καβάσιλας έχοντας υπ’ όψη του αυτόν τόν λόγο γράφει ότι «αυτός (ο Χριστός) μέν εστιν, ώ δυνάμεθα βαδίζειν, αυτός εστιν η οδός, καί πρός γε ότι τό κατάλυμα τής οδού καί τό πέρας».
Φαίνεται ότι στήν αρχαία Εκκλησία έκαναν πολύ λόγο γιά τήν οδό, τήν νέα πορεία πού έφερε ο Χριστός στούς ανθρώπους. Νά υπενθυμίσουμε τήν «Διδαχή τών Δώδεκα Αποστόλων» όπου γίνεται λόγος γιά τίς δύο οδούς. «Οδοί δύο εισί, μία τής ζωής καί μία τού θανάτου, διαφορά δέ μεταξύ τών δύο αυτών». Μέσα σέ αυτήν τήν προοπτική καί ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος χαρακτηρίζει τούς Χριστιανούς «συνόδους», δηλαδή συνοδοιπόρους, πού είναι ναοί τού Αγίου Πνεύματος. «Εστέ ούν καί σύνοδοι πάντες, θεοφόροι καί ναοφόροι, χριστοφόροι, αγιοφόροι». Ακόμη αποκαλεί τούς Χριστιανούς «θεοδρόμους», γιατί η όδός αυτή οδηγεί στόν Ουρανό.
Η οδός τήν οποία ακολουθούν οι Μαθητές τού Χριστού ξεκινά από τόν Προφήτη καί καταλήγει στόν Χριστό, δηλαδή από τήν Παλαιά Διαθήκη προχωρούν στήν Καινή Διαθήκη, από τήν ακρόαση τών Προφητών προχωρούν στήν μέθεξη τού σεσαρκωμένου Λόγου καί δι’ Αυτού ανέρχονται στόν ουρανό. Αυτή είναι η οδός πού οδηγεί στόν Χριστό, αφού από τήν ακρόαση τού Λόγου ή περί τού Λόγου, οδηγούμαστε στήν θεωρία τού Λόγου. Καί βέβαια, αυτό δέν σημαίνει τήν γνώση μόνον τού κατά σάρκα Χριστού, αλλά κυρίως τού κατά πνεύμα Χριστού, τού Χριστού τής αποκαλύψεως, τής φανερώσεως (πρβλ. Β', Κορ. ε', 16).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα τής νέας οδού είναι η πρώτη κλήση τού Ανδρέου καί Ιωάννου στό αποστολικό αξίωμα, πού ήταν μαθητές τού Ιωάννου τού Προδρόμου καί εκλήθηκαν στό αποστολικό αξίωμα. Βρίσκονταν μαζί μέ τόν Τίμιο Πρόδρομο, όταν τόν άκουσαν νά τούς υποδεικνύη τόν Χριστό: «ίδε ο αμνός τού Θεού», καί αμέσως Τόν ακολούθησαν. Τότε εστράφη ο Χριστός «καί θεασάμενος αυτούς ακολουθούντας λέγει αυτοίς τί ζητείτε;» Καί όταν οι μαθητές ζήτησαν νά μάθουν πού μένει, Εκείνος τούς απάντησε: «έρχεσθε καί ίδετε». Καί ομολογεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, πού ήταν ένας από αυτούς: «ήλθον ούν καί είδον πού μένει, καί παρ’ αυτώ έμειναν τήν ημέραν εκείνην» (Ιω. α’, 35-41).
Ερμηνεύοντας κανείς αυτό τό περιστατικό μπορεί νά δώση μιά εξωτερική ιστορική καί κοινωνική ερμηνεία, πού κάνει λόγο γιά μιά περιέργεια γιά τό πού μένει ο Χριστός, γιά τήν πρόσκληση καί τήν αποδοχή της, ως καί τήν διαμονή τους στήν οικία πού έμενε ο Χριστός. Όμως, στήν εκκλησιαστική παράδοση γίνεται λόγος γιά τό ότι πρόκειται γιά μιά οδό, από τήν κοινωνία μέ τόν Ιωάννη τόν Πρόδρομο στήν κοινωνία μέ τόν Χριστό, γιά τήν πορεία από τόν προφητικό λόγο στήν μέθεξη τού ακτίστου Λόγου, από τήν κάθαρση στήν θεωρία.
Ο ιερός Θεοφύλακτος Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας προσφέρει αυτήν τήν πνευματική ερμηνεία. Σύμφωνα μέ αυτήν ο Ανδρέας καί ο Ιωάννης «τού ατρόφου ήσαν μαθηταί», δηλαδή τού Ιωάννου τού Προδρόμου, καί αφού τόν άκουσαν νά ομιλή περί τού Χριστού, τόν ακολούθησαν καί Εκείνος έδειξε τήν δόξα τού προσώπου Του. «Πρός τούς ακολουθούντας αυτώ στρέφεται ο Ιησούς, καί δεικνύει αυτοίς τό εαυτού πρόσωπον». Πρόκειται γιά αποκάλυψη τού προσώπου τού Χριστού, πού γίνεται από τόν Ίδιον τόν Χριστό σέ αυτούς πού τόν ακολουθούν. Τό νά ακολουθή κανείς τόν Χριστό σημαίνει νά τηρή τόν λόγο Του, διά τής πρακτικής ζωής καί τότε φθάνει στόν φωτισμό τής γνώσεως. «Ει μή γάρ διά τής αγαθής πράξεως ακολουθήσης τώ Ιησού, ουκ άν φθάσης εις θεωρίαν τού προσώπου Κυρίου, ουδέ απελεύση πρός τήν κατανομήν αυτού, τουτέστιν, ου φθάσεις εις τόν τής θείας γνώσεως φωτισμόν». Αυτό είναι σημαντικό γιατί «οικία τού Χριστού τό φώς."Φώς γάρ, φησίν, οικών απρόσιτον"». Καί συμπεραίνει ο ιερός Θεοφύλακτος: «Ο γάρ τοι μή καθάρας εαυτόν, καί διά τής καθάρσεως ακολουθήσας, πώς εν γνώσει φωτισθήσεται;».
Τό περιστατικό αυτό τής συναντήσεως τών δύο Μαθητών μέ τόν Χριστό δέν κινείται απλώς στήν επιφάνεια, δέν είναι ένα εξωτερικό-ιστορικό γεγονός, αλλά αποκάλυψη τού Ίδιου τού Χριστού στούς δύο Μαθητές. Πρόκειται γιά ένα περιστατικό μεταμορφώσεως τού Χριστού, μιά θαβώρεια εμπειρία.
 
Αυτή είναι η οδός πρός τήν ζωή. Πρώτα κανείς ακούει γιά τόν Χριστό από τούς Προφήτας, έπειτα ακολουθεί τόν Χριστό, δέχεται τήν φανέρωση τού προσώπου Του, καί οδηγείται στό Φώς, πού είναι η πραγματική οικία Του.
Τήν οδό ως τρόπο βιώσεως τής ζωής τού Χριστού μπορούμε νά τήν ερμηνεύσουμε μέ δύο επί μέρους έννοιες, ήτοι τήν «Βασιλεία τού Θεού» καί τήν «κοινωνία θεώσεως».
 

2. «Βασιλεία τού Θεού»
Πολλές φορές στήν Καινή Διαθήκη γίνεται λόγος γιά τήν Βασιλεία τού Θεού καί μέ αυτόν τόν όρο χαρακτηρίζεται η μέθεξη τής ζωής τού Θεού. Ο Χριστός, στίς Παραβολές Του, έκανε επανειλημμένως λόγο γιά τήν Βασιλεία τού Θεού, τήν Βασιλεία τών Ουρανών. Μάλιστα καί στήν Κυριακή προσευχή παρακαλούμε τόν Πατέρα λέγοντας: «ελθέτω η Βασιλεία σου» (Ματθ. στ', 10).
Τά περί τής Βασιλείας τού Θεού καί τά περί τής οδού πρός τήν Βασιλεία τού Θεού ερμηνεύονται από έναν σημαντικό λόγο τού Χριστού πρός τούς Μαθητάς Του. «Αμήν λέγω υμίν ότι εισί τινες τών ώδε εστηκότων, οίτινες ου μή γεύσωνται θανάτου έως άν ίδωσι τήν βασιλείαν τού Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει» (Μάρκ. θ', 1). Τό ερώτημα πού τίθεται είναι σέ ποιά Βασιλεία αναφέρεται ο Χριστός, ποιά είναι αυτή η Βασιλεία καί πώς έρχεται εν δυνάμει, πρίν τήν γεύση τού θανάτου. Από τά επόμενα, στά οποία γίνεται λόγος γιά τήν Μεταμόρφωσή Του στό όρος Θαβώρ, φαίνεται καθαρά ότι η Βασιλεία τού Θεού αναφέρεται στό γεγονός τής Μεταμορφώσεως τού Χριστού, στό οποίο παρευρέθηκαν τρείς Μαθητές, είναι η φανέρωση τού Χριστού στό Φώς, πού γίνεται μέ τό Άγιον Πνεύμα. Η όραση αυτού τού Φωτός είναι η μέθεξη τής Βασιλείας τού Θεού.
Είναι χαρακτηριστική στό σημείο αυτό η ερμηνεία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά. Ερμηνεύοντας τό χωρίο αυτό λέγει ότι «πανταχού εστιν ο τού παντός βασιλεύς καί πανταχού εστιν η βασιλεία αυτού». Οπότε, τό «έρχεσθαι τήν βασιλείαν τού Θεού» δέν σημαίνει ότι έρχεται «άλλοθεν αλλαχόσε», «αλλά τό φανερούσθαι ταύτην τή δυνάμει τού θείου Πνεύματος». Καί αυτή η δύναμη τού Αγίου Πνεύματος δέν έρχεται στούς τυχόντας, αλλά σέ εκείνους πού στέκονται μαζί μέ τόν Κύριο «τουτέστι τοίς εστηριγμένοις εν τή πίστει αυτού καί τοίς κατά Πέτρον καί Ιάκωβον καί Ιωάννην καί τούτους αναφερομένους υπό τού λόγου πρότερον εις όρος υψηλόν, δηλονότι τής φυσικής ημών ταπεινότητος υπεραναβιβαζομένοις». Σέ μιά τέτοια θεοπτία ο Θεός καταβαίνει «τής οικείας περιωπής» καί αυτός ανάγει ημάς «εκ τής κάτωθεν ταπεινώσεως, ίνα χωρισθή μετρίως γούν γεννητή φύσει καί όσον ασφαλές ο αχώρητος».
Είναι φανερό ότι η Βασιλεία τού Θεού δέν είναι μιά κτιστή πραγματικότητα, δέν είναι η σωματική παρουσία τού ανθρώπου σέ κάποιο μέρος, δέν είναι μιά τυπική καί μηχανική παρακολούθηση ενός γεγονότος, ακόμη καί η συμμετοχή μας στήν θεία Ευχαριστία, αλλά είναι η θέα τού ακτίστου Φωτός στήν υπόσταση τού Λόγου πού γίνεται από εκείνους πού βρίσκονται σέ μιά τέτοια πνευματική κατάσταση ώστε νά μεθέξουν τής ακτίστου Χάριτος τού Θεού ως Παραδείσου. Αυτό γίνεται καί στήν θεία Ευχαριστία, αλλά μόνον από εκείνους πού έλαβαν τό Άγιον Πνεύμα καί ανέβηκαν στό όρος τής θεοπτίας, μαζί μέ τούς τρείς Αποστόλους, τόν Πέτρο, τόν Ιάκωβο καί τόν Ιωάννη.

 
3. «Κοινωνία θεώσεως»
Τόν όρο «κοινωνία θεώσεως» γιά τήν Εκκλησία τού Χριστού τόν συναντούμε στήν διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά καί αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί δείχνει πώς εννοείται ότι ένας άνθρωπος είναι μέλος τής Εκκλησίας τού Χριστού.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφερόμενος σέ χωρίο τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου γιά τούς τρείς σεισμούς, αναλύει τό θέμα αυτό. Λέγει ότι πρώτος σεισμός έγινε όταν θαυματουργούσε ο Θεός διά τού Μωϋσέως καί μέ αυτόν οι Εβραίοι μετατέθηκαν «από τής τών ειδώλων προσκυνήσεως επί τήν αμυδράν μέν, αληθή δέ θεογνωσίαν». Ο δεύτερος σεισμός έγινε «επί τού Υιού καί τού αγίου Πνεύματος», κατά τόν οποίο οι Ιουδαίοι μεταρρυθμίζονταν από τόν νόμο στό Ευαγγέλιο καί κάθε έθνος εκαλείτο «πρός τήν ευαγγελιζομένην κοινωνίαν τής θεώσεως». Καί ο τρίτος σεισμός έγινε όταν ο Χριστός βάδιζε μόνος διά τού σταυρού στήν αληθινή έρημο, δηλαδή τόν θάνατο καί τόν άδην καί φανερωνόταν στό μέσον τού λαού τών Ιουδαίων καί η γή σείσθηκε αισθητώς διά τής θεοσημίας εκ τών ουρανών.
Από τό παράθεμα αυτό τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά θά ήθελα νά κρατήσω τά τού δευτέρου σεισμού, όταν μέ τήν ενανθρώπηση τού Χριστού κάθε έθνος εκαλείτο «πρός τήν ευαγγελιζομένην κοινωνίαν τής θεώσεως». Αυτή η φράση δείχνει ότι η ζωή μέσα στήν Εκκλησία δέν είναι μιά τυπική καί μηχανική διδασκαλία, αλλά είναι «κοινωνία θεώσεως», πού σημαίνει ότι οι Χριστιανοί, τά μέλη τής Εκκλησίας, βρίσκονται σέ πορεία θεώσεως, είναι θεούμενοι, μετέχουν κατά διαφόρους βαθμούς τής θεοποιού ζωής. Τά μυστήρια τής Εκκλησίας, η μετάνοια τού ανθρώπου, ο αγώνας γιά τήν μεταμόρφωση τού εσωτερικού του κόσμου κλπ γίνονται μέ τήν ενέργεια τού Αγίου Πνεύματος. Στούς αναβαθμούς ψάλλουμε: «Αγίω Πνεύματι προσπηγάζει πάσα σοφία ένθεν χάρις Αποστόλοις καί τοίς άθλοις καταστέφονται Μάρτυρες καί Προφήται ορώσιν».
Κατά τήν διδασκαλία τών Πατέρων τής Εκκλησίας, στόν Τριαδικό Θεό ο ενεργών είναι τό Πρόσωπο-Υπόσταση, τό ενεργητικό είναι η φύση, η ενέργεια είναι η ουσιώδης κίνηση τής φύσεως, πού είναι ενυπόστατη, καί τό ενέργημα είναι τό αποτέλεσμα τής ακτίστου ενεργείας. Έτσι, όταν η ενέργεια δημιουργή τήν κτίση λέγεται ουσιοποιός, όταν τήν ζωοποιή λέγεται ζωοποιός, όταν τήν συντηρή χαρακτηρίζεται προνοητική, όταν δίδη σοφία καί γνώση λέγεται σοφοποιός καί όταν θεώνη τόν άνθρωπο ονομάζεται θεοποιός ενέργεια. Μεταξύ τών ενεργειών τού Θεού είναι η καθαρτική, πού καθαρίζει τόν άνθρωπο από τά πάθη του, η φωτιστική πού φωτίζει τόν νού του καί η θεοποιός πού τόν θεώνει.
Τό ότι η Εκκλησία λέγεται «κοινωνία θεώσεως» δηλώνει ότι τά μέλη της συμμετέχουν, κατά διαφόρους βαθμούς, στήν άκτιστη ενέργεια τού Θεού. Καί μέ αυτό δέν εννοείται η ουσιοποιός, ζωοποιός καί σοφοποιός ενέργεια στήν οποία μετέχει όλη η κτίση, αλλά κυρίως η θεοποιός, πού συντελεί στήν πορεία πρός τήν θέωση καί αυτό σημαίνει ότι προηγείται η καθαρτική καί φωτιστική ενέργεια.
Γίνεται φανερό ότι, όταν κανείς δέχεται τά περί προσώπου – υποστάσεως στόν Θεό, όταν αποδέχεται τήν διδασκαλία τής Εκκλησίας γιά τό μυστήριο τής αδιαιρέτου διαιρέσεως τής ακτίστου ουσίας καί ακτίστου ενεργείας στόν Θεό, καί ότι η ενέργεια τού Θεού είναι μεθεκτή, ενώ η ουσία Του είναι αμέθεκτη, αλλά συγχρόνως δέν αποδέχεται τά περί καθαρτικής, φωτιστικής καί θεοποιού ενεργείας τού Θεού, σημαίνει ότι έχει σοβαρή έλλειψη στήν θεολογία του καί κατ’ επέκταση στήν εκκλησιολογία του, δέν ανήκει στήν «κοινωνία τής θεώσεως».
Θά πρέπει νά αναφερθή ένα καταπληκτικό χωρίο τού Αποστόλου Παύλου, στό οποίο γίνεται λόγος γιά τό πώς οι Χριστιανοί αντιλαμβάνονται ότι έχουν τό Άγιον Πνεύμα καί κατά πόσον ανήκουν στόν Χριστό.
Στήν πρός Ρωμαίους επιστολή του γράφει ο Απόστολος Παύλος: «όσοι γάρ Πνεύματι Θεού άγονται, ούτοι εισίν υιοί Θεού. ου γάρ ελάβετε πνεύμα δουλείας πάλιν εις φόβον, αλλ’ ελάβετε πνεύμα υιοθεσίας» (Ρωμ. η', 14).
Αυτό σημαίνει ότι υιοί Θεού δέν είναι απλώς οι δημιουργημένοι από τόν Θεό, πού λέγονται κτίσματα, αλλά εκείνοι πού έλαβαν τήν δωρεά τού Αγίου Πνεύματος μέ τό Βάπτισμα καί τήν εν Χάριτι αναγέννησή τους καί όσοι άγονται, δηλαδή καθοδηγούνται από τό Άγιον Πνεύμα. Η μέθεξη τού Αγίου Πνεύματος δέν είναι μία στατική καί τυπική κατάσταση, αλλά μία δυναμική πορεία, μία οδός, πού ταυτίζεται μέ τό χάρισμα τής υιοθεσίας.
Στήν συνέχεια, γράφει ο Απόστολος: «εν ώ κράζομεν αββά ο πατήρ» (Ρωμ. η', 16). Η εν Πνεύματι υιοθεσία δέν είναι μία ιδεατή καί κληρονομική κατάσταση, αλλά πραγματική, πού αποδεικνύεται από τήν προσευχή στήν καρδιά καί μάλιστα τήν νοερή-καρδιακή προσευχή. Κράζομεν, λέγει ο Απόστολος Παύλος, καί αποκαλούμε τόν Θεό Πατέρα. Η αίσθηση τής πατρότητος αποδεικνύεται εμπειρικά, διά τής προσευχής. Οι αρχαίοι Χριστιανοί ένοιωθαν τόν Θεό ως Πατέρα καί προσεύχονταν σέ Αυτόν.
Αμέσως μετά ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται στήν συνέργεια μεταξύ Θεού καί ανθρώπου, στό πώς μεταφράζεται καί βιώνεται αυτή η σχέση τού ανθρώπου μέ τόν Θεό, όταν γράφη: «Αυτό τό Πνεύμα συμμαρτυρεί τώ πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού» (Ρωμ. η', 16). Πρόκειται γιά μιά συμμαρτυρία, αφού η ψυχή μας, τό πνεύμα μας, συμμαρτυρεί μέ τό Άγιον Πνεύμα ότι είμαστε τέκνα Θεού. Αυτή η συμμαρτυρία είναι η νοερά-καρδιακή προσευχή, όπως τήν συναντούμε στά μετέπειτα πατερικά κείμενα πού είναι ένδειξη καί φανέρωση τής θείας υιοθεσίας.
Τό σημαντικό είναι ότι, κατά τήν διδασκαλία τού Αποστόλου Παύλου, όσοι ζούν κατ’ αυτόν τόν πνευματικό τρόπο τήν υιοθεσία, αυτοί είναι πραγματικά μέλη τής Εκκλησίας τού Χριστού, γι’ αυτό γράφει: «υμείς δέ ουκ εστέ εν σαρκί, αλλά εν πνεύματι, είπερ Πνεύμα Θεού οικεί εν υμίν» (Ρωμ. η', 8). Ο άνθρωπος πού δέν έχει τό Άγιον Πνεύμα μέσα στήν καρδιά του είναι σαρκικός καί γι’ αυτόν τόν λόγο «τό γάρ φρόνημα τής σαρκός θάνατος, τό δέ φρόνημα τού πνεύματος ζωή καί ειρήνη» (Ρωμ. η', 7). Ο σαρκικός άνθρωπος, πού δέν έχει τό Άγιον Πνεύμα, είναι νεκρός κατά Χάριν. Καί βεβαίως «ει δέ τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ εστιν αυτού» (Ρωμ. η', 9), δηλαδή δέν ανήκει στόν Χριστό καί δέν είναι πραγματικό μέλος Του καί τής Εκκλησίας Του, πού είναι τό Σώμα Του.
Από αυτήν τήν μικρή ανάλυση εξάγεται τό συμπέρασμα ότι η υιοθεσία τού Χριστιανού από τόν Χριστό φανερώνεται μέ τήν μέθεξη τού Αγίου Πνεύματος καί αυτή επιβεβαιώνεται μέ τήν νοερά-καρδιακή προσευχή. Αυτή η προσευχή είναι οι ύμνοι καί οι ωδές οι πνευματικές πού άδει κανείς στήν καρδιά (Εφ. ε', 19). Όσοι έχουν αυτήν τήν προσευχή καί τό πνεύμα τους συμμαρτυρεί στό πνεύμα τού Θεού ότι είναι τέκνα Θεού, δέν είναι σαρκικοί, αλλά πνευματικοί, δέν είναι νεκροί πνευματικά, αλλά έχουν ζωή, καί αυτοί ανήκουν στόν Χριστό.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, στήν «Μυσταγωγία» του, κάνει λόγο γιά τρείς κινήσεις. Η πρώτη κίνηση είναι η είσοδος στόν Ναό, πού σημαίνει τήν επιστροφή τών απίστων από τήν άγνοια καί τήν πλάνη τους στήν επίγνωση τού Θεού, καθώς επίσης καί τήν μετατόπιση τών πιστών από τήν κακία καί τήν αγνωσία στήν αρετή καί τήν γνώση. Η δεύτερη κίνηση είναι μετά τήν αποχώρηση τών κατηχουμένων, πού γίνεται μετά τήν ανάγνωση τού ιερού Ευαγγελίου, καί επομένως δηλώνει τήν απομάκρυνση τών υλικών καί τήν είσοδο τών αξίων «εις τόν νοητόν κόσμον, ήτοι τόν νυμφώνα τού Χριστού», δηλαδή τήν βίωση τής εσχατολογικής πραγματικότητας ως παρούσας κατάστασης. Καί η τρίτη κίνηση είναι τής ψυχής από τήν περιπλάνησή της στά σχήματα καί τίς μορφές πού προκαλεί η προσενατένιση στά αισθητά, στήν «εν πνεύματι φυσικήν θεωρίαν» καί στήν «επί τήν γνώσιν τής εκφανούς αυτήν άγοντα θεολογίας, μετά τών πάντων διάβασιν καί τήν ίσην τοίς αγγέλοις κατά τό εφικτόν αυτή παρεχόμενον νόησιν».
Είναι φανερό ότι η «Μυσταγωγία», δηλαδή η θεία Ευχαριστία, δέν ερμηνεύεται μόνον ιστορικά, ως μετάβασή μας στόν Ναό, αλλά συγχρόνως καί εσχατολογικά, ως βίωση τών εσχάτων, καί επί πλέον ασκητικά-νηπτικά-ησυχαστικά. Κατά τόν άγιο Μάξιμο τόν Ομολογητή, συνδέονται στενότατα τά μυστήρια μέ τήν βίωση τής πρακτικής φιλοσοφίας, τής φυσικής θεωρίας καί τής μυστικής θεολογίας, όπως φαίνεται σέ όλα τά έργα του. Η οδός τού Θεού είναι η κάθοδος τού νοός στήν καρδιά, διά τής Χάριτος τού Θεού, καί στήν συνέχεια η ανάβασή του στόν Θεό καί η μέθεξη όλων τών αιωνίων αγαθών. Όποιος απορρίπτει τόν ησυχασμό μειώνει τήν εσχατολογική θεώρηση τού μυστηρίου τής θείας Ευχαριστίας, αλλά καί τήν οδό πρός τήν Βασιλεία τού Θεού.
Στίς ημέρες μας γίνεται ευρύτατος λόγος γιά τό άν ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία ή Εκκλησία. Βεβαίως, δέν είναι θρησκεία μέ τόν τρόπο πού αποδίδεται σέ άλλες θρησκείες, αφού είναι «θρησκεία καθαρά», αλλά είναι κυρίως καί πρό παντός Εκκλησία. Επειδή όμως είναι ενδεχόμενο καί ο όρος Εκκλησία νά ιδεολογοποιηθή καί νά εκκοσμικευθή, γι’ αυτό καί τήν Εκκλησία πρέπει νά τήν εννοούμε ως Σώμα Χριστού μέ τίς τρείς αυτές φράσεις πού ανέφερα προηγουμένως, ήτοι «οδός» πρός τήν ζωή, «Βασιλεία Θεού» καί «κοινωνία θεώσεως».
Πρόκειται γιά μιά διαρκή πορεία πρός τήν μέθεξη τής ακτίστου θεοποιού Χάριτος τού Θεού, μιά πορεία από τό κατ’ εικόνα στό καθ’ ομοίωση. Κατά τόν άγιο Μάξιμο αυτή η οδός είναι «αεικίνητος στάσις» καί «στάσιμος κίνησις». Δέν είναι μιά στατική κατάσταση καί ενέργεια, αλλά μιά διαρκής πορεία ανακαινίσεως καί αναγεννήσεως τού ανθρώπου. Τό άγιον Βάπτισμα καί τό άγιον Χρίσμα είναι αρχή τής οδού αυτής, η θεία Ευχαριστία είναι ο τόπος καί ο χώρος τής φανερώσεως τής Βασιλείας τού Θεού, αλλά χρειάζεται μιά διαρκής μετάνοια καί ανακαίνιση, πού γίνεται μέ τήν ενέργεια τού Θεού καί τήν δική μας συνέργεια, γιά τήν προσωπική μέθεξη τής Χάριτος τού Θεού, πού υπάρχει στήν Εκκλησία. Μέσα από αυτήν τήν προοπτική βλέπω καί τήν Εκκλησία τού Χριστού, καί τά μέλη της πού είναι μέλη τού Σώματος τού Χριστού. Οι Χριστιανοί είναι οι διαρκώς βαδίζοντες τήν οδό πρός τήν σωτηρία.
Αυτά είναι «τά περί τής οδού».
Μακάριοι οι οδοιπόροι πρός τήν ζωή.–
Αναγεννητική πορεία
Ο Απόστολος Παύλος ομιλεί γιά κάλυμμα στό πρόσωπο καί γιά ανακεκαλυμμένο πρόσωπο. Τό κάλυμμα στό πρόσωπο τών συγχρόνων ανθρώπων συνδέεται μέ τό κάλυμμα τής καρδίας, πράγμα πού σημαίνει ότι η άρση τού καλύμματος είναι η κάθαρση καί ο φωτισμός τής καρδίας, καί αυτό είναι η σφραγίδα τού αρραβώνα τού Αγίου Πνεύματος στήν καρδιά. Εδώ δίνεται μιά ερμηνεία τού τί είναι τό προσωπείο=κάλυμμα=μάσκα καί τί είναι τό πρόσωπο κατά τόν Απόστολο Παύλο. Πρόκειται γιά τήν διαφορά μεταξύ πωρώσεως τής καρδίας καί σφραγίδας τού Αγίου Πνεύματος στήν καρδιά. Τό πρόσωπο εδώ δέν ερμηνεύεται μέ φιλοσοφικούς όρους, μέ κοινωνικούς καί φιλοσοφικούς στοχασμούς, αλλά μέ τήν εμπειρία τού Αγίου Πνεύματος στήν καρδιά. Άν δέν υπάρχη τό Άγιον Πνεύμα στήν καρδιά, τότε υπάρχει τό κάλυμμα, τό προσωπείο.
Ο Απόστολος Παύλος μάς δίνει καί μιά άλλη εμπειρία τού ανακεκαλυμμένου προσώπου, αφού τό συνδέει μέ τόν κατοπτρισμό τής δόξης τού Θεού. Ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος κατ' εικόνα Θεού, καί αυτό τό κατ' εικόνα είναι ο καθρέπτης διά τού οποίου βλέπει τό Φώς τού Θεού. Η όραση τού ακτίστου Φωτός γίνεται έσωθεν διά τής καρδίας. Αυτή η όραση είναι μεταμόρφωση τού ανθρώπου, πού δέν έχει τέλος, γιατί γίνεται «από δόξης εις δόξαν».
Σέ αυτήν τήν πνευματική κατάσταση λάμπει τό Φώς στήν καρδιά, ο άνθρωπος φθάνει στήν θέωση καί αποκτά τήν πραγματική θεολογία πού είναι η γνώση «τής δόξης τού Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού» (Β' Κορ. δ', 6). Έτσι ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, όχι απλώς επειδή έχει ελευθερία καί λογική καί σκέπτεται ελεύθερα, αλλά γιατί ενεργοποιεί τήν λεγομένη υποστατική αρχή στήν καρδιά του. Τό πρόσωπο συνδέεται στενά μέ τήν χρίση καί σφραγίδα τού αρραβώνος τού Πνεύματος στήν καρδιά, μέ τήν αποβολή τού καλύμματος τών παθών από τήν καρδιά καί τήν διαρκή μεταμόρφωση από δόξης σέ δόξα, συνδέεται μέ τήν όραση τού Φωτός τού Θεού. Οπότε, πρόσωπο είναι η αναγεννητική πορεία από τόν αρραβώνα τού Πνεύματος στήν όραση τής δόξης τού Θεού.
 
 
Πηγή:«Εκκλησιαστική Παρέμβαση» Ιούλιος 2011