Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Η Αποκάλυψη, ο Αντίχριστος, το χάραγμα, το 666, οι έσχατοι καιροί. Ερμηνεία των αγίων (μέρος Β΄

Η Αποκάλυψη, ο Αντίχριστος, το χάραγμα, το 666, οι έσχατοι καιροί. Ερμηνεία των αγίων (μέρος Β΄
 

Η Αποκάλυψη, ο Αντίχριστος, το χάραγμα, το 666, οι έσχατοι καιροί. Ερμηνεία των αγίων (μέρος Β΄, Αποκάλυψη κεφ. ΙΓ στίχοι 1-10) 

ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ & ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΥΠΟ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΛΙΤΣΑΡΑ

Αποκ. 13,11 Καὶ εἶδον ἄλλο θηρίον ἀναβαῖνον ἐκ τῆς γῆς, καὶ εἶχε κέρατα δύο ὅμοια ἀρνίῳ, καὶ ἐλάλει ὡς δράκων.
Αποκ. 13,11 Και είδα άλλο θηρίον να ανεβαίνη από την γην• και είχε δύο κέρατα, που εμοιαζαν σαν κέρατα αρνίου• ωμιλούσε όμως σαν δράκων.
Αποκ. 13,12 καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ πρώτου θηρίου πᾶσαν ποιεῖ ἐνώπιον αὐτοῦ. καὶ ποιεῖ τὴν γῆν καὶ τοὺς ἐν αὐτῇ κατοικοῦντας ἵνα προσκυνήσωσι τὸ θηρίον τὸ πρῶτον, οὗ ἐθεραπεύθη ἡ πληγὴ τοῦ θανάτου αὐτοῦ.
Αποκ. 13,12 Υποτάσσεται δε και εκτελεί όλην την εξουσίαν του πρώτου θηρίου, πειθαρχικόν σαν εκτελεστικόν όργανον εμπρός εις αυτό. Παρασύρει δε και κάμνει την γην και εκείνους που κατοικούν εις αυτήν να προσκυνούν το πρώτον θηρίον, του οποίου η θανάσιμος πληγή έχει θεραπευθή.
Αποκ. 13,13 καὶ ποιεῖ σημεῖα μεγάλα, καὶ πῦρ ἵνα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνῃ εἰς τὴν γῆν ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων.
Αποκ. 13,13 Και κάμνει, το προβατόσχημον αυτό θηρίον (με την δύναμιν του διαβόλου) μεγάλα και τερατώδη σημεία, ώστε και από τον ουρανόν να κατεβαίνη εις την γην εμπρός εις τα μάτια των ανθρώπων φωτιά (κατά μίμησιν του προφήτου Ηλιού).
Αποκ. 13,14 καὶ πλανᾷ τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς διὰ τὰ σημεῖα ἃ ἐδόθη αὐτῷ ποιῆσαι ἐνώπιον τοῦ θηρίου, λέγων τοῖς κατοικοῦσιν ἐπὶ τῆς γῆς ποιῆσαι εἰκόνα τῷ θηρίῳ, ὃς εἶχε τὴν πληγὴν τῆς μαχαίρας καὶ ἔζησε.
Αποκ. 13,14 Και παρασύρει εις την πλάνην τους κατοίκους της γης με τα αγυρτικά αυτά θαύματα, δια τα οποία του εδόθη άδεια εκ μέρους του Θεού να τα κάμη, λέγων και προτρέπων τους κατοίκους της γης να

κάμουν είδωλον και να θεοποιήσουν το θηρίον, τον Αντίχριστον, το οποίον καίτοι είχε λάβει την πληγήν της μαχαίρας, εν τούτοις έζησε.
Αποκ. 13,15 καὶ ἐδόθη αὐτῷ πνεῦμα δοῦναι τῇ εἰκόνι τοῦ θηρίου, ἵνα καὶ λαλήσῃ ἡ εἰκὼν τοῦ θηρίου καὶ ποιήσῃ, ὅσοι ἐὰν μὴ προσκυνήσωσι τῇ εἰκόνι τοῦ θηρίου, ἵνα ἀποκτανθῶσι.
Αποκ. 13,15 Και του παρεχωρήθη άδεια να δώση ζωήν στο είδωλον του θηρίου, ώστε να ομιλήση το είδωλον του θηρίου. Ακόμη δε του επετράπη να ενεργήση, ώστε να φονευθούν όσοι δεν θα ήθελαν να προσκυνήσουν το είδωλον του θηρίου.
Αποκ. 13,16 καὶ ποιεῖ πάντας, τοὺς μικροὺς καὶ τοὺς μεγάλους, καὶ τοὺς πλουσίους καὶ τοὺς πτωχούς, καὶ τοὺς ἐλευθέρους καὶ τοὺς δούλους, ἵνα δώσωσιν αὐτοῖς χάραγμα ἐπὶ τῆς χειρὸς αὐτῶν τῆς δεξιᾶς ἢ ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν,
Αποκ. 13,16 Παρασύρει δε και πείθει όλους, τους μικρούς και τους μεγάλους, τους πλουσίους και τους πτωχούς, τους ελευθέρους και τους δούλους, να προσκυνήσουν το είδωλον και να υποταχθούν στο θηρίον και να τους δώσουν ανεξάλειπτον χαραγμένην σφραγίδα στο δέξι των χέρι και εις τα μέτωπά των, όπως γίνεται με τους δούλους.
Αποκ. 13,17 καὶ ἵνα μή τις δύνηται ἀγοράσαι ἢ πωλῆσαι εἰ μὴ ὁ ἔχων τὸ χάραγμα, τὸ ὄνομα τοῦ θηρίου ἢ τὸν ἀριθμὸν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ.
Αποκ. 13,17 Και δια να θλίψη και ταλαιπωρήση τους Χριστιανούς, πειθαναγκάζει, κανείς να μη ημπορή να αγοράση η να πωλήση, εκτός εκείνων που έχουν το χάραγμα και την σφραγίδα του θηρίου, η οποία σφραγίς είναι το όνομα του θηρίου η ο αριθμός, που συμβολίζουν τα γράμματα του ονόματός του.
Αποκ. 13,18 Ὧδε ἡ σοφία ἐστίν· ὁ ἔχων νοῦν ψηφισάτω τὸν ἀριθμὸν τοῦ θηρίου· ἀριθμὸς γὰρ ἀνθρώπου ἐστί· καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτοῦ χξς.
Αποκ. 13,18 Εδώ είναι η θεία σοφία• εκείνος που έχει φωτισμένον και καθαρόν νουν ας υπολογίση το σύνολον των αριθμών, που συμβολίζουν τα γράμματα του ονόματός του. Διότι είναι αριθμός ονόματος ανθρώπου. Και ο αριθμός αυτός, που βγαίνει, από την άθροισιν των γραμμάτων λαμβανομένων ως αριθμών, κατά το ελληνικόν σύστημα, είναι εξακόσια εξήκοντα εξ η χξστ'. Είναι δε το όνομα του Αντιχρίστου. 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (από το βιβλίο του κ. Βασιλειάδη)

Στους στίχους 11-18 έχουμε την περιγραφή και το έργο του δεύτερου θηρίου, για το οποίο υπάρχει ποικιλία γνωμών. Η ποικιλία αυτή επιτείνεται από το μυστηριώδη αριθμό χξς΄ (στίχ. 18) του ονόματος του πρώτου θηρίου.

Έτσι άλλοι αναζήτησαν στο θηρίο αυτό διάφορα ιστορικά πρόσωπα, όπως π.χ Σίμωνα το μάγο, τον Απολλώνιο Τυανέα, την ανώτατη ρωμαϊκή επαρχιακή διοίκηση, όλο το ειδωλολατρικό ιερατείο και ιδιαίτερα της Μ. Ασίας, όπου υπήρχε έντονη λατρεία του Καίσαρος [π.χ στην κατείδωλη Πέργαμο] και της θεάς Ρώμης, ή, και ίσως το ορθότερο, όλα τα πνευματικά μέσα των διά μέσου των αιώνων αντιθέων δυνάμεων και αντιχριστιανικών ομολογιών [ΠΙΜ]. Άλλωστε οι ειδωλολάτρες ιερείς ασκούσαν σε ορισμένους ναούς, όπως π.χ στους ναούς του Ασκληπιού, «θεουργική» δράση, σατανική.

Άλλοι, οι οποίοι θεωρούν ότι το πρώτο θηρίο προτυπώνει το ειδωλολατρικό Ρωμαϊκό κράτος, εκλαμβάνουν το δεύτερο θηρίο ως τον Παπισμό, ο οποίος προάγει τη εκκοσμίκευση και δι’ αυτής την ειδωλολατρία και την καταπίεση, αλλά με απαλότερο τρόπο, υπό το πρόσχημα του άκακου αμνού. Και ενώ το πολιτικό κράτος της Ρώμης χρησιμοποιούσε κοσμική δύναμη, ο Παπισμός χρησιμοποιεί πνευματική και εκκλησιαστική δύναμη και επιρροή στους ανθρώπους με το μανδύα της θρησκείας, της φιλανθρωπίας και της αγαθοεργίας [Η]. Ήδη όμως, από τότε που οργανώθηκε και ως κράτος, ασκεί και κοσμική εξουσία με τους κατά τόπους διπλωματικούς εκπροσώπους του [τους νουντσίους]. Η άποψη αυτή έρχεται να συμφωνήσει με όσους υποστηρίζουν ότι το δεύτερο θηρίο θα είναι κάποιος θρησκευτικός [εκκλησιαστικός] ηγέτης, που θα παρακινήσει τους Χριστιανούς να δεχτούν τον Αντίχριστο ως Χριστόν. 

 Ενώ το πρώτο θηρίο αναδύθηκε από τη θάλασσα, το δεύτερο βγήκε από τη γη (στίχ. 11), «υπό την οποίαν νοείται πιθανώτατα η μικρασιατική, ως αποτελούσα την εστίαν της καισαρολατρείας» [ΠΙΜ], της οποίας κυριότερη εστία ήταν η Μ. Ασία. Αναδύθηκε «εκ της γης, δηλαδή της γήινης και χαμερπούς πολιτείας» [Ανδρ.Κ.], από εκεί που βασιλεύει η υλοφροσύνη, το γήινο και σαρκικό φρόνημα, το όλως αντίθετο προς το θέλημα του παναγίου Τριαδικού Θεού. «Εκ της γης» από όπου είναι «η γένεσις» όλων των ανθρώπων. Διότι είναι και αυτός άνθρωπος «κατ’ενέργειαν του Σατανά» (Β΄ Θεσ. β΄ 3, 9) [Αρ.]. Η σοφία του θα είναι γήινη, η φιλοσοφία του υλιστική, το ήθος του ήθος άθεου, η προπαγάνδα του αντιχριστιανική, η συμπεριφορά του συμπεριφορά αγύρτου και απατεώνος. Είναι δηλαδή άριστο όργανο του Αντιχρίστου.

Ενώ ήταν «θηρίον», ονομαζόμενο έτσι «διά το άγριον, θηρευτικόν, ορμητικόν τε και σπαρακτικόν αυτού» [Άνθιμος], είχε δύο ουσιώδη γνωρίσματα: «Είχε κέρατα δύο όμοια αρνίω», αλλά «ελάλει ως δράκων», η φωνή και η γλώσσα του ήταν φωνή και γλώσσα δράκοντος, θηρίου κακεντρεχούς και αιμοβόρου! Η εμφάνισή του ήταν ό,τι άκακο και αθώο υπάρχει, ενώ η λαλιά του ήταν γεμάτη μίσος και πονηρία. Είχε δύο κέρατα «ουκ αρνίου, αλλ’όμοια αρνίω». Υπό το αρνίον αυτό «δεν νοείται το εν κεφ. ε΄ θείον Αρνίον, το παριστάνον τον Χριστόν, αλλά το άκακον ζώον» [ΠΙΜ].

Το δεύτερο θηρίο «ελάλει ως δράκων». Δεν είναι δηλαδή ο δράκων, ο ίδιος ο σατανάς, αλλά εξουσιάζεται από αυτόν, «διάδοχος γίνεται της εξουσίας του διαβόλου» [Αρ.] Ο άγιος Ειρηναίος, επίσκοπος Λυώνος, ονομάζει το θηρίο αυτό, «υπασπιστήν» του Αντιχρίστου. [8]

[8]. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, επισκόπου Λουγδούνου και μάρτυρος, Έλεγχος και ανατροπή της Ψευδωνύμου γνώσεως [ή Κατά αιρέσεων], Βιβλ.V κεφ. 28 PG 7, 1199D: «Περί του υπασπιστού, ον και ψευδοπροφήτην καλεί. Ελάλει, φησίν, ως δράκων». Τούτω δε έλεγεν εξουσίαν δεδόσθαι σημείων και τεράτων, ίνα ποιή έμπροσθεν του Αντιχρίστου, προοδοποιών αυτώ την της απωλείας οδόν».

Όσοι υποστηρίζουν ότι το δικέρατο αυτό θηρίο είναι ο Πάπας παρατηρούν ότι τα δύο κέρατα συμβολίζουν την πολιτική και τη θρησκευτική [εκκλησιαστική] εξουσία του Πάπα. Ωστόσο η διδασκαλία του είναι ψευδής και αιρετική και τα κατά καιρούς διατάγματά του τον αποδεικνύουν «θηρίον» και όχι «Αρνίον» [Η]. Πολύ ορθά ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ονομάζει τον Πάπα Ρώμης «Δίκερων Γίγαντα», ο οποίος «κοντά όπου είναι εσωτερικός και κατά πνεύμα Αρχιερεύς, θέλει να είναι εξωτερικός, και κατά σώμα βασιλεύς. Να ευλογή και να θανατοί, να κρατή την πνευματικήν βακτηρίαν και μάχαιραν την φονεύτριαν. Μίξις άμικτος, και τέρας αλλόκοτον». [9]

[9]. ΑΓΑΠΙΟΥ Ιερομονάχου και ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ Μοναχού [Αγιορείτου], Πηδάλιον της νοητής νηός της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής των Ορθοδόξων Εκκλησίας, εκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1970, σελ. 109.

Τα δύο θηρία του κεφαλαίου αυτού είναι ο Αντίχριστος και ο Ψευδοπροφήτης.

Έργο του δεύτερου θηρίου είναι να κάνει το θέλημα του πρώτου θηρίου, δηλαδή του Αντιχρίστου [στίχ.12]. Ο σατανάς δίνει δύναμη στον Αντίχριστο και ο Αντίχριστος δίνει εξουσία για κακοποιό δράση στο δεύτερο θηρίο, τον ψευδοπροφήτη ή τον υπασπιστή του, όπως τον αποκάλεσε ο άγιος Ειρηναίος. Υπενθυμίζουμε ότι η εξουσία του σατανά βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο και την παρακολούθηση του Τρισαγίου Θεού. Ο σατανάς ενεργεί κατά παραχώρηση Θεού. Όλα θα τα κάνει «διά γοητείας ο του αποστάτου ψευδοχρίστου πρόδρομος, προς απάτην ανθρώπων» με σκοπό να νομισθεί θεός ο Αντίχριστος. Με τις γοητείες, τα εντυπωσιακά σημεία και τέρατα λαμβάνει «αναμφισβήτητον την δόξαν κατά μίμησιν του Βαπτιστού» Ιωάννου, ο οποίος με τη διδασκαλία του έπειθε τους ανθρώπους να ακολουθήσουν τον Σωτήρα Χριστό. Διότι το ψέμα μιμείται την αλήθεια με σκοπό την απάτη των ανθρώπων [Ανδρ. Κ.]

Η φράση «ενώπιον αυτού» εννοεί την υποτέλεια και απόλυτη υπακοή του δεύτερου θηρίου στο πρώτο και την προστασία που δέχεται από το πρώτο, θυμίζει όμως και ανάλογες εκφράσεις και εικόνες από τη ζωή των προφητών της Π. Διαθήκης. Θυμίζει π.χ τον πυρφόρο προφήτη Ηλία, ο οποίος είπε στο βασιλιά Αχαάβ- «Ζη Κύριος ο Θεός των δυνάμεων, ο Θεός Ισραήλ, ω παρέστην ενώπιον αυτού», τον Οποίον υπηρετώ και μαζί με τον Οποίον είναι σε συνεχή επικοινωνία [Γ΄ Βασ. ιζ΄ [17] 1, ιη΄[18] 15]. Όπως οι άγιοι Προφήτες ήταν θεοκίνητοι διάκονοι του λόγου, και απευθύνονταν στο λαό υπηρετούντες τη σωτήρια βουλή του Θεού, έτσι και ο ψευδοπροφήτης είναι σατανοκίνητος υπηρετώντας πιστά τα καταχθόνια, ψυχόλεθρα και εγκληματικά σχέδια του παγκάκου διαβόλου.

Ο ψευδοπροφήτης κάνει θαύματα αγυρτικά και, εκτός των άλλων, κατεβάζει φωτιά από τον ουρανό μπροστά στα μάτια των κατάπληκτων ανθρώπων (στίχ.13). Προσπαθεί δηλαδή να μιμηθεί και στο σημείο αυτό τον προφήτη Ηλία (βλ. Γ΄ Βασ. ιη΄[18] 24, Δ΄Βασ. α΄ 10) και τους δύο μάρτυρες του Θεού (βλ. Αποκ. ια΄[11] 5, πρβλ. και Λουκ. θ΄ 54). Ενώ όμως οι Προφήτες θαυματουργούσαν με τη βοήθεια του Θεού, ο ψευδοπροφήτης θαυματουργεί «κατ’ενέργειαν του διαβόλου» [Αρ.]. Άλλωστε το ίδιο συνέβη και στην περίπτωση του Ιώβ, όταν κατέβηκε φωτιά «εκ του ουρανού και κατέκαυσε τα πρόβατα και τους ποιμένας κατέφαγεν» [Ιώβ α΄ 16]. Αυτό έγινε «κατά θείαν συγχώρησιν και σατανικήν ενέργειαν» [Ανδρ. Κ.]. Ο ψευδοπροφήτης κάνει τις αγυρτείες του «ενώπιον των ανθρώπων» κλέβοντας τρόπον τινά «τους οφθαλμούς των ορώντων» [Αρ.], αποπροσανατολίζοντάς τους και προσπαθώντας να τους πείσει να θεωρήσουν «τον Αντίχριστον Χριστόν». [Αρ.].

Όλα αυτά υπενθυμίζουν τους λόγους του Κυρίου «εγερθήσονται ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι σημεία μεγάλα και τέρατα, ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν,και τους εκλεκτούς» (Ματθ. κδ΄ [24] 24, πρβλ. και Β΄ Θεσ. β΄3-9).

Τέτοια ψευτοθαύματα και εντυπωσιακές αγυρτείες εργάζονταν και στις ημέρες του ευαγγελιστού Ιωάννου – οι ειδωλολάτρες ιερείς στα Ασκληπιεία, ο Απολλώνιος ο Τυανεύς, ο Σίμων ο Μάγος– αλλά και στους μετέπειτα χρόνους μέχρι των ημερών μας πολυποίκιλοι μάγοι και γενικώς τα όργανα του διαβόλου. Σκοπός δε όλων αυτών είναι ο εντυπωσιασμός και η δημιουργία οπαδών. Ο Κύριος και οι Μαθητές Του, θαυματουργώντας, απέβλεπαν μόνο στην ψυχική ωφέλεια των ανθρώπων και τη δόξα του ονόματος του Θεού. Ενώ ο Αντίχριστος προσπαθεί να αποκτήσει δόξα μεταξύ των ανθρώπων και να θεμελιώσει την τυραννική εξουσία του.

Στους στίχους 14-15 έχουμε προσπάθεια του ψευδοπροφήτη να αποπλανήσει τους κατοίκους της γης, δηλαδή αυτούς που έχουν φρόνημα «γήινον», αυτούς που η καρδιά τους είναι μόνιμα κολλημένη στη γη [Αρ., Ανδρ. Κ.]. Διότι αυτούς, των οποίων η καρδιά είναι προσκολλημένη στον ουρανό, των οποίων πατρίδα και πολιτεία και τα πολιτικά δικαιώματα είναι στους ουρανούς και με πολύ πόθο περιμένουν τον Σωτήρα μας, τον Κύριον Ιησού Χριστό (βλ. Φιλιπ. γ΄ 20), δεν τους «απατά η αίσθησις» [Ανδρ. Κ.]. Ο ψευδοπροφήτης ζητεί να θεοποιήσει το θηρίο, τον Αντίχριστο, καλώντας «τους κατοικούντας επί της γης» να κατασκευάσουν «εικόνα τω θηρίω». Εδώ έχουμε σαφή υπαινιγμό της Καισαρολατρίας, αλλά και μεταγενέστερων θεομάχων, όπως π.χ του Στάλιν στον 20ο αιώνα. Η θεοποίηση του Αντιχρίστου θα κορυφωθεί στους έσχατους καιρούς.

Αφού στήθηκε η εικόνα, το άγαλμα του θηρίου, επετράπη στον ψευδοπροφήτη να δώσει στο άγαλμα ζωή, «ίνα δήθεν λαλήση η εικών» [Αρ.]. Αυτό βέβαια έγινε με ενέργεια καθαρά διαβολική. Πρόκειται περί πλαστού θαύματος, «περί φενάκης (απάτης), ήτοι περί ανθρώπου κρυπτομένου εντός του αγάλματος και λαλούντος» [ΠΙΜ].

Γράφει ο άγιος Ανδρέας Καισαρείας: Ιστορείται ότι πολλές φορές μίλησαν οι δαίμονες διά μέσου αγαλμάτων και ξοάνων και δένδρων και νερών με ενέργειες του γνωστού στην αρχαιότητα μάγου Απολλωνίου του Τυανέως και άλλων. Νομίζω δε ότι μιλούσαν και διά μέσου νεκρών σωμάτων, όπως έδειξε στους Ρωμαίους και ο Σίμων ο Μάγος, που έκανε νεκρό να κινηθεί μπροστά στον απόστολο Πέτρο. Αν και ο Απόστολος ξεσκέπασε την πλάνη, δείχνοντας πώς ανασταίνονται πραγματικά οι νεκροί με αυτούς που ο ίδιος ανέστησε. Έτσι λοιπόν, σαν τον Σίμωνα, θα κάνει και ο υπασπιστής του Αντιχρίστου, παρουσιάζοντας το άγαλμά του ως ζωντανό. [Τα ίδια περίπου γράφει και ο Αρέθας]. Σημειώνουμε ότι το πλαστό αυτό θαύμα, η φαινομενική αυτή ζωοποίηση είναι γελοία απομίμηση της αληθινής ζωοποιήσεως των δύο προφητών, στους οποίους έδωσε ζωή και δύναμη ο μόνος αληθινός, ο ζων και παντοκράτωρ Θεός [βλέπε Αποκ. ια΄ [11] 7-11].

Όσοι δεν θα πείθονται να προσκυνήσουν την εικόνα του θηρίου, δηλαδή να θεοποιήσουν τον Αντίχριστο, θα δεχθούν πιέσεις και βία, και αν συνεχίσουν να αντιστέκονται θα θανατωθούν! Έτσι άλλοι μεν φιλόζωοι και αδιάφοροι θα υποκύπτουν, άλλοι δε, οι πιστοί Χριστιανοί, θα οδηγούνται σε μαρτυρικό θάνατο! Θα γίνεται όπως γινόταν στα χρόνια της Καισαρολατρίας ή και σ’ αυτόν τον 20ο αιώνα στις χώρες όπου είχε θεοποιηθεί ο Στάλιν. Αυτά υπενθυμίζουν τα όσα έγιναν κατά τη βασιλεία του Ναβουχοδονόσορος με τους τρεις ευσεβείς νέους Ανανία, Μισαήλ και Αζαρία [Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ], τους οποίους ο βασιλιάς της Βαβυλώνος έριξε στην κάμινο του πυρός την καιομένη, επειδή αρνήθηκαν να προσκυνήσουν την εικόνα του [βλ. Δαν. γ΄].

Μετά την άμεση απειλή και την απάτη με το ψευτοθαύμα ο ψευδοπροφήτης χρησιμοποιεί ως μέσο καταναγκασμού των ανθρώπων να προσκυνήσουν τον Αντίχριστο, τον οικονομικό αποκλεισμό. Προς το σκοπό αυτό υποχρεώνει όλους μικρούς, μεγάλους, πλούσιους, φτωχούς, ελεύθερους, δούλους να δεχθούν «χάραγμα», σφραγίδα στο δεξί τους χέρι ή στα μέτωπά τους. Θα ενεργήσει δε έτσι, ασφαλώς με νόμο του κράτους, αφού θα έχει απόλυτη κοσμική εξουσία, ώστε να μην μπορεί κανείς να αγοράσει ή να πωλήσει, εκτός εκείνων που θα έχουν «το χάραγμα», τη σφραγίδα αυτή, η οποία είναι το όνομα του θηρίου ή «ο αριθμός του ονόματος αυτού» (στίχ. 16, 17), δηλαδή το άθροισμα της αριθμητικής αξίας του κάθε γράμματος του ονόματος του.

Όταν ο ευαγγελιστής Ιωάννης έγραφε την Αποκάλυψη «το χάραγμα» ή το σημάδεμα ήταν σε ευρύτατη εφαρμογή. Σημάδευαν με το χάραγμα ή τη σφραγίδα, που την απέθεταν με καμένο σίδερο, με πυρακτωμένο όργανο, στο χέρι ή στο μέτωπο, δούλους, δραπέτες, Ρωμαίους στρατιώτες με το σήμα της μονάδας τους.

Στην προκειμένη περίπτωση το χάραγμα θα είναι «η εγχάραξις του ολεθρίου ονόματος» [Ανδρ.Κ., Αρ.], «του ονόματος του αποστάτου και πλάνου» [Ανδρ. Κ.]. Θα βάλει τη σφραγίδα στο δεξί τους χέρι, για να τους εμποδίζει από του να πράττουν και καλά και αγαθά έργα [Ανδρ.Κ.]. Θα τη βάζει και στα μέτωπά τους, για να φέρει σ’αυτούς που απατά το σκοτείνιασμα όχι μόνο στα μάτια, αλλά και στο νου, στο λογικό και έτσι να τους διδάξει να κινούνται και να ενεργούν με θάρρος μέσα στο σκοτάδι της αμαρτίας, τη θολούρα και την πλάνη. Έτσι δεν θα ζουν πια μέσα στην ευσέβεια, δε θα πορεύονται με σεμνότητα, κοσμιότητα και σωφροσύνη και επομένως θα παύσουν να είναι υιοί φωτός και ημέρας [Αρ., Ανδρ. Κ.].

Όμως όσοι έχουν τα πρόσωπά τους σφραγισμένα με το «θείον φως» δεν θα δεχθούν το χάραγμα [Ανδρ.Κ.,Αρ.]. Συνεπώς αυτοί θα στερηθούν τα αναγκαία για την συντήρησή τους, οπότε σ’αυτούς «βίαιος επαχθή θάνατος» [Ανδρ. Κ.]. Ο ψευδοπροφήτης θα σφραγίζει με το χάραγμα «επί το μέτωπον, ίνα πάντες ώσιν εστεφανωμένοι πύρινον και ου ζωής αλλά θανάτου στέφανον μεθ’εαυτών περιφέροντες», ώστε με τον τρόπο αυτό να κουβαλούνε πάνω τους στεφάνι πύρινον, στεφάνι θανάτου, γράφει ο άγιος μάρτυρας Ιππόλυτος (β΄ αι. αρχές γ΄αι.). Αναφέρει δε και το παράδειγμα του ειδωλολάτρη βασιλιά της Συρίας Αντιόχου Δ΄ του Επιφανούς (επιγόνου του Μ.Αλεξάνδρου), ο οποίος διέταξε τους Ιουδαίους να στήσουν μπροστά στις πόρτες των σπιτιών τους βωμούς και να θυσιάζουν όλοι στους βωμούς αυτούς, στεφανωμένοι δε με κισσούς να κάνουν πομπές στο θεό Διόνυσο. Όσους όμως δεν υποτάσσονταν τους δίκαζαν και τους σκότωναν βασανίζοντάς τους. [10].

[10]. ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ, Απόδειξις περί Χριστού και περί Αντιχρίστου, XLIX BEΠΕΣ 6, 214 [15-23].

Παρόμοια θα συμβαίνουν και στις μέρες του Αντιχρίστου. Γράφει πάλι ο άγιος μάρτυρας Ιππόλυτος: Τότε θα είναι θλίψη μεγάλη, τέτοια που δεν έχει γίνει από την αρχή του κόσμου ως τώρα (βλ. Ματθ. κδ΄ [24] 21) και θα αποστέλλονται σε κάθε πόλη και σε κάθε χώρα, για να φονεύσουν τους πιστούς. Και οι μεν Ιουδαίοι για την απώλεια αυτή των πιστών θα ευφραίνονται και οι ειδωλολάτρες θα επιχαίρουν και στο διωγμό αυτό θα βοηθούν οι άπιστοι. Οι δε Χριστιανοί θα πορεύονται από τη δύση στην ανατολή και άλλοι θα διώκονται από την ανατολή στο νότο, άλλοι δε θα κρύβονται στα όρη και στα σπήλαια. Το «βδέλυγμα», το μισητό και βέβηλο σίχαμα, θα τους πολεμεί παντού «και διά θαλάσσης και διά ξηράς», θα τους φονεύει δε σύμφωνα με το διάταγμα και θα τους καταθλίβει με κάθε τρόπο. Επίσης οι Χριστιανοί δεν θα μπορούν μήτε να πωλήσουν κάτι από τα δικά τους μήτε να αγοράσουν από τους ξένους, εκτός κι αν έχουν χαραγμένο το όνομα του θηρίου στο χέρι ή στο μέτωπο. Διότι τότε οι πιστοί θα εκδιωχθούν από κάθε τόπο και θα απομακρυνθούν συρόμενοι έξω από τα σπίτια τους και θα διωχθούν από τις πόλεις και θα διασυρθούν δημόσια και θα τιμωρηθούν με κάθε είδους τιμωρία και θα διωχθούν και θα εξορισθούν από τον κόσμο. [11].

[11]. ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ, Εις τον Δανιήλ, Λόγ. Δ΄ Περί οράσεως του προφήτου Δανιήλ, L, ΒΕΠΕΣ 6, 105 [ 24-39]

Σήμερα δεν είναι λίγοι εκείνοι, οι οποίοι επισημαίνουν όχι ανεπιτυχώς και όχι χωρίς βάση, ότι υπάρχουν και στις μέρες μας άνθρωποι που δέχονται με τη θέλησή τους αντίχριστα χαράγματα από προδρόμους του Αντιχρίστου, όπως ο μασονισμός, ο οικουμενισμός και παρόμοιοι διεθνείς οργανισμοί, προκειμένου να μην εξοντωθούν, όπως λέγουν, κοινωνικά ή να μην απομονωθούν και αποκλεισθούν, και χάσουν ευκαιρίες προβολής ή επιβολής. Όπως υπάρχουν και εκείνοι που αντιστέκονται και δεν δέχονται τέτοια χαράγματα. Άλλωστε ο Αντίχριστος δεν έχει ακόμη κάνει ολοφάνερη την παρουσία του.

Σημειώνουμε επίσης και τούτο: Σήμερα είναι έντονες οι διαμαρτυρίες για τις σχεδιαζόμενες ηλεκτρονικές κάρτες με τον δυσώνυμο αριθμό 666, που θα διευκολύνουν, όπως υποστηρίζουν οι εισηγητές τους, τις οικονομικές συναλλαγές. Αυτός όμως ο ισχυρισμός παραπέμπει άμεσα στο λόγο της Αποκαλύψεως «ίνα μη τις δύνηται αγοράσαι ή πωλήσαι» παρά μόνον εκείνος που έχει τη σφραγίδα του θηρίου και το χάραγμά του [στίχ. 17]. Είναι επομένως δικαιολογημένοι οι φόβοι, οι αντιδράσεις και οι διαμαρτυρίες, διότι γίνεται σκόπιμα ευρύτατη, και προκλητική θα έλεγε κανείς, χρήση του 666, ενώ δεν είναι απαραίτητη η χρήση του συγκεκριμένου αριθμού. Από όλη αυτή τη δραστήρια και άνωθεν επιβαλλόμενη νομικώς κίνηση φαίνεται ότι «το μυστήριο ήδη ενεργείται της ανομίας» [Β΄ Θεσ. β΄ 7]. Τώρα είναι σε ενέργεια η δύναμη του κακού και της ανομίας, που σε μεγάλο βαθμό παραμένει κρυμμένη και δεν φανερώθηκε ακόμη ολόκληρο. «Τώρα ενεργεί όσο ποτέ άλλοτε [και] προετοιμάζει την υποδοχή του Αντιχρίστου. Εξοικειώνει την παγκόσμια κοινή γνώμη με το βδελυρό αριθμό σύμβολό του, ώστε όταν έλθη η ώρα να αποτυπωθεί το σύμβολο αυτό [εμφανώς ή αφανώς, κρυπτογραφημένο ή όχι] πάνω σε ανθρώπινα σώματα, οι αντιστάσεις να έχουν αμβλυνθή και εξουδετερωθή!...» [12].

[12]. Βλ. ΙΕΡΟΝ ΚΕΛΛΙΟΝ αγίου ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΠΟΥΡΑΖΕΡΗ. Η ευθύνη της επιλογής μας, Αγ. Όρος, εκδ. «Ενωμένη Ρωμηοσύνη», Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 165.

Για το «χάραγμα» υπάρχει και η άποψη ότι αυτό δε θα είναι μάλλον κάποιο εξωτερικό (υλικό) χάραγμα. Κατά την άποψη αυτή οι λέξεις «μέτωπο και χέρι» είναι συμβολικές. Το μέτωπο, λέγουν, συμβολίζει τον νου και άρα το «χάραγμα» θα έχει ως αποτέλεσμα τη διαστροφή, τη νόθευση ή την άρνηση της ορθής πίστεως. Και το χέρι συμβολίζει τις πράξεις και άρα το χάραγμα θα έχει ως αποτελέσματα την τέλεση αμαρτωλών πράξεων. Οι υποστηρικτές της απόψεως αυτής φέρουν ως ενίσχυση της θέσεως τους τα χωρία του Δευτερονομίου κεφ. ια΄ [11] 18, και κεφ. 18 [13] 1-6.

Ωστόσο η ερμηνεία των χωρίων αυτών δεν φαίνεται να ευνοεί την άποψή τους.

Το θεόπνευστο βιβλίο της Αποκαλύψεως μας λέγει ότι το «χάραγμα», η σφραγίδα αυτή, είναι «το όνομα του θηρίου ή ο αριθμός του ονόματος αυτού». Στην προκειμένη περίπτωση ο αριθμός του θηρίου, που είναι αριθμός ονόματος ανθρώπου, δηλαδή αριθμός που βγαίνει από το άθροισμα της αριθμητικής αξίας ενός εκάστου γράμματος του ονόματος είναι χξς΄, δηλαδή 666. Και προσθέτει: Εδώ είναι η θεία σοφία η κρυμμένη από τους μακράν του Θεού ανθρώπους. Όποιος έχει νου φωτισμένο ας αριθμήσει τους αριθμούς, που σημαίνει κάθε γράμμα του ονόματος του Αντιχρίστου, και ας αθροίσει τον αριθμό του θηρίου [στίχ. 17-18].

Οι αρχαίοι Έλληνες έγραφαν τους αριθμούς με αραβικά ψηφία. Για την αρίθμηση δεν έγραφαν 1,2,3 κ.λ.π. αλλά χρησιμοποιούσαν τα γράμματα του αλφαβήτου με ένα τόνο επάνω δεξιά. Έτσι, αντί 1 έγραφαν α΄, αντί 3 γ΄, αντί 11 ια΄, αντί 12 ιβ΄, αντί 100 ρ΄, αντί 800 ω΄. Όταν ο τόνος έμπαινε κάτω αριστερά από το γράμμα σήμαινε χιλιάδα. Έτσι ,α = 1000, ,β = 2000 κ.λ.π. Όπως και στο ελληνικό αλφάβητο έτσι και στο εβραϊκό το κάθε γράμμα, εκτός από την άμεσα γραμματική σημασία, είχε και την αντίστοιχη αριθμητική του αξία. Η αριθμητική αξία π.χ του ονόματος Πέτρος μπορούσε να διατυπωθεί ως 755 διότι π΄ =80, ε΄=5, τ΄=300, ρ΄=100, ο΄=70, ς΄ =200, σύνολο 755. Του ονόματος Ελένη μπορούσε να διατυπωθεί αριθμητικά ως 98, διότι ε΄=5, λ΄=30, ε΄=5, ν΄=50, η΄=8, σύνολο 98.

Αλλά είναι εμφανές ότι μόνο ο αριθμός δεν μπορεί να φανερώσει το όνομα, διότι είναι δυνατόν το σύνολο των γραμμάτων και άλλου ή άλλων ονομάτων να είχε τον ίδιο αριθμό. Χρειαζόμαστε επομένως και άλλο στοιχείο, για να αποκρυπτογραφήσουμε το όνομα του θηρίου. Αλλ’ ο ευαγγελιστής Ιωάννης δεν μας δίνει κανένα άλλο στοιχείο εκτός από τον αριθμό. Έτσι η έννοια του αριθμού του θηρίου παραμένει για τον αναγνώστη μυστηριώδης και απόκρυφη και απαιτεί, όπως γράφει ο άγιος απόστολος Ιωάννης, «σοφίαν» και «νουν» για την κατανόηση του μυστηρίου που κρύβει το χξς΄.

Απαιτεί «σοφίαν» όχι κοσμική, ανθρώπινη, αλλά θεία. Απαιτεί «νουν», «νουν Χριστού» [Α΄ Κορ. β΄ 16 ], δηλαδή χάρισμα θείο, πνευματικό, με το οποίο και μόνο θα μπορέσει να γνωρίσει κανείς το όνομα του θηρίου. Για τη σοφία αυτή κάνει λόγο στην Επιστολή του ο αδελφόθεος Ιάκωβος [Ιακ. α΄ 5-6 και γ΄ 15] και ο απόστολος Παύλος την πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή του [Α΄ Κορ. β΄ 6-14]. Στα μεγάλα και καίρια ζητήματα της ζωής μας και του αιωνίου μέλλοντός μας έχουμε ανάγκη της θεοειδούς μορφώσεως και της θείας σοφίας.

Στην ερώτηση γιατί η Αποκάλυψις δε αναφέρει καθαρά το όνομα του Αντιχρίστου, η απάντηση είναι ότι «ίσως διά το μη λυσιτελείν τους ακούοντας την εκείνων γνώσιν» [Άνθιμος]. Ίσως διότι δεν ωφελεί η γνώση του όσους την πληροφορούνται. Ή ίσως σιωπά για λόγους συνέσεως, ώστε να μην ξεσηκώσει την οργή των Ρωμαίων διωκτών κατά των Χριστιανών. Κατά τον Αρέθα Καισαρείας, δεν το αναφέρει σαφώς, διότι δεν είναι καν «άξιον της εν βιβλίω γραφής». Το βδελυρό όνομα του Αντίχριστου δεν είναι καν άξιο να γράφεται μέσα στην Αγία Γραφή. Αν έπρεπε να γίνει γνωστό τέτοιο όνομα, παρατηρούν οι Ανδρέας και Αρέθας, ο ευαγγελιστής Ιωάννης που έβλεπε τα οράματα, θα το απεκάλυπτε. Αλλά δεν ευδόκησε «η θεία Χάρις εν θείω βίβλω το του λυμεώνος ταγήναι όνομα», να καταγραφεί σε θείο βιβλίο το όνομα του φθορέως και αφανιστού.

Παρόλα αυτά η ανθρώπινη περιέργεια δεν αναχαιτίστηκε. Έγιναν και γίνονται πολλές προσπάθειες για να εντοπιστεί το διαβόητο όνομα του Αντιχρίστου. Κανένα κείμενο της Αγίας Γραφής δεν προκάλεσε τόσο πολύ την περιέργεια και τη σκέψη των ανθρώπων, όσο ο αριθμός χξς΄. Και τούτο, διότι ο αριθμός αυτός δεν είναι απλός και συνηθισμένος αριθμός στη σειρά των αριθμών, αλλά εκφράζει ή κρύβει κάποιο νόημα, που όχι απλώς μας ενδιαφέρει, αλλά έχει σοβαρότατες συνέπειες στην παρούσα και στη μέλλουσα ζωή μας. Ο αριθμός 666 μόνος του είναι ουδέτερος, λέγει και ό,τι ένας άλλος οποιοσδήποτε αριθμός, π.χ. 555, 482, 338 κ.ά. στη σελίδα ενός βιβλίου ή ως αύξων αριθμός μιας παρτίδας ενός εμπορεύματος ή ενός αυτοκινήτου…όταν όμως αυτός είναι το ψευδώνυμο και το σύμβολο του Αντιχρίστου, τότε μας ενδιαφέρει άμεσα, και μάλιστα όχι μόνο μια ομάδα ανθρώπων, αλλά όλη την ανθρωπότητα. Γι’ αυτό και η αγωνία όλων να μάθουν τι ακριβώς σημαίνει.

Ας δούμε με κάθε συντομία τι απέδωσαν και σε ποιες ερμηνείες κατέληξαν οι μέχρι σήμερα προσπάθειες.

1. Το χξς΄ [ 666] έχει ως ακραία γράμματα το Χ και το ς που είναι σύντμηση του ονόματος Χριστός. Μεταξύ των δύο αυτών γραμμάτων παρεμβάλλεται το γράμμα ξ, ένα γράμμα με μορφή οφιοειδή. Έτσι στο όνομα Χριστός έχουμε κρυμμένο τον όφι, το φίδι. Ώστε, είπαν, στο όνομα Χριστός είναι καμουφλαρισμένος ο «όφις ο αρχαίος», ο Αντίχριστος! Εξωτερικά παρουσιάζεται ως Χριστός, στο βάθος όμως είναι Αντίχριστος! Η ερμηνεία αυτή είναι έξυπνη. Ωστόσο δεν μας λέγει ποιο είναι το όνομα του Αντιχρίστου.

Ο Παν.Ν. Τρεμπέλας παρατηρεί – «αξιόλογος η εκδοχή» κατά την οποία ο αριθμός αυτός, «γραφόμενος εν τω βατικανώ κώδικι διά των τριών μεγάλων γραμμάτων ΧΞS΄ υπενθυμίζει το αρχικόν και τα τελευταία γράμματα της λέξεως Χριστός διαχωριζόμενα, παραποιούμενα, και ούτως ειπείν διαλυόμενα διά της παρεμβολής του οφιοειδούς γράμματος Ξ», το οποίον υπενθυμίζει «τους συγχρόνους τότε Γνωστικούς οφίτας», οι οποίοι λάτρευαν τον όφι.

2. Ορισμένοι φρονούν ότι ο Ιωάννης, ο αρχηγός της θεολογίας, με τον αριθμό 666 παρουσίασε τον άνθρωπο-θηρίο, που πίσω του κρύβεται ο διάβολος, ως τον κατεξοχήν ανάξιο και τιποτένιο άνθρωπο. Το 666 είναι τριπλή επανάληψη του 6. Ο αριθμός αυτός αναφέρεται στον άνθρωπο, που δημιουργήθηκε την έκτη ημέρα ακόμα και στα ανθρώπινα. Επειδή δε το 7 όπως ήδη γράψαμε, είναι το σύμβολο της πληρότητος, το 6 είναι το σύμβολο της ατέλειας, της ελλείψεως. Το 7 αναφέρεται συνήθως στο Θεό, ο Οποίος αφού δημιούργησε τον κόσμο σε έξι μέρες, την έβδομη ημέρα «κατέπαυσεν από πάντων των έργων αυτού, ων ήρξατο ποιήσαι» και μάλιστα «ηυλόγησε την ημέραν την εβδόμην και ηγίασεν αυτήν» [Γεν. β΄ 3]. Έστι η έβδομη μέρα, και κατά συνέπεια ο αριθμός 7 είναι σύμβολο τελειότητος και αναφέρεται σε κάτι το ιερό και το άγιο. Επομένως το θηρίο – άνθρωπος και πίσω του ο σατανάς που καταβάλλει εναγώνιες προσπάθειες επαναλαμβάνοντας το 6 δύο ή τρεις φορές, κάνοντάς το 66 ή 666, είναι ουσιαστικά ο άνθρωπος τρεις φορές τίποτε! Αλλά και τέσσερις ή πέντε ή έξι ή επτά φορές επαναλαμβάνοντας το 6, κάνοντάς το δηλαδή 6.666 ή 66.666 ή 6.666.666 ή πολλαπλασιάζοντάς το επ’ άπειρον και πάλι θεοί δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ οι άνθρωποι! Ωστόσο και η ερμηνεία αυτή είναι μεν ευφυής, δεν μας βοηθεί όμως στην αποκρυπτογράφηση του ονόματος του Αντιχρίστου.

3. Για το 666 και τον υπονοούμενο άνθρωπο, άξιες προσοχής ερμηνείες εκ μέρους εκείνων που εφαρμόζουν το ελληνικό αλφάβητο είναι το όνομα Ευάνθας, ή Τειτάν (με αυτό εννοούν τον Απόλλωνα) ή Λατείνος [13]. Το Λατείνος [και όχι Λατίνος] διότι λ = 30, α = 1, τ = 300, ε = 5, ι = 10, ν = 50, ο = 70, σ΄ =200, Σύνολο 666. Για την ερμηνεία αυτή ο Ιππόλυτος ακολουθεί το διδάσκαλό του άγιο Ειρηναίο, επίσκοπο Λυώνος. Το «Λατείνος» θεωρείται συμβολικό όνομα του Αντιχρίστου, της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Δεν έχουμε βέβαια όνομα συγκεκριμένου ανθρώπου, μόνο σύμβολο και τύπο του Αντιχρίστου και ειδικότερα της Χριστιανομάχου Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που είχε κηρύξει σφοδρούς διωγμούς κατά των Χριστιανών και είχε θεοποιήσει τον αυτοκράτορα – το θηρίο.

Δεν είναι δε λίγοι εκείνοι που προσθέτουν στην ερμηνεία αυτή ότι ο «Λατείνος» με το νεότερο πρόσωπο του Παπισμού διώκει τους Ορθοδόξους, οι οποίοι μένουν αμετακίνητοι στην «άπαξ παραδοθείσαν [Ορθόδοξη] πίστιν» [Ιούδα 3], στα δόγματα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, των αγίων επτά Οικουμενικών Συνόδων και τη διδασκαλία των Πατέρων.

[13]. ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ, Απόδειξις περί Χριστού και περί Αντιχρίστου, κεφ. 1 ΒΕΠΕΣ 6, 214 [35] – 215 [3]. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, Έλεγχος και Ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως [ ή Κατά αιρέσεων], βιβλ. V, κεφ. 30, 1 PG 7, 1203 – 1205.

Όσοι εφαρμόζουν το εβραϊκό αλφάβητο, και αυτοί είναι οι περισσότεροι, χρησιμοποιώντας τα εβραϊκά σύμφωνα της λέξεως Nero Caesar, με την αντίστοιχη παραδοσιακή αρίθμηση, μετρούν N = 50, R = 200, W = 6, N = 50, Q = 100, S = 60, R = 200, Σύνολο 666 [WGH κα ΠΙΜ].

Όσοι πάλι εφαρμόζουν το λατινικό αλφάβητο θεωρούν ότι το 666 αποδίδει το όνομα «Διοκλητιανός» ή «Τίτος» [ΠΙΜ]. Κατ’ άλλους, οι οποίοι δέχονται τη λανθασμένη γραφή 616 [αντί 666], που υπάρχει σε χειρόγραφα των χρόνων του Ειρηναίου [14], και η οποία γραφή «φαίνεται ως προϊόν μάλλον ερμηνευτικής αμηχανίας και αποδίδει το όνομα Γάιος Καίσαρ», θεωρείται ότι υπό το όνομα αυτό νοείται ο αυτοκράτωρ Καλιγούλας [ΠΙΜ].

[14]. Βλ. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, ο. π., PG 7, 1203 – 1205

4. Ο Ιππόλυτος, επίσκοπος Ρώμης, γράφει – «Η μιαρή σφραγίδα του Αντιχρίστου στο μέτωπο και στο δεξί χέρι των ανθρώπων θα είναι το 666. Δεν γνωρίζω «ακριβώς» τη σημασία του, αφού πολλά ονόματα μπορούν να βρεθούν πίσω από τον αριθμό αυτό, «αλλά λέγομεν ίσως γράφειν την αυτήν σφραγίδα ΑΡΝΟΥΜΕ»» (με Ε και όχι ΑΙ, διότι δεν ετηρείτο πάντοτε η γραμματική ορθογραφία στον αριθμητικό υπολογισμό των λέξεων). Κατά συνέπεια Α = 1, Ρ = 100, Ν = 50, Ο = 70, Υ = 400, Μ = 40, Ε = 5, Σύνολο 666. «Λέγομεν ίσως», δηλαδή «το υποθέτουμε αυτό», συνεχίζει, «επειδή και προηγουμένως (στους διωγμούς) «ο αντίδικος εχθρός, διά των υπηρετών αυτού, ήγουν των ειδωλολατρών» απηύθυνε στους Χριστιανούς μάρτυρες την προτροπή, «άρνησαι τον θεόν σου τον εσταυρωμένον». Τέτοιο πράγμα θα είναι και η σφραγίδα του μισόκαλου. Θα σημαίνει «ΑΡΝΟΥΜΑΙ τον ποιητήν ουρανού τε και γης, αρνούμαι το βάπτισμα, αρνούμαι την λατρείαν μου» και γίνομαι οπαδός σου «και σε πιστεύω»» [15].

[15]. ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ, Λόγ. Περί της συντελείας του κόσμου και περί του Αντιχρίστου και εις την Β΄ Παρουσίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, κεφ. XXVIII και XXIX ΒΕΠΕΣ 6, 287 [ 18-27].

5. Μεταγενέστεροι εκκλησιαστικοί συγγραφείς απέδωσαν τον αριθμό 666 στις φράσεις «ΟΔΗΓΟΣ ΚΑΚΟΣ», «ΠΑΛΑΙ ΒΑΣΚΑΝΟΣ», «ΑΜΝΟΣ ΑΔΙΚΟΣ» κ,α. και στο λατινικό όνομα ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ [benedictus]. Το ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ, του οποίου τα γράμματα δίνουν τον αριθμό 666, σημαίνει «ευλογημένος». Συνεπώς, παρατηρούν, ο Αντίχριστος ενώ είναι καταραμένος, θα παρουσιαστεί ως ευλογημένος, μιμούμενος τον Χριστό, με σκοπό να εξαπατήσει τους Χριστιανούς.

Εξαφορμής της ανωτέρω ερμηνείας του «Βενεδίκτου» και διότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης αναφέρεται σε πρόσωπο των εσχάτων χρόνων κατεξοχήν εχθρικό προς την Εκκλησία του Χριστού, υπέδειξαν ως Αντίχριστο τον πάπα Βενέδικτο Η΄ (1012 – 1024). Ο πάπας αυτός ήταν ο πρώτος που επανέφερε τη δεινή αίρεση του Filioque, δηλαδή την αιρετική προσθήκη «και εκ του Υιού», στο Σύμβολο της Πίστεως, την οποία προσθήκη είχε αποδοκιμάσει ο Λέων Γ΄ [ + 816]. Ο Βενέδικτος Η΄ όχι μόνο επανέφερε την αιρετική αυτή προσθήκη, αλλά και την υποστήριξε επίσημα με όλη τη δύναμη του και την επέβαλε.

Ο Λούθηρος και άλλοι Προτεστάντες υποστήριξαν σταθερά ότι ο Αντίχριστος είναι ο Πάπας, αποδίδοντας το όνομα του Αντιχρίστου με το όνομα «Παπίσκος» (παρόλο ότι τα γράμματα της λέξεως αυτής δίνουν άθροισμα 661). Και τούτο, διότι έκριναν ότι το 666 «εκφράζει τον αριθμό των πλανών και των αιρέσεων που περιέχονται στον παπισμό ή κατ’άλλους, τον αριθμό των ετών από την άνοδο μέχρι την πτώση του» [Η].

Από το άλλο μέρος οι Παπικοί, ανταποδίδοντας τα ίσα στους Προτεστάντες… απέδειξαν ως Αντίχριστο τον Λούθηρο ή τον John Knox, αρχηγό των Σκώτων πρεσβυτεριανών.

6. Τον περασμένο αιώνα [20ο], κατά τον οποίο παρουσιάστηκαν πολλά θηρία – Αντίχριστοι (Χίτλερ, Στάλιν και συνεργάτες τους) έκανε εντύπωση η ταύτιση του Χίτλερ με τον Αντίχριστο. Έτσι, ο Dr. Kepler, βάσει της λατινικής γραφής του ονόματος HITLER και υπολογίζοντας το Α ως 100, το Β ως 101, το C ως 102, το D ως 103, το Ε ως 104, το F ως 105 κ.ο.κ. ταύτισε το 666 με τον HITLER [H = 107, I = 108, T= 119, L =111, E = 104, R = 117, Σύνολο 666] [WGH]. Η ερμηνεία αυτή είχε εντυπωσιάσει τότε, δεδομένης της αντιχριστιανικής μανίας του ναζισμού.

7. Τέλος αναφέρουμε ότι στην προσπάθεια ανευρέσεως του Αντιχρίστου, η προσοχή κάποιων επικεντρώθηκε και στα πρόσωπα του Μωάμεθ, του Μ. Ναπολέοντος, του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ και του Λένιν. Ο άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος έγραψε ότι το θηρίο που έβγαινε από τη γη είναι ο Μωάμεθ, «ο των διαβόλου και του αντιχρίστου απόστολος και προφήτης, ο διδάξας τους υιούς Άγαρ όσα μισεί ο Θεός και φιλεί (αγαπά) ο Σατανάς».

Από τα ανωτέρω γίνεται αντιληπτό ότι όλες αυτές οι προσπάθειες και αρκετές άλλες για την εύρεση του ονόματος του Αντιχρίστου υπήρξαν ουσιαστικά μάταιες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο προφήτης Ιωάννης παίζει ή αερολογεί, όπως θέλουν να κάποιοι ορθολογιστές, αλλά έχει στο νου του «ωρισμένον πρόσωπον, του οποίου την απομάντευσιν θεωρεί ως δυνατήν εις τους πιστούς, τουλάχιστον τους πνευματοφόρους εξ αυτών» [ΠΙΜ].

Επομένως οι Χριστιανοί δεν πρέπει να επηρεαζόμαστε και να παρασυρόμαστε από τα κατά καιρούς γραφόμενα γύρω από το όνομα του Αντιχρίστου. Έστω και αν αυτοί που τα γράφουν ή τα διακηρύσσουν είναι δήθεν μεγάλα ονόματα, σοφοί κατά κόσμο… ο ευαγγελιστής Ιωάννης για τις περιπτώσεις αυτές μας συμβουλεύει – μη δίνετε εμπιστοσύνη στον καθένα που σας λέγει ότι εμπνέεται από το Πνεύμα του Θεού και ότι έχει πνευματικό χάρισμα. Αλλά να εξετάζετε και να διακρίνετε τους ανθρώπους που παρουσιάζονται ότι εμπνέονται από το Πνεύμα, αν πράγματι αυτοί προέρχονται από το Θεό. Διότι πολλοί ψευδοπροφήτες βγήκαν στον κόσμο [βλ. Α΄ Ιω. δ΄ 1].

Εφόσον η αρχαιότατη Εκκλησία από την οποία δεν έλειπαν ούτε οι Προφήτες ούτε άλλοι Χριστιανοί με πλούσια πνευματικά χαρίσματα δεν μας διασώζει κάποια ακριβή παράδοση περί του προσώπου του Αντιχρίστου, τουλάχιστον ο Ειρηναίος που είχε ασχοληθεί με το ζήτημα τούτο [16], «νομίζομεν ότι το εν λόγω πρόσωπον θα είναι ο «Αντίχριστος» (Β΄ Ιω. 7), «ο άνθρωπος της ανομίας» [Β΄ Θεσ . β΄ 3], «ο άνομος» [Β΄Θεσ. β΄8], η ανεύρεσις του οποίου, επί τη βάσει του παρόντος ελληνικού αριθμού [666], επαφίεται εις τους πιστούς της εποχής», κατά την οποία «μέλλει ούτος να εμφανισθή προσωπικώς» [ΠΙΜ].

[16]. Βλ. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, Έλεγχος και Ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως [ ή Κατά αιρέσεων], κεφ. XXIX, PG 7, 1202C – Όλη η εικόνα του Ναβουχοδονόσορος «προτύπωσις ην της του αντιχρίστου παρουσίας».

Γι’αυτό ο άγιος Ειρηναίος μας συμβουλεύει: Είναι «ασφαλέστερον και ακινδυνότερον» να περιμένουμε «την έκβασιν της προφητείας» από του να στοχαζόμαστε κάνοντας υποθέσεις και να προμαντεύουμε σχετικά με το όνομα, τυχόντα ονόματα. Εμείς λοιπόν, συνεχίζει, δεν ριψοκινδυνεύουμε για το όνομα του Αντιχρίστου αποφαινόμενοι με βεβαιότητα. Διότι, αν έπρεπε στον τωρινό καιρό να κηρυχθεί φανερά το όνομα του, θα ανακοινωνόταν από εκείνον που είδε και τα οράματα της Αποκαλύψεως. Διότι την Αποκάλυψη δεν την είδε «προ πολλού χρόνου, αλλά σχεδόν επί της ημετέρας γενεάς» προς το τέλος της βασιλείας του Δομετιανού [17]. Άλλωστε ο ίδιος εκκλησιαστικός Πατέρας γράφει: Κάθε προφητεία πριν από την έκβαση της είναι αίνιγμα και προκαλεί αντιλογία μεταξύ των ανθρώπων. Όταν όμως έρθει ο καιρός και πραγματοποιηθεί αυτό που έχει προφητευθεί, τότε θα δοθεί η ακριβέστατη εξήγησή της [18]. Οι γνώμες του αγίου Ειρηναίου έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Διότι αυτός εγνώρισε ως νέος τον γέροντα επίσκοπο Πολύκαρπο Σμύρνης, ο οποίος είχε γνωρίσει προσωπικά τον ευαγγελιστή Ιωάννη, συγγραφέα της Αποκαλύψεως.

[17]. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, ο.π., PG 7, 1205 BC – 1207 AB.

[18]. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, ο.π., PG 7, 1052C- 1053A.

Ο άγιος Ανδρέας Καισαρείας γράφει: Την μεν ακριβή έννοια του αθροίσματος που συνιστά τον αριθμό [666] «και τα λοιπά περί αυτού γεγραμμένα» θα τα αποκαλύψει ο χρόνος και η πείρα σ’ αυτούς που θα είναι άγρυπνοι, προσεκτικοί. Διότι, αν έπρεπε, όπως λένε κάποιοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας, να γίνει φανερό καθαρά το όνομα αυτό [του Αντιχρίστου], θα το φανέρωνε αυτός που το είδε. Όμως η θεία χάρις δεν θέλησε να καταχωρηθεί το όνομα του φθορέα και αφανιστή (δηλαδή του Αντιχρίστου) στην Αγία Γραφή. Μπορεί κανείς, έτσι για λόγους ασκήσεως, να βρει, όπως λένε ο μακάριος Ιππόλυτος και άλλοι, ονόματα που περιέχουν «τον αριθμό τούτον». Ονόματα «προσηγορικά και κύρια».

Τέλος, ο ιερομάρτυς Ιππόλυτος (β΄ αι.) διδάσκει: «Αυτά που έχουν σχέση με τον Αντίχριστο τα μεταδίδουμε με φόβο Θεού παρακινούμενοι από την «υπερβάλλουσαν (του) Χριστού αγάπην». Διότι αν οι προγενέστεροι μας μακάριοι άνδρες που αξιώθηκαν προφητικού χαρίσματος και εγνώρισαν αυτά δεν θέλησαν να κηρύξουν ανοιχτά για να μην προξενήσουν ταραχή στις ψυχές των ανθρώπων αλλά τα διηγήθηκαν «μυστικώς διά παραβολών και αινιγμάτων», λέγοντες «ώδε ο νους ο έχων σοφίαν», πόσο μάλλον εμείς θα κινδυνεύσουμε αν τολμήσουμε να φανερώσουμε πλήρως, όσα εκείνοι είπαν με τρόπο απόκρυφο;». Και λίγο παρακάτω προσθέτει: για το όνομα του θηρίου δεν μπορούμε εμείς να μιλήσουμε με ακρίβεια, όσο το κατενόησε και διδάχτηκε γι’ αυτό ο μακάριος Ιωάννης, παρά μόνο να το υποθέσουμε. Όταν θα εμφανιστεί ο καιρός θα δείξει «το ζητούμενον» [ 19].

[ 19]. ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ, Περί Χριστού και περί του Αντιχρίστου, XXIX και XLIX ΒΕΠΕΣ 6, 206 [ 23-29] και 214 [ 34-35].

Είναι άξια και η παρατήρηση που λέγει ότι στα κεφάλαια της Αποκαλύψεως 12 και 13 έχουμε «σατανική τριάδα» κατ’ απομίμηση της Αγίας Τριάδος. Έχουμε α] τον δράκοντα-διάβολο, β] το θηρίο–Αντίχριστο , που ανεβαίνει από τη θάλασσα και γ] το θηρίο–ψευδοπροφήτη, «υπασπιστή» του Αντιχρίστου, που ανεβαίνει από τη γη!

Σήμερα ορισμένοι θεωρούν ή βλέπουν στην εισαγωγή του 666 στη ζωή μας με διάφορες μορφές και υπό διάφορα προσχήματα, ΕΚΑΜ, ΑΜΚΑ, πιστωτικές κάρτες κ.α΄. Ενώ παράλληλα παρατηρείται μία σύγχυση, αδιαφορία, χαύνωση, έλλειψη πνευματικότητος και ένας αόρατος φόβος. Για όλα αυτά αναφερθήκαμε ήδη πιο πάνω. Όμως είναι πολύ καλύτερα να ζητούμε σοφία και σύνεση από τον Τριαδικό Θεό και «νουν Χριστού» [Α΄ Κορ. β΄16], ώστε να αναστρεφόμαστε και να συμπεριφερόμαστε στην κάθε περίπτωση έτσι, ώστε να δοξάζεται ο Θεός. Παράλληλα να μελετούμε την Αγία Γραφή, να ζούμε εν προσευχή και να συμμετέχουμε συνειδητά και τακτικά στα Ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας μας, στηρίζοντας τους αδελφούς μας και παρηγορώντας τους με το λόγο και το χριστιανικό παράδειγμα μας [πρβλ. Λουκ. κβ΄ [22]32]. Διότι δεν μπορούμε να ζούμε με χλιαρότητα, πολύ περισσότερο μέσα στην αμαρτία, ακολουθώντας το δρόμο του σατανά, τον οποίο αποκηρύξαμε και απαρνηθήκαμε επίσημα κατά την ώρα του αγίου Βαπτίσματος μας. Ας μη λησμονούμε δε ότι δεν υπάρχει καμία συμφωνία μεταξύ του Χριστού και του σατανά [βλ. Β΄Κορ. στ΄ 14-18]. Οι δε τυχόν ωφέλειες από την εκούσια αποδοχή του χαράγματος – οικονομικές, θέσεις, αξιώματα κ.τ.ο΄ - θα αποβούν προς αιώνια ζημία της ψυχής μας διότι θα προκαλέσουν τη δίκαιη οργή του Τρισαγίου Θεού [ βλ. Αποκ. ιστ΄ [16] 2].

Οι Χριστιανοί έχοντας απόλυτη βεβαιότητα ότι η δική μας πατρίδα και πολιτεία και τα δικά μας πολιτικά δικαιώματα είναι στους ουρανούς από τους οποίους με πολύ πόθο περιμένουμε και τον Σωτήρα μας, τον Κύριο Ιησού Χριστό [Φιλιπ. γ΄ 20], και ακόμη ότι, εάν ο Θεός είναι μαζί μας, κανείς δεν μπορεί να είναι εναντίον μας, ας πορευόμαστε με ελπίδα, ειρήνη και χαρά εν Χριστώ. Ο ερμηνευτής των άνω μυστηρίων του Θεού, μας έχει βεβαιώσει: Αυτή είναι η νίκη, που νίκησε οριστικά τον κόσμο, η πίστη μας (Α΄ Ιω. ε΄ 4), η οποία είναι φως που διαλύει την πλάνη, η οποία υπάρχει στον κόσμο. Και ταυτόχρονα δύναμη νέας πνευματικής και αγίας ζωής αντίθετης προς την φαυλότητα του κόσμου που καλλιεργεί ο Αντίχριστος και τα όργανά του. 


(Πηγή: Η Αποκάλυψις του Ιωάννου, Νικολάου Βασιλειάδη, εκδόσεις «ο Σωτήρ» σελ. 420-437, οι υπογραμμίσεις δικές μας)
Συντομογραφίες
Ανδρ.Κ = Ανδρέου Καισαρείας,Ερμηνεία εις την Αποκάλυψιν
Άνθιμος = Ανθίμου Πατριάρχου Ιεροσολύμων,Ερμηνεία εις την Ιεράν Αποκάλυψιν
Αρ. = Αρέθα Καισαρείας, Εις την Ιωάννου… Αποκάλυψιν
ΓΒΜ = Γεωργίου Β. Μαυρομάτη,Η Αποκάλυψη του Ιωάννου
ΕΒ = Ιερομ. Ευσεβίου Βίττη, Ομιλίες στην Αποκάλυψη
Η = Matthew Henry’ s Commentary on the whole Bible
ΙΓ = Αρχιμ. Ιηήλ Γιαννακοπούλου,Ερμηνεία της Αποκαλύψεως
Οικ. = Οικουμενίου Ερμηνεία της Αποκαλύψεως
ΠΙΜ = Παναγι. Ι. Μπρατσιώτου, Η Αποκάλυψις του Ιωάννου
WGH = William G. Heidt,The book of the Apocalypse

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΠΟΛΥΠΑΘΟΥΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΠΟΛΥΠΑΘΟΥΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
      


Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΠΟΛΥΠΑΘΟΥΣ ΑΓΙΟΥ  ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Χρήστου Κρικώνη, Ομοτίμου καθηγητή της Θεολογίας του Α.Π.Θ.

1. Βιογραφικά του Χρυσοστόμου

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ιεράρχης με ασυνήθιστες πνευματικές ικανότητες, με ακατάβλητο ψυχικό σθένος και με πλούσια και εμφανή τα χαρίσματα της θείας Πρόνοιας ήταν επόμενο να διακριθεί ως εξέχουσα προσωπικότητα στη χορεία των μεγάλων πατέρων, που κοσμούν το στερέωμα της Εκκλησίας.

Είναι, αναμφισβήτητα, ο ενδοξότερος και ο πολυγραφότατος από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς των βυζαντινών –ιδίως των πρώτων– χρόνων και ο κατ' εξοχήν πνευματικός ηγέτης της χριστιανικής κοινωνίας. Και όπως χαρακτηριστικά έχει παρατηρηθεί η μελέτη των εκκλησιαστικών πραγμάτων παρουσιάζει τον Χρυσόστομο ως τον κορυφαίον μεταξύ των θεωρητικών Πατέρων της Εκκλησίας, επικεφαλής των οποίων είναι ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, αλλά εν πολλοίς και αυτού του Μ. Βασιλείου, ο οποίος υπερέχει όλων δια την κοινωνικήν του δράση.

Αλλ' επειδή ο Χρυσόστομος ασχολήθηκε ως επί το πλείστον με τα προβλήματα του ανθρώπου και όχι τόσο με τα θεωρητικά προβλήματα της εποχής του, τα οποία βεβαίως και εγνώριζε καλά, και επειδή ο σκοπός της εκκλησιαστικής ζωής του ήταν η εξύψωση της ηθικής ζωής και η ανάδειξη των πνευματικών δυνάμεων των χριστιανών με το προσωπικόν του παράδειγμα και με τον λόγον του, γι' αυτό εμφανίζεται στην ιστορία της Εκκλησίας με το χαρακτηριστικόν γνώρισμα του αγωνιστή της έμπρακτης χριστιανικής ηθικής ζωής και του μάρτυρος της χριστιανικής αγάπης.

Ο Χρυσόστομος αισθάνεται έντονη την προστασία της θείας Πρόνοιας, η οποία με καταφανή τρόπο καθοδηγούσε τα διαβήματά του στην πορεία της εκκλησιαστικής ζωής και δράσεώς του. Και ο ίδιος ομολογούσε την εύνοια αυτή της θείας Πρόνοιας και την έβλεπε ολοκάθαρα να προσδιορίζει την προσωπική ζωή του από τα παιδικά του χρόνια, όπως συμβαίνει με όλες εκείνες τις μεγάλες προσωπικότητες, που η θεία Πρόνοια προορίζει να γίνουν όργανά της. Αυτή η θεία Πρόνοια του επεφύλαξε ευνοϊκές συνθήκες και όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις να λάβει την καλύτερη για την εποχή του μόρφωση.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχουν οι πηγές, ο Χρυσόστομος, γόνος αριστοκρατικής και διαπρεπούς οικογενείας, λόγω γεννήσεως και μορφώσεως ανήκε στο πνευματικό ελληνικό περιβάλλον. Γεννήθηκε στην Αντιόχεια μεταξύ των ετών 344-354 ίσως το 350-351 –κατά την τελευταία άποψη του αείμνηστου καθηγητού της Πατρολογίας Παν. Χρήστου- από γονείς ευσεβείς, και ανατράφηκε μέσα σε χριστιανικό περιβάλλον που του παρείχε η θαλπωρή της οικογενείας του και ιδιαίτερα της μητέρας του Ανθούσας, από την οποία έλαβε το λεπτό πνεύμα και τον ευαίσθητο χαρακτήρα. Αναφερόμενος αργότερα για την οικογένειά του ο Χρυσόστομος έλεγε «ο εμός πατήρ και ο πάππος και ο επίπαππος σφόδρα ευσεβείς και σπουδαίοι ετύγχανον όντες». Κατά ταύτα όλη η οικογένειά του απέπνεε το πνευματικό άρωμα της ευσεβείας και μέσα σ' αυτό ανατράφηκε πνευματικά από τα παιδικά του χρόνια με φρόνηση και σοβαρότητα, γεγονός που προμήνυε πόσο μεγάλη και σημαντική προσωπικότητα θα ανεδεικνύετο. Βέβαια την ανατροφή του ανέλαβε αποκλειστικά η ευσεβεστάτη και σεμνή μητέρα του Ανθούσα και η θεία του, από πατέρα, Σαβιανή, αφού ο πατέρας του Σεκούνδος, ανώτερος αξιωματικός του στρατού απέθανε ολίγον μετά την γέννησή του και για την μόρφωσή του δεν φείσθηκε θυσιών, κόπων και χρημάτων.


Η μητέρα του με την εξασφάλιση των μέσων για την παροχή κάθε δυνατής μορφώσεως του υιού της αποδείχθηκε όχι μόνο μεγάλη τροφός αλλά και καταπληκτική παιδαγωγός. Αυτή, χήρα, μόλις είκοσι χρονών, αφοσιώθηκε αποκλειστικά και ολόψυχα στην ανατροφή του Ιωάννη και στη φροντίδα να εξασφαλίσει κάθε εκπαίδευση για να γίνει μια συγκροτημένη και τέλεια προσωπικότητα. Αυτή με την άγια ζωή της αλλά και με τις συνετές συμβουλές της έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην παροχή πολύπλευρης παιδείας. Αυτή κατέβαλε στην ψυχή του νεαρού Ιωάννη τα πρώτα σπέρματα της ευαγγελικής αληθείας και τον έστρεψε από μικρό προς την τέλεια και απόλυτη χριστιανική ζωή. Θα ήταν δυνατόν να είχε λεχθεί και για τη μητέρα του Ανθούσα ό,τι είχε ειπεί ο Γρηγόριος Θεολόγος για την μητέρα του Μ. Βασιλείου, την Εμμέλεια «τ ούτο εν γυναιξί ώφθη η Ανθούσα όπερ παρ' ανδράσιν ο Ιωάννης». Με ανάλογο θαυμασμό είχε εκφρασθεί και ο εθνικός ρήτορας Λιβάνιος με αφορμή τη μητέρα του Χρυσοστόμου για τις χριστιανές γυναίκες γενικότερα· «Βαβαί, οίαι παρά Χριστιανοίς γυναίκες εισίν».

Όμως η θεία Πρόνοια του επεφύλαξε, εκτός από την αρίστη ανατροφή από τη μητέρα του Ανθούσα, και εξαιρετική μόρφωση από διαπρεπέστερους διδασκάλους και ρήτορες της εποχής του. Εφοίτησε στην ονομαστική ρητορική σχολή των περίφημων εθνικών ρητόρων του Ανδραγαθίου και του Λιβανίου από τους οποίους διδάχθηκε τους θησαυρούς των γνώσεων της κλασικής αρχαιότητος. Ο Λιβάνιος μάλιστα όταν ερωτήθηκε ποιον θα άφηνε διάδοχόν του στη Σχολή, απάντησε ότι προόριζε τον Ιωάννη εάν δεν τον είχαν συλήσει οι Χριστιανοί. Βέβαια τον Ιωάννη δε τον εσύλησαν οι Χριστιανοί, γιατί ο ίδιος από μόνος του και εκούσια έγινε χριστιανός ή όπως είχε ειπεί για κάθε ανθρώπινη ψυχή ο Τερτυλλιανός, ο Ιωάννης ήταν ψυχή χριστιανική από τη φύση της «anima naturaliter christiana».

Στη συνέχεια ο Ιωάννης παρακολούθησε τους διακεκριμένους διδασκάλους της Θεολογικής Σχολής της Αντιοχείας –του περίφημου «Ασκητηρίου»–, τον Καρτέριον και τον ευσεβή και ασκητικόν Διόδωρον, τον οποίον, θαυμάζοντας έλεγε «τον άπαντα χρόνον διετέλεσε αποστολικόν επιδεικνύμενος βίον, μηδέν ίδιον έχων, αλλά παρ᾿ ετ έρων τρεφόμενος, αυτός τη προσευχή και τη διδασκαλία του λαού προσκαρτερών».

Εκτός όμως των διδασκάλων του, μεγάλη επίδραση στη διάπλαση της θρησκευτικής διαθέσεως και του χαρακτήρος του άσκησε και ο γηραιός επίσκοπος Αντιοχείας, ’γιος Μελέτιος, για τον οποίο ο Χρυσόστομος έλεγε ότι η θέα και μόνο της όψεώς του εγοήτευε τους πάντας και τους προσείλκυε στην αρετή. Είναι γεγονός ότι ο ’γιος Μελέτιος «ηράσθη της ευφυΐας και του κάλλους της καρδίας του Ιωάννου», τον προσείλκυσε στην Εκκλησία και τον εβάπτισε (σε ηλικία περίπου 21 ετών, το έτος 372).

Η φοίτηση του Χρυσοστόμου κοντά σε τόσο διαπρεπείς διδασκάλους είχε ως αποτέλεσμα να λάβει ευρεία και λαμπρά μόρφωση και από ενωρίς να δείξει τις εξαιρετικές ικανότητες και επιδόσεις του. Χωρίς να είναι διανοούμενος ή φιλόσοφος ανεδείχθη σε έναν κλασικό ρήτορα ή ομιλητή με την έννοια περισσότερον του διδασκάλου της ηθικής αγωγής. Αυτό, άλλωστε, φαίνεται ολοκάθαρα από τη γλώσσα και το ύφος του. Στη ρητορική δεξιοτεχνία του ύφους του άνετα μπορεί να συγκριθεί με τον κορυφαίο ρήτορα της αρχαιότητος, τον Δημοσθένη, και τους Ξενοφώντα και Πλάτωνα. Και παρ᾿ ότι παρέμεινε Έλληνας στην παιδεία, δεν συγκινήθηκε από την ελληνική φιλοσοφία και ποτέ δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να ασχοληθεί ιδιαίτερα με αυτήν. Πάντως η επίδραση των κλασικών σπουδών στη λογοτεχνική υφή και την επιχειρηματολογία του σε όλα τα έργα του –ιδίως τα πρώτα– είναι έντονη.

Ο Χρυσόστομος μετά την αποφοίτηση από τις κοσμικές σπουδές στις ανώτερες σχολές, για ένα ελάχιστο χρόνο –ίσως ολίγους μόνον μήνες– άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου ή ρητοροδιδασκάλου, κάτι που είχε συμβεί και με άλλους μεγάλους πατέρες (Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο κ.λπ.). Αλλά το δικηγορικό έργο, ως επάγγελμα, περιελάμβανε (και περιλαμβάνει) εκτός άλλων την εξυπηρέτηση των επιδιώξεων και των συμφερόντων του πελάτου, που δεν είναι πάντοτε σύμφωνα με τις προσωπικές πεποιθήσεις και ηθικές αρχές του ασκούντος αυτό. Γι᾿ αυτό και ο Χρυσόστομος, τονίζοντας τις αρνητικές περιπτώσεις και πλευρές, χαρακτηρίζει το επάγγελμα «μεστόν πονηρίας και δολιότητος» και εγκαίρως διαπιστώνει ότι το δικηγορικόν επάγγελμα δεν τον ικανοποιεί και ότι αυτός δεν είχε γεννηθεί να γίνει δικηγόρος.

Και, όπως ήδη αναφέρθηκε, ενώ είχε όλα τα μέσα και τις προϋποθέσεις να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη και ευρύτερη μόρφωση, να έχει δόξες και τιμές στον κόσμο, αυτός έδειξε πλήρη αποστροφή προς τα εγκόσμια. Είναι ανόητο, έλεγε, να κυνηγά κανείς σκιές, όπως είναι ο πλούτος, η δύναμη, οι ηδονές· «το γαρ σκιάς διώκειν μαινομένου εστίν».

Αρεσκόμενος στο μονήρη και ασκητικό βίο μετά το βάπτισμά του αφοσιώνεται αποκλειστικά στα θεία και γίνεται νέος άνθρωπος, όπως λέγει ο βιογράφος του Παλλάδιος. Από τότε δεν εξεστόμισε ποτέ κακόν λόγον ή κατάρα ή αστειότητα και ποτέ δεν ορκίσθηκε και δεν ψεύσθηκε. Στη μόνωση βρήκε αυτό που ζητούσε· η μόνωση προσφέρει στιγμές περισυλλογής, αυτοεξέτασης, προσευχής, που υψώνουν τον άνθρωπο στις σφαίρες του υπερφυσικού. Σύνθημα της ζωής του ήταν το θαυμάσιον λόγιον· «έ χου των πνευματικών, υπερόρα των βιοτικών». Ανάλογη είναι και η διατύπωση του Μ. Βασιλείου στην Ομιλία του «Εις το Πρόσεχε σεαυτώ»· «υ περόρα σαρκός, παρέρχεται γαρ· επιμελού ψυχής, πράγματος αθανάτου». Αλλά ο Χρυσόστομος το θέμα της ματαιότητος και παροδικότητος της παρούσης ζωής ανέπτυξε με περισσή χάρη και δύναμη στις θαυμάσιές του ομιλίες «Προς Ευτρόπιον», όπου χαρακτηριστικά τονίζει ότι πρέπει «και στους τοίχους και στα ενδύματα και στην αγορά και στις οικίες και στους δρόμους και στις θύρες και στις εισόδους και προ πάντων στη συνείδηση και καρδιά συνεχώς πρέπει να γράφωμεν και συνέχεια να μελετούμε πάντοτε το ρητό “ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης”».

Τον Χρυσόστομο ενδιαφέρει κυρίως το έργο της πνευματικής ζωής και αναπτύξεως των ανθρώπων, η κυρίως μόρφωση των ψυχών, και επειδή έχει τη γνώμη ότι η θεωρία και η πράξη όχι μόνο δεν πρέπει να απέχουν μεταξύ τους αλλά να συμπίπτουν, γι᾿ αυτό αισθάνθηκε την ανάγκη –όπως όλοι οι μεγάλοι Πατέρες– της απομακρύνσεως εκ του κόσμου, της μονώσεως και της ασκήσεως, προκειμένου να επιτευχθεί η πλήρης πνευματική ολοκλήρωση και η πνευματική ελευθερία με την κυριαρχία του πνεύματος επί του σώματος.

Συνέπεια αυτών των απόψεών του ήταν η απόφασή του να αποσυρθεί από τα εγκόσμια. Τούτο έγινε μετά τον θάνατο της προσφιλούς μητέρας του το 374. Και τούτο γιατί η μητέρα του μόλις αντελήφθη ότι ο Ιωάννης εσχεδίαζε να φύγει στην έρημο, τον πήρε από το χέρι και τον πήγε στην κλίνη όπου τον εγέννησε και με δάκρυα στα μάτια, αλλά με την ίδια στοργή και τρυφερότητα που γνώριζε, του υπενθύμισε όλα εκείνα –και ήταν πάρα πολλά– που στερήθηκε με τη χηρεία της για χάρη του. «Τον παρακάλεσε να μην τη ρίξει τώρα με τη δική του φυγή σε δεύτερη χηρεία, εγκαταλείποντάς την, αλλά να περιμένει λίγο, γιατί το τέλος της δεν είναι μακριά». «’λλωστε, του είπε, στους νέους υπάρχει πάντα ο χρόνος και η ελπίδα να φθάσουν εκεί που θέλουν. Όταν με παραδώσεις στη γη και με θάψεις κοντά στον πατέρα σου, του είπε, τότε “κάνε μακρινές αποδημίες και ταξίδευσε σε οποιαδήποτε θάλασσα θέλεις, χωρίς κανένας να σε εμποδίσει”. Όσο καιρό όμως αναπνέω ακόμη, κάνε υπομονή και μείνε μαζί μου... Πρόσεξε, του είπε, γιατί εγώ φρόντισα να μη σου λείψει τίποτε, να είσαι απερίσπαστος από βιοτικές ανάγκες και αμέριμνος από όλα τα αναγκαία για να μπορέσεις (εσύ) να συνεχίσεις το ιερό έργο σου. Και να ξέρεις, του πρόσθεσε, κανείς δεν σε αγαπά πιο πολύ από μένα τη μητέρα που σε γέννησε... Αν όχι τίποτε άλλο, τουλάχιστον γι᾿ αυτό μείνε όσο ακόμη ζω κοντά μου.. .».

Ασφαλώς τα λόγια της μητέρας νίκησαν την σκέψη και θέληση του υιού της Ιωάννη και υπερίσχυσε η αγάπη του για εκείνην. Κατόπιν τούτου ο Ιωάννης ανέβαλε –δεν ματαίωσε– τον σκοπό του μένοντας κοντά της και ζώντας ως υπάκουος υιός στο σπίτι μαζί με τη μητέρα του, στην Αντιόχεια.

Τότε ανεχώρησε στα ιερά ησυχαστήρια - ασκητήρια, που δεν ήταν πολύ μακριά έξω από την Αντιόχεια και τα οποία «ώσπερ λαμπτήρες εισίν αφ᾿ υψηλού τοις πόρρωθεν επιβαίνουσι φαίνοντες, επί λιμένος καθήμενοι και προς γαλήνην την αυτών άπαντας έλκοντας, ουκ εώντες εν σκότω διάγειν τους εκεί βλέποντας». Τότε ο Χρυσόστομος και μετά από παρότρυνση φίλων του αναφερόμενος στον μοναχικόν βίον, έγραψε τις θαυμάσιες πραγματείες περί ασκητισμού, στις οποίες ετόνιζε ότι σκοπός του είναι η τελείωση του ανθρώπου στην κατά Θεόν ζωή, η οποία δεν ήταν εύκολον και δυνατόν να επιτευχθεί μέσα στη γεμάτη από πειρασμούς και φαυλότητα κοινωνία. Σχετικά λέγει· «Θα ευχόμουν η κοινωνία να ήταν καλή για να μη χρειάζεται να τρέχουν στις ερήμους όσοι ζουν μέσα σ᾿ αυτή· και ούτε οι ασκητές που ζουν στις ερημίες να έρχονται για να ζήσουν σ᾿ αυτή».

Πρόθεσή του δεν ήταν να προτρέψει τους ανθρώπους να αποσυρθούν σωματικά από τον κόσμο, εγκαταλείποντας τις πόλεις τους, αλλά να αναμορφώσει τη ζωή της κοινωνίας, των πόλεων και των χωριών, σύμφωνα με τις αρχές του Ευαγγελίου· γι᾿ αυτό, άλλωστε, και έγινε ποιμήν, διδάσκαλος και ιεροκήρυκας.

Γιατί πράγματι μέσα στην κοινωνία δεν κατόρθωσαν οι διακηρύσσοντες την κοινωνική αλλαγή με τα υλικοτεχνικά μέσα, την πρόοδο της επιστήμης και της τεχνικής, να φέρουν την ευημερία των ανθρώπων και την κοινωνική δικαιοσύνη. Αντίθετα, κοινή είναι η διαπίστωση ότι κάθε ημέρα αυξάνει η αδικία, η εκμετάλλευση και η διαφθορά, ο εκφυλισμός και η πολυτέλεια με τις ποικίλες απολαύσεις, οι συνεχείς ανταγωνισμοί, τα μίση και οι πόλεμοι. Κατά συνέπεια κανείς απ᾿ αυτούς δεν θεωρεί ότι οι θλίψεις, οι στερήσεις και ο πόνος της καθημερινής ζωής έχουν ευεργετικά αποτελέσματα για την ανάπτυξη ισχυρής βουλήσεως και ακεραίου χαρακτήρα. Μόνο με κόπους πολλούς, στερήσεις και επίμονες ασκήσεις μπορεί ο πιστός να γίνει κύριος των αδυναμιών του σώματός του και όχι με την εύκολη, και γεμάτη ανέσεων και απολαύσεων ζωή, λέγει ο Χρυσόστομος.

’λλωστε, ο Χρυσόστομος δεν θεωρούσε την άσκηση ως αυτοσκοπό και ούτε απέβλεπε με αυτήν αποκλειστικά στην ατομική τελείωση. Αντίθετα, θεωρούσε την άσκηση ως ευκαιρία κατάλληλη για την αναμόρφωση της κοινωνίας και της σωτηρίας των ανθρώπων, σε συνδυασμό με την λοιπή πνευματική ζωή.

Η ασκητική ζωή, βεβαίως, έδιδε την ευκαιρία στον Χρυσόστομο για πιο άνετη επικοινωνία με τον Θεό δια της προσευχής. Ο Χρυσόστομος ήταν άνθρωπος της προσευχής και της μονώσεως· ζούσε συνεχώς προσευχόμενος. Η προσευχή είναι ρίζα συγχρόνως και τροφή της πνευματικής ζωής και αν στερήσεις, έλεγε, τον εαυτό σου της προσευχής είναι ωσάν να βγάζεις το ψάρι από το νερό και περιμένεις να ζήσει· «ώσπερ γαρ εκείνω ζωή το ύδωρ, ούτω σοι προσευχή». Είναι αδύνατον να ζει κανείς χωρίς την προσευχή· «αμήχανον άνευ προσευχής αρετή συζήν και μετά ταύτης πορεύεσθαι τον βίον». Η πείρα και η μαρτυρία των προσευχομένων δείχνει ότι δεν υπάρχει στον κόσμο ισχυρότερο πράγμα από την προσευχή· «ουκ έστιν ουδέν ευχής δυνατώτερον, ουδ᾿ ίσον». Αυτή κάνει τους ανθρώπους «ναούς του Χριστού»· αυτή είναι το ύψιστον αγαθόν· «παντός αγαθού κεφάλαιον και σωτηρίας και ζωής αιωνίου πρόξενος». Γι᾿ αυτό και συνιστούσε στους άλλους συνεχώς να προσεύχονται· «καν εν βαλανείω ης, εύχου, καν εν οδώ καν επί κλίνης, όπου εάν ης εύχο υ». Γιατί έτσι θα αισθάνονται τους εαυτούς τους ευτυχείς και μακαρίους «επί τη του Θεού λατρεία».

Παράλληλα με τη συνεχή προσευχή η άσκηση έδιδε στον Χρυσόστομο την κατάλληλη ευκαιρία και για συνεχή μελέτη της Αγίας Γραφής, η οποία κρατεί την ψυχή σε διαρκή επικοινωνία με τον Θεό. Μάλιστα ο Χρυσόστομος θεωρούσε ως αιτία όλων των κακών στην κοινωνία και καθημερινή ζωή των ανθρώπων «το μη ειδέναι τας Γραφάς». Η μελέτη της Αγίας Γραφής ήταν το καταφύγιόν του σε όλες τις δοκιμασίες της πολυτάραχης ζωής του και σ᾿ αυτήν και μόνον εύρισκε γαλήνη και ανακούφιση. Συνιστούσε στους πιστούς την ανάγνωση της Αγίας Γραφής ακόμη και αν πολλές φορές δεν είναι απόλυτα κατανοητό το αληθινό νόημά της. Με την συνεχή ανάγνωση των Αγίων Γραφών ο Χρυσόστομος απέκτησε τέτοια οικειότητα με το περιεχόμενό τους και τόσο βαθειά τις κατανόησε, ώστε, κατά κοινή ομολογία, να γίνει ο επιδεξιότερος και ικανότερος ερμηνευτής τους, αφού συνέγραψε τα πολυαριθμότερα, περίπου 700 Ομιλίες, και ασύγκριτα σε κάλλος και δύναμη ερμηνευτικά υπομνήματα καθώς και άλλα έργα του.

Ο Χρυσόστομος έζησε επί εξαετία και πλέον ως ασκητής και αναχωρητής στα Μοναστήρια και ασκητήρια με συνεχή προσευχή και μελέτη της Αγίας Γραφής και προ πάντων με στερήσεις και σκληραγωγία κοντά σε διασήμους για την εποχή του ασκητές.

Εκεί εσχεδίαζε τη δράση του ως αναμορφωτού των ψυχών, προετοίμαζε τον εαυτόν του για την μεγάλη του αποστολή στον κόσμο και ελάμβανε την απόφασή του για τους αγώνες της πνευματικής δράσεώς του στην κοινωνία. Και βεβαίως εγνώριζε καλά ότι κάθε πνευματική δράση στην κοινωνία θα αντιμετώπιζε οπωσδήποτε και την ανάλογη αντίδραση του κόσμου. Την δράση αυτή επεχείρησε με την ανάληψη του έργου που θέλησε να πραγματοποιήσει μέσα στην Εκκλησία και την κοινωνία με την χάρη και την ευλογία της.

Γι᾿ αυτό και όταν επέστρεψε στον κόσμο, στην Αντιόχεια, μετά την άσκησή του στην ερημία, χειροτονήθηκε διάκονος (381) από τον επίσκοπο της πόλεως Μελέτιον, τον οποίον και βοηθούσε στα ποιμαντορικά καθήκοντα. Ως απλός διάκονος ο Χρυσόστομος παρέμεινε για μία εξαετία και στο διάστημα αυτό επεδόθη στη συγγραφή αξιολόγων πραγματειών (όπως περί Παρθενίας κ.ά.) και στο διδακτικό έργο.

Το 386 χειροτονήθηκε ως πρεσβύτερος από τον διάδοχο του Μελετίου Φλαβιανό και ως πρεσβύτερος τότε, στην πρώτη ομιλία του από άμβωνος, εκφράζει το δέος του να προσεγγίσει την Αγία Τράπεζα και, όπως λέγει, του φαίνεται απίστευτον, μειρακίσκος αυτός να ομιλεί ενώπιον του εκκλησιάσματος. Όμως το εκκλησίασμα αυτό διεπίστωνε πόσον σπουδαίον και υπέροχον ρήτορα είχε έμπροσθέν του και με βαθειά ικανοποίηση έβλεπε τα μεγάλα δείγματα των εκπληκτικών ικανοτήτων του. Ίσως όμως και ο ίδιος ο Χρυσόστομος να συνειδητοποιούσε για πρώτη φορά το εξαιρετικό χάρισμα της ευγλωττίας με το οποίο η θεία Πρόνοια τον επροίκισε. Γιατί ήταν γεννημένος ρήτορας και από την αρχή κατεγοήτευε το ακροατήριό του με την ευφράδεια και τη δύναμη του λόγου του.

Έτσι από τότε και επί μία δωδεκαετία περίπου ως πρεσβύτερος στην Αντιόχεια και επί άλλα έξι ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως εκήρυττε συνεχώς· μερικές φορές δυο και τρεις φορές την ημέρα· «εβουλόμην, έλεγε, και εν νυκτί τούτο ποιείν και ως μυρία σχισθέντα παραγίνεσθαι υμίν και διαλέγεσθαι». Η ψυχή του ήταν κυριευμένη από το πάθος να κηρύττει τον λόγο του Θεού· προς τούτο περιήρχετο όλους τους ναούς της πόλεως. Το κήρυγμά του διεκρίνετο για την αμεσότητα και την πειστικότητά του γι᾿ αυτό και ήταν το αποτελεσματικότερο μέσο να επιδράσει στα άτομα και στην κοινωνία. Από τα κηρύγματά του αυτά και τις εκφωνηθείσες ομιλίες του προέρχονται τα ογκώδη και πολυάριθμα ερμηνευτικά έργα του στα βιβλία της Αγίας Γραφής.

Ο Χρυσόστομος είχε την εσωτερική πεποίθηση ότι οι εκκλησιαστικοί ηγέτες είναι λειτουργοί και όργανα του Χριστού επί της γης. Ειδικότερα για την αποστολή του κληρικού θαυμάσια είναι τα όσα αναφέρει στο υπέροχο έργο του «Περί Ιερωσύνης».

Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως πρεσβύτερος στην Αντιόχεια συγκλονιστικά γεγονότα συνετάραξαν την πόλη. Εξεγέρθηκαν Αντιοχείς εναντίον του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Β´, εξ αιτίας της επιβολής σκληρών φόρων και προέβησαν σε βιοπραγίες εναντίον των αρχών. Μάλιστα έσπασαν τους ανδριάντας - αγάλματα του αυτοκράτορα και της οικογενείας του (του αδελφού του, της συζύγου του Φλακίλλης και των δύο τέκνων του). Η είδηση της καταστροφής τους έφθασε αμέσως στον αυτοκράτορα, ο οποίος αισθάνθηκε προσβεβλημένος και εξοργίσθηκε τόσο πολύ για την ανόσια πράξη, ώστε αποφάσισε να κατεδαφίσει τελείως την πόλη και να εξολοθρεύσει τους κατοίκους της. Έτσι άρχισαν τις συλλήψεις και φυλακίσεις. Οι Αντιοχείς πανικοβλήθηκαν και, έντρομοι και απελπισμένοι, πολλοί εγκατέλειψαν την πόλη και κατέφυγαν στα βουνά και στις ερημίες, όπου ατυχώς βρήκαν το θάνατο από την πείνα και τις κακουχίες και άλλοι κατέφυγαν στους ναούς (Η πόλη σχεδόν ερημώθηκε).

Τότε ήλθε η ώρα του Χρυσοστόμου, η ώρα της Εκκλησίας, η οποία έχει το μοναδικό προνόμιο, όταν στις δυσκολότερες στιγμές της Ιστορίας οι άλλοι –οι αρμόδιοι και υπεύθυνοι ή μη– σιωπούν ή καιροσκοπούν, αυτή, δια των εκπροσώπων της να διακηρύττει την αλήθεια και μόνο, να βρίσκεται κοντά στο λαό της, να τον παρηγορεί και να του δίνει ελπίδα.

Στην απελπιστική κατάσταση και απόγνωση των κατοίκων της Αντιοχείας εμφανίσθηκε ο Χρυσόστομος, ο οποίος εξεφώνησε τους περίφημους λόγους του «εις Ανδριάντας» καθ᾿ όλη την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής. Με αυτούς προσπάθησε, επωφελούμενος της ψυχικής καταστάσεως των κατοίκων, –και τελικά επέτυχε– να εμψυχώσει τους εναπομείναντας πανικόβλητους Αντιοχείς και να τους δώσει ελπίδα, αρχίζοντας τους λόγους του με τη φράση· «Τι είπω και τι λαλήσω; δακρύων ο παρών καιρός, ουχί ρημάτων, θρήνων ουχί λόγων, ευχής ου δημηγορίας. Τις ημίν εβάσκανεν, αγαπητοί; τις ημίν εφθόνησεν; πόθεν η τοσαύτη γέγονε μεταβολή; Ουδέν της πόλεως της ημετέρας σεμνύτερον ην, ουδέν γέγονε ελεεινότερον νυν... ουδέν της πόλεως της ημετέρας πρότερον μακαριώτερον ην, ουδέν ατερπέστερον γέγονε νυν.

Χωρίς πολέμου φυγή, χωρίς μάχης επανάστασις... Σιγή πανταχού φρίκης γέμουσα και ερημία· οι βουνοί λάβετε κοπετόν και τα όρη θρήνον... ου γαρ εστιν ο υβρισθείς ομότιμόν τινα έχων επί της γης· βασιλεύς γαρ εστι, κορυφή και κεφαλή των επί γης ανθρώπων απάντων. Δια τούτο δη προς τον άνω καταφεύγομεν βασιλέα· εκείνον καλέσωμεν εις βοήθειαν...». Με αυτά τα λόγια και με άλλα παρόμοια συνιστούσε την μετάνοια και επιστροφή των Αντιοχέων, οι οποίοι, πράγματι, μεταμελημένοι τώρα, δέχθηκαν το κήρυγμα της μετανοίας και μεταβλήθηκαν· «ο ακόλαστος σώφρων εγένετο, ο θρασύς επιεικέστερος, ο ράθυμος σπουδαίος, οι μηδέποτε εκκλησίαν ιδόντες, αλλ᾿ εις θεάτροις προσεδρεύοντες, εις εκκλησίαν διημερεύουσι νυν».

Παράλληλα ο Χρυσόστομος επενέβη στις Αρχές και με το προσωπικό του κύρος και τους πειστικούς του λόγους επέτυχε να σταματήσουν οι διώξεις και οι φυλακίσεις των πολιτών και να μην πραγματοποιηθούν οι θανατικές καταδίκες των συλληφθέντων. Ενώ ο επίσκοπος Φλαβιανός, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες (που οφείλονταν στις καιρικές συνθήκες λόγω του χειμώνος, τα προβλήματα της υγείας του λόγω γήρατος και των οικείων του, η αδελφή του ήταν ετοιμοθάνατη, καθώς και των εορτών του Πάσχα, που επέβαλαν να βρίσκεται κοντά στο ποίμνιό του) μετέβη στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί με την πραότητα που τον διέκρινε και με επίμονες προσπάθειες κατόρθωσε να εξευμενίσει τον Αυτοκράτορα και το διάβημά του να επιτύχει. Και ο Χρυσόστομος έλεγε· «Ο Βασιλεύς είναι φιλάνθρωπος, ο Επίσκοπος επιβλητικός, αλλά προ πάντων ο Θεός φιλεύσπλαγχνος».

Η ευχάριστη είδηση έφθασε γρήγορα στους Αντιοχείς και στο άκουσμά της ο λαός πανηγύριζε με απερίγραπτη χαρά ώστε ο Χρυσόστομος σε σχετική ομιλία του να λέγει· «Ευλογητός ο Θεός, ο την ιεράν ταύτην εορτήν μετά χαράς και ευφροσύνης πολλής καταξιώσας ημάς επιτελέσαι σήμερον και την κεφαλήν αποδούς τω σώματι και τον ποιμένα τοις προβάτοις...». Έτσι ετελείωσε η μεγάλη εκείνη δοκιμασία των Αντιοχέων κατά την οποία ο Χρυσόστομος κατάφερε στις δύσκολες εκείνες στιγμές όχι μόνο να τους παρηγορήσει, να ζωντανέψει την πίστη τους στο Χριστό αλλά και να τους αναμορφώσει σε αληθινούς χριστιανούς. Η δράση του έσωσε την πόλη από βέβαιη καταστροφή· και όπως έλεγε πολύ εύστοχα· «αρκεί εις άνθρωπος ζήλω πεπυρωμένος ολόκληρον διορθώσασθαι δήμον». Φαίνεται όμως ότι η μεταστροφή μερικών δεν ήταν μόνιμη αλλά προσωρινή, και κράτησε τόσο όσο διαρκούσε ο κίνδυνος για την πόλη και τους κατοίκους της, γιατί ο Χρυσόστομος στη συνέχεια εκφράζει την βαθειά του λύπη θεωρώντας ότι μάταια και άσκοπα ήταν τα κηρύγματά του. Ήθελε, αν ήταν δυνατόν, όλοι να γίνουν άγιοι, εκλεκτοί του Θεού στον κόσμο.

Για τον Χρυσόστομο η σωτηρία της ψυχής των χριστιανών ήταν το πολυτιμότερο πράγμα και έδειξε το μεγαλείο της ανδρειωμένης ψυχής του για τους κατοίκους της Αντιοχείας και σε άλλες δύσκολες ανθρώπινες στιγμές. Τέτοιες ήταν συχνά εχθρικές επιδρομές, προβλήματα πείνας (να σημειωθεί ότι η Εκκλησία της Αντιοχείας τότε έτρεφε περισσότερους από 3.000 αναξιοπαθούντες, χήρες, ορφανά, ασθενείς, φυλακισμένους, ηλικιωμένους, ξένους κ.λπ.), αλλά και σεισμών που προκάλεσαν με τις πολλές καταστροφές μεγάλη δυστυχία και απόγνωση στους κατοίκους. Και στις περιπτώσεις αυτές ο Χρυσόστομος βρέθηκε –όπως άρμοζε σε Ιεράρχη, πνευματικό ποιμένα– και πάλι κοντά στο λαό· του παραστάθηκε και του πρόσφερε παρηγορία και ελπίδα. Σε κάποια σχετική ομιλία του λέγει· «είδατε Θεού δύναμη, είδατε Θεού φιλανθρωπία; Με τη δύναμή του έσεισε την οικουμένη και με την φιλανθρωπία του πάλι την εστερέωσε... Μα ενώ ο σεισμός πέρασε, ο φόβος μένει. Και ενώ εκείνος ο σάλος έφυγε, η ευλάβεια ας μη φύγει. Κάναμε λιτανείες τρεις ημέρες. Μα ας μη σταματήσουμε τη σπουδή για προσευχή. Γι᾿ αυτό έγινε ο σεισμός. Για τη ραθυμία μας. Εραθυμήσατε και ήλθε ο σεισμός...».

Ο ιερός πατήρ αντιμετώπισε με την ίδια επιτυχία και τους εχθρούς της πίστεως, τους Ιουδαίους και τους αιρετικούς, διαφωτίζοντας το ποίμνιο για το οποίο έτρεφε απεριόριστη και έμπρακτη αγάπη.

Η φήμη του φλογερού αυτού πρεσβυτέρου, του Ιωάννου, είχε γίνει γνωστή όχι μόνο στην περιοχή της Αντιόχειας αλλά και σ᾿ όλα τα μέρη της Ανατολής και Δύσεως, παντού, σ᾿ όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας. Έτσι έφθασε και στην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη και όταν απέθανε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεκτάριος, ο λαός, αναγνωρίζοντας τις πασίγνωστες ικανότητες και το αδαμάντινον ήθος του, απέβλεψε προς αυτόν «τον επιστήμονα της ιερωσύνης», όπως λέγει ο βιογράφος του. Αλλ᾿ επειδή εγνώριζαν ότι ο Χρυσόστομος δεν θα εδέχετο να ανέλθει στον κενό πατριαρχικό θρόνο και θα απεποιείτο το αξίωμα αυτό, χρησιμοποιήθηκε ένα τέχνασμα με το οποίο πείσθηκε ο Χρυσόστομος να οδηγηθεί έξω της πόλεως, απ᾿ όπου απήχθηκε, χωρίς ούτε ο ίδιος ούτε ο λαός να γνωρίζει πού θα οδηγείτο.

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Μαθητές και οπαδοί

Μαθητές και οπαδοί
 
Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
 
Ο Χριστός, όταν άρχισε επισήμως το έργο Του, προσεκάλεσε τους πρώτους μαθητές και σχημάτισε την αποστολική Του ομάδα, γιατί πρώτα έπρεπε να μάθουν στην πράξη την νέα ζωή που έφερε στον κόσμο και έπειτα να την διδάξουν στους ανθρώπους, σε όλα τα έθνη. Τούς ονόμασε δε μαθητές και έτσι τιτλοφορούνται από τον Χριστό και τους Ευαγγελιστές.
Ο ίδιος ο Χριστός είπε: «Ουκ έστι μαθητής υπέρ τον διδάσκαλον» (Ματθ. ι' 24). Είναι γεμάτο το Ευαγγέλιο με αυτήν την προσηγορία, όπως: «προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού» (Ματθ. ε' 1) «ηκολούθησαν αυτώ οι μαθηταί αυτού» (Ματθ. η' 23) «τότε λέγει τοίς μαθηταίς αυτού» (Ματθ. θ' 37) «καί εκτείνας την χείρα αυτού επί τους μαθητάς αυτού έφη ιδού η μήτηρ μου και οι αδελφοί μου» (Ματθ. ιβ' 49) κλπ.
Μετά την Πεντηκοστή και την συγκρότηση της πρώτης Εκκλησίας με το Βάπτισμα, το Χρίσμα και την θεία Ευχαριστία, όλα τα μέλη της Εκκλησίας ονομάσθηκαν μαθητές του Χριστού. Στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων συναντά κανείς πολλές τέτοιες εκφράσεις, όπως: «πληθυνόντων των μαθητών» (Πράξ. ς' 1) «τό πλήθος των μαθητών» (Πράξ. ς' 2) «εμπνέων απειλής και φόνου εις τους μαθητάς του Κυρίου» (Πράξ. θ' 1) «επειράτο κολλάσθαι τοίς μαθηταίς και πάντες εφοβούντο αυτόν, μη πιστεύοντες ότι εστί μαθητής» (Πράξ. θ' 26) «χρηματίσαι τε πρώτον εν Αντιοχεία τους μαθητάς Χριστιανούς» (Πράξ. ια' 26) «οι δε μαθηταί επληρούντο χαράς και Πνεύματος Αγίου» (Πράξ. ιγ' 52) «κυκλωσάντων δε αυτόν των μαθητών» (Πράξ. ιδ' 20) «επιστηρίζοντες τάς ψυχάς των μαθητών» (Πράξ. ιδ' 22) κλπ.
 
Η λέξη μαθητής προέρχεται από το ρήμα «μαθητεύω» και δείχνει κάποιον που επιλέγει έναν δάσκαλο, θέτει τον εαυτό του στην υπακοή του για να εκπαιδευθή στην γνώση που εκείνος διαθέτει, ώστε να μεταδοθή και σε αυτόν η εμπειρία του και οι γνώσεις του.
Η μαθητεία συνδέεται με την αγάπη προς το πρόσωπο του διδασκάλου, κυρίως σε ό,τι εκείνος εκφράζει, την επιλογή που γίνεται με την ελευθερία και φυσικά την συστηματική εκπαίδευση για την μύηση των αληθειών.
Στην Αγία Γραφή γίνεται λόγος για το τί είναι μαθητεία. Σε κάποια στιγμή της διδασκαλίας Του ο Χριστός είπε: «διά τούτο πάς γραμματεύς μαθητευθείς εις την βασιλείαν των ουρανών όμοιός εστιν ανθρώπω οικοδεσπότη, όστις εκβάλλει εκ του θησαυρού αυτού καινά και παλαιά» (Ματθ. ιγ' 52).
Το μαθητεύειν στην Βασιλεία του Θεού σημαίνει μαθητεύειν «εις την του Χριστού γνώσιν». Ο Χριστός είναι ο οικοδεσπότης «ως πλούσιος» και σε αυτόν υπάρχουν «οι της σοφίας θησαυροί» (ιερός Θεοφύλακτος). Οπότε, εκείνος που μαθητεύει στον Χριστό, μετέχει στην βασιλεία, δηλαδή στην θεία σοφία, την δόξα του Θεού.
 
Για τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας που ζήτησε από τον Πιλάτο το Σώμα του Χριστού, μετά τον θάνατό Του στον Σταυρό, γράφεται: «ός και αυτός εμαθήτευσε τώ Ιησού» (Ματθ. κζ' 57). Αυτό σημαίνει ότι άκουσε την διδασκαλία Του, είδε τα θαύματά Του και μυήθηκε στην γνώση του Χριστού. Και ο Χριστός μετά την Ανάστασή Του είπε στους μαθητές Του: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν» (Ματθ. κη' 19-20).
Η μαθητεία στην Βασιλεία του Θεού γίνεται με τα Μυστήρια (τό Βάπτισμα και τα άλλα Μυστήρια) και την εφαρμογή των εντολών του Χριστού, που προσφέρουν την πραγματική γνώση και την κοινωνία με τον Χριστό.
Ο σημαντικότερος χαρακτηρισμός των Αποστόλων ήταν «μαθητές του Χριστού» και αυτό το έζησαν σε όλη τους την ζωή. Και ο καλύτερος τίτλος των Χριστιανών είναι να κληθούν μαθητές του Χριστού. Και επειδή ο Χριστός δεν βρίσκεται έξω από την Εκκλησία, γι' αυτό η μαθητεία γίνεται στην Εκκλησία, στον θησαυρό της θεολογίας και της εμπειρίας που διαθέτει.
Δεν μπορεί κανείς να είναι μαθητής του Χριστού και να μήν είναι μαθητής της Εκκλησίας με όλο τον ευλογημένο θησαυρό της και την αγία ζωή της.
Όμως, σε αντίθετη κατεύθυνση κινείται ο οπαδός. Έτσι ονομάζεται εκείνος που υποστηρίζει με έντονο τρόπο πρόσωπα, ιδέες, συστήματα, ποδοσφαιρικές ομάδες, κομματικές παραστάσεις, κλπ.
Συνήθως οι οπαδοί επιλέγουν μερικές ιδεολογίες με αδιευκρίνιστες διαδικασίες, γιατί πρέπει κάπου να ενταχθούν, ώστε να κατοχυρώσουν κάπου την ανασφάλειά τους και να συμπεριφέρωνται πάντοτε κάτω από τις αρχές της ομάδος, χωρίς κρίση και ελευθερία.
 
Οι οπαδοί παρασύρονται από το πλήθος και προβαίνουν σε ενέργειες καταστροφικές.
Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των οπαδών είναι ότι βρίσκονται κάτω από την επίδραση ενός εμπαθούς μεσσία, που συνήθως είναι «αυτοδέσποτος», δεν έχουν δική τους βούληση, αλλά παρασύρονται από την νοοτροπία της μάζας, δρούν μέσα στην ατμόσφαιρα του μυστικισμού («ξέρει ο αρχηγός», «έχει δίκαιο ο αρχηγός»), συμπεριφέρονται με συνθήματα, χωρίς να τα εξετάζουν κριτικά, βρίσκονται κάτω από την επιρροή των καθοδηγητών τους, παίρνουν στα χέρια τους μια σημαία που εκφράζει την ιδεολογία, ενεργούν βίαια και καταστροφικά, αφού πάντοτε εκδηλώνονται συγκρουσιακά με το περιβάλλον.
Όταν τους ρωτήση κανείς γιατί ενεργούν κατ' αυτόν τον τρόπο, δεν μπορούν να έχουν συγκροτημένο λόγο, αλλά επαναλαμβάνουν τα επιχειρήματα των εμπαθών καθοδηγητών τους και φυσικά εκφράζονται συνθηματολογικά, αποσπασματικά και επιθετικά.
Συνήθως οι οπαδοί έχουν ιδιότυπο και αρρωστημένο ψυχικό κόσμο, διαταραγμένη σκέψη και διακεκομμένο λόγο, αλλά και συναισθηματική ανωριμότητα.
Το ερώτημα για το αν οι άρρωστοι αρχηγοί αρρωσταίνουν τους ανθρώπους, ή οι άρρωστοι άνθρωποι επιλέγουν αρρώστους αρχηγούς έχει διπλή και αμφίδρομη ανάγνωση και απάντηση. Άλλες φορές γίνεται το πρώτο, δηλαδή ο άρρωστος αρχηγός αρρωσταίνει τους οπαδούς του, και τις περισσότερες φορές οι άρρωστοι άνθρωποι οδηγούνται στον άρρωστο αρχηγό.
Η βάση είναι ότι τόσο οι αρχηγοί όσο και οι οπαδοί τελούν κάτω από την μέγγενη της αλληλεξάρτησης και των ανόμων συμφερόντων.
Έχουν ιδιαίτερη σημασία οι τρόποι με τους οποίους κινούνται οι οπαδοί για την επιβολή της ιδεολογίας και την επικράτησή της.
Συνήθως χρησιμοποιείται το ψέμα, η αποσπασματοποίηση ενός γεγονότος, η απόρριψη της αντίθετης άποψης, χωρίς ιδιαίτερη κριτική σκέψη, η υποκρισία και η αναλγησία, η αντιφατικότητα των ενεργειών, αφού οι οπαδοί κάνουν μια πράξη και μετά την καταδικάζουν ή την χαρακτηρίζουν ως προβοκάτσια, η βιαιότητα των ενεργειών και τελικά ο μη σεβασμός των κανόνων με τους οποίους συγκροτείται μια κοινωνία σε όλες τις εκφράσεις της.
Οι οπαδοί, στην σύγχρονη εποχή, κρατούν στα χέρια τους ένα κινητό τηλέφωνο για να επικοινωνούν άμεσα με τον αρχηγό τους και εφαρμόζουν ως «στρατιωτάκια» τις διατεταγμένες εντολές του.
Εκεί που εκφράζεται περισσότερο η οπαδοποίηση είναι ο χώρος της θρησκείας. Και αυτό γιατί η θρησκεία, όταν λειτουργή ως ιδεολογία, έχει πολλές ψυχοπαθολογικές αρχές και συνέπειες, όπως την μεσσιανικότητα, τον μυστικισμό, την επικράτηση και επιβολή στους άλλους με βίαιους τρόπους.
Οι ψυχοθεραπευτές από την κλινική τους πείρα γνωρίζουν καλά ότι η χειρότερη μορφή σχιζοφρένειας καλύπτεται κάτω από θρησκευτικές ή παραθρησκευτικές πεποιθήσεις.
Έχουν εντοπισθή από τους θρησκειολόγους τέτοια φαινόμενα και τέτοιες «θρησκευτικές κρίσεις». Είναι γνωστοί από την ιστορία οι λεγόμενοι «ιεροί πόλεμοι» για την επικράτηση μιας ιδεολογίας που γίνεται με βιαιότητες και φόνους.
Ο θρησκειολόγος Ρ. Όττο γράφει ότι το θρησκευτικό βίωμα όταν δεν συνδέεται με το «αγαθό» και το «έλλογο», εκφράζεται με «δαιμονικά» και «ανορθολογικά στοιχεία».
Η ψυχοπάθεια συμπλέκεται με τον δαιμονισμό. Ιδιαιτέρως αυτήν την βιαιότητα του θρησκευτικού συναισθήματος την συναντάμαι στις «σέκτες», που αποτελούν «εναλλακτικές θρησκευτικές οργανώσεις», οι οποίες αποσπώνται από τις βασικές θρησκείες, για να διατηρήσουν δήθεν τις παραδοσιακές αξίες της θρησκείας, η οποία δήθεν εκκοσμικεύθηκε.
Εννοείται ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ των μαθητών και των οπαδών, όπως την βλέπουμε μέσα στην Εκκλησία. Δυστυχώς, και στην Εκκλησία υπάρχουν και μαθητές του Χριστού και οπαδοί. Ας εντοπισθούν μερικές διαφορές μεταξύ των δύο.
Ο μαθητής αναγνωρίζει την Εκκλησία ως χώρο μαθητείας και γνώσης με την αυθεντική υπακοή, ενώ ο οπαδός ως χώρο συγκρούσεων και αμφισβητήσεως με την ενέργεια των εσωτερικών παθών. Ο μαθητής υπακούει στον Χριστό, όπως βιώνεται μέσα την Εκκλησία, ενώ ο οπαδός προσπαθεί να επιβάλη τις δικές του απόψεις στην διδασκαλία του Χριστού και στην ζωή της Εκκλησίας.
Ο μαθητής ζή με αγάπη και ελευθερία, ενώ ο οπαδός συμπεριφέρεται με μίσος και κάτω από την επιρροή των εσωτερικών αλόγων ορμών.
 
Ο μαθητής μετέχει στην καθαρτική, φωτιστική και θεοποιό ενέργεια του Θεού, ενώ ο οπαδός αφήνει ακατέργαστο και αθεράπευτο τον εσωτερικό, ψυχικό του κόσμο.
Ο μαθητής μαθητεύει καθ' όλη την διάρκεια της ζωής του στα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού, με ταπείνωση και αυτομεμψία, ενώ ο οπαδός ενεργεί ως ετερόβουλο θύμα αρρωστημένων αρχηγών, ψευδωνύμων διδασκάλων, μέσα στο κλίμα της αυτοδικαίωσης, και προβαίνει σε βίαιες ενέργειες ως κριτής της οικουμένης και ως εισαγγελέας του Θεού.
Ο μαθητής δέχεται την πείρα της Εκκλησίας, όπως εκφράζεται από τους Προφήτες, Αποστόλους και Πατέρες, και μεταμορφώνεται από αυτή, ενώ ο οπαδός σχηματίζει την δική του «σέκτα» μέσα στην Εκκλησία και καταγγέλλει την δήθεν αλλοίωση της εκκλησιαστικής ζωής.
Τελικά, ο μαθητής είναι ταπεινό μέλος της Εκκλησίας που παραμένει μέσα σε αυτήν για να σωθή, ενώ ο οπαδός ενεργεί ως σωτήρας της Εκκλησίας. Όμως ο πραγματικός και μοναδικός Σωτήρας της Εκκλησίας είναι ο Χριστός και η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη άλλων σωτήρων.
Η Εκκλησία είναι ένα πνευματικό θεραπευτήριο, που θεραπεύει τον άνθρωπο, αλλά μερικές φορές οι άρρωστοι, που ενεργούν με τις αρχές της οπαδοποίησης, εξεγείρονται εναντίον των ιατρών προβάλλοντας τους εαυτούς τους ως ιατρούς για να σώσουν την Εκκλησία.
Όμως, τέτοιες αναρχικές ενέργειες πολλές φορές είναι ευεργετικές, γιατί αποκαλύπτουν όλο το δυσώδες περιεχόμενο που κρυβόταν πολύ καιρό κάτω από τις ωραίες εκδηλώσεις, τα συνέδρια, τα υποκριτικά κατασκευάσματα, την κοινωνική προσφορά, τις συναισθηματικές λατρείες, τις κτηριακές ανοικοδομήσεις κλπ.
 
Πρέπει σε όλη μας την ζωή να μαθητεύουμε στην εκκλησιαστική ζωή και την ορθόδοξη παράδοση και να μη συγκαταλεγόμαστε στα «ζαλισμένα κοπάδια», στην καταστροφική μανία μιας «σέκτας», έστω και αν αυτή ονομάζεται χριστιανική.
Οι οπαδοί υπονομεύουν την εκκλησιαστική ζωή, «ασελγούν» στο ευλογημένο σώμα της Εκκλησίας και όπως είναι φυσικό πεθαίνουν από πνευματική ηλεκτροπληξία, αποβάλλονται αργά ή γρήγορα από το Σώμα της Εκκλησίας. Ένας έμπειρος Κληρικός μου είπε: «Άν ο Κληρικός δεν σέβεται το θυσιαστήριο, τότε το ίδιο το θυσιαστήριο κάποια μέρα δεν θα τον ανεχθή και θα τον πετάξη μακριά».
Ο εκκλησιαστικός χώρος είναι άγιος και ευλογημένος, ευαίσθητος και πλημμυρισμένος από το Άγιον Πνεύμα, γι' αυτό και δεν προσφέρεται για οπαδοποιήσεις, αρρωστημένες ανθρώπινες επιδιώξεις και εωσφορικές νοοτροπίες.
Στην Εκκλησία πρέπει να σπουδάζουμε σε όλη μας την ζωή εν μαθητεία την εν Χριστώ ζωή και δεν έχουν οργανική σχέση οι οργισμένοι και αλλόφρονες οπαδοί.
Ο Χριστός θέλει μαθητές και όχι οπαδούς.–

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Αθωνικό Γεροντικό

Αθωνικό Γεροντικό

  Ένα άπορο γεροντάκι-ασκητής έλεγε προς τον γείτονα:
Έλα, αδελφέ μου, να δεις την αγάπη των πατέρων. Όταν ανοίγω την πόρτα μου, βλέπω απ' έξω να μου έχουν αφήσει ότι έχω ανάγκη.Ψωμί,φρούτα, τυρί , ψάρι. Δόξα σι  ο Θεός. όλα τα οικονομεί  η Παναγία μας.
                  * * * * * * * * * * * * * * *
  ''Να προσεύχεσαι για τον κόσμο είναι σαν να χύνεις αίμα.'' έλεγε ο άγιος Σιλουανός ο εν Άθω.
Έλεγε πάλι: ''Ο αδελφός μας είναι η ζωή μας.''
                 * * * * * * * * * * * * * * * 
Με τον πολύ ύπνο παχαίνει ο νους μας, έλεγε ένας αγωνιστής ερημίτης.
                  * * * * * * * * * * * * * * *
Ο ύπνος μη  γίνει δούλος, αλλά αφέντης.
                  * * * * * * * * * * * * * * *
  Είπε ένας γέρος μοναχός για την αγάπη της ανόθευτης πίστεως: 
O θυμός χρειάζεται όταν πρόκειται να υπερασπίσουμε την πίστη μας και όχι τον εαυτό μας Πρέπει να θυμώνουμε, όταν βλέπουμε ότι πολεμάτε η πίστη μας. Αν κατηγορήσουν  εμένα, έχω υποχρέωση να το δεχτώ. Αλλά για την Ορθοδοξία χρειάζεται θυμός.
                  * * * * * * * * * * * * * * * *
  Eίπε ένας ασκητής:  Νηστεία,αγρυπνία, προσευχή.Αυτά αν  τα εφαρμόζει κανείς στη ζωή του, πετυχαίνει πολλά. Βλέπεις την καλύβα μου που είναι απέριττη; Να  υπάρχουν στο σπίτι μόνο τα αναγκαία. Τα  πολλά πράγματα δε βοηθούν στη πνευματική ζωή.
                 * * * * * * * * * * * * * * * * *
  Οι γονείς πρέπει να εμπιστεύονται τα παιδιά τους στον Θεό.  Γιατί εσείς δημιουργήσατε την σάρκα τους, ο Θεός την ψυχή τους, επομένως ο Θεός είναι υποχρεωμένος να νοιασθεί γι' αυτά.
                 * * * * * * * * * * * * * * * * *
    Ὅπως κανένας δὲν μπορεῖ νὰ βλάψει αὐτὸν ποὺ στέκεται κοντὰ στὸν βασιλιά, ἔτσι οὔτε ὁ Σατανᾶς μπορεῖ νὰ κάνει κάτι εἰς βάρος μας, ἂν ἡ ψυχή μας εἶναι κοντὰ στὸν Θεό. Γιατὶ λέει: «Πλησιάστε με καὶ θὰ σᾶς πλησιάσω κι ἐγώ.
                   * * * * * * * * * * * * * * * * *
   Νὰ μὴ θέλεις οἱ ὑποθέσεις σου νὰ προχωροῦν, ὅπως ἐσὺ νομίζεις, ἀλλὰ ὅπως ἀρέσει στὸν Θεό. Ἔτσι θὰ εἶσαι ἀτάραχος καὶ θὰ εὐχαριστεῖς στὴν προσευχή σου τὸν Θεό.
                     * * * * * * * * * * * * * * * * *
   Δυὸ ἀδελφοὶ ἐπισκέφθηκαν κάποτε ἕναν Γέροντα, ὁ ὁποῖος συνήθιζε νὰ μὴν τρώει κάθε μέρα. Ὅταν ὅμως εἶδε τοὺς ἀδελφοὺς χάρηκε καὶ εἶπε ὅτι ἡ νηστεία ἔχει μισθό, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ τρώει χάριν τῆς ἀγάπης ἐκπληρώνει δυὸ ἐντολές, μία γιατὶ παραιτεῖται ἀπὸ τὸ δικό του θέλημα καὶ ἄλλη γιατὶ ἐφαρμόζει τὴν κατεξοχὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἀναπαύοντας τοὺς ἀδελφούς.
                         * * * * * * * * * * * * * * * * *
    Ἂς ἀποκτήσουμε τὴν ὑπακοή, ἡ ὁποία γεννάει τὴν ταπείνωση, τὴν ὑπομονή, τὴ μακροθυμία, τὴν κατάνυξη, τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ πολεμικά μας ὅπλα
                         * * * * * * * * * * * * * * * * *
   Η σπουδαιότερη ἐργασία ποὺ ἔχει νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος εἶναι νὰ ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνη τῶν σφαλμάτων του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀναμένει πειρασμὸ μέχρι τελευταίας του πνοῆς.
                        * * * * * * * * * * * * * * * * *
   Αὐτὸς ποὺ ἔχει ταπείνωση δὲν ἔχει γλῶσσα νὰ πεῖ σὲ κάποιον ὅτι εἶναι ἀμελὴς ἢ νὰ ἀντιμιλήσει σ᾿ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τὸν ταλαιπωρεῖ, οὔτε ἔχει μάτια νὰ δεῖ ἢ νὰ ἀντιληφθεῖ ἄλλου ἀνθρώπου ἐλαττώματα, οὔτε αὐτιὰ ν᾿ ἀκούσει πράγματα ποὺ δὲν ὠφελοῦν τὴν ψυχή του. Στόμα δὲν ἔχει νὰ φανερώσει ἐλαττώματα κάποιου ἢ νὰ θλίψει κάποιον μὲ τὰ λόγια του οὔτε ἔχει ἐνδιαφέροντα μὲ κάποιον ἐκτὸς τῶν δικῶν του ἁμαρτημάτων. Ἀντίθετα, εἶναι εἰρηνικὸς πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, γιατὶ αὐτὸ εἶναι ἐντολὴ τοῦ Κυρίου καὶ ὄχι γιατὶ χαρίζεται κάποια ἄλλη ἀδυναμία.
                        * * * * * * * * * * * * * * * * *
 Ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἀρετές
                          * * * * * * * * * * * * * * * * *

«Μὲ ποιὸν τρόπο φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴν ταπεινοφροσύνη;»
 «Μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ» ἀπαντᾷ ὁ Γέροντας.
«Καὶ τί κάνοντας -ρωτάει πάλι ὁ ἀδελφός- φθάνει στὸν φόβο τοῦ Θεοῦ;»
«Ὅπως τὰ βλέπω ἐγὼ -λέει ὁ Γέροντας-μὲ τὸ νὰ περιμαζεύει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ κάθε τί καὶ νὰ τὸν δίνει σὲ κόπο σωματικὸ μὲ ὅση δύναμη ἔχει, καὶ νὰ θυμᾶται τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ».
                          * * * * * * * * * * * * * * * * *
 Ποιὰ ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἀρετὲς εἶναι μεγαλύτερη, πάτερ;»
Καὶ ὁ Γέροντας εἶπε:
«Σκέφτομαι ὅτι ὅπως ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ χειρότερη ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἁμαρτίες, ἀφοῦ κι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἔριξε κάποιους, ἀντίστοιχα καὶ ἡ ταπεινοφροσύνη ἔχει τὴ δύναμη καὶ ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ ἀπύθμενα βάθη νὰ ἀνεβάσει πάνω τὸν ἄνθρωπο, ἔστω κι ἂν ἔχει ἁμαρτήσει ὅσο καὶ ὁ διάβολος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος μακαρίζει αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ταπεινὸ φρόνημα».
                            * * * * * * * * * * * * * * * * *
   Ὅσο περισσότερο προσεγγίζει ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεό, τόσο πιὸ πολὺ ἁμαρτωλὸ χαρακτηρίζει τὸν ἑαυτό του. Ὁ προφήτης Ἡσαΐας ὅταν εἶδε τὸν Θεὸ ἀποκαλοῦσε τὸν ἑαυτό του ταλαίπωρο καὶ βρωμερό
              * * * * * * * * * * * * * * * * *
  Ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ματώη:
«Τί νὰ κάνω ποὺ μὲ στενοχωρεῖ ἡ γλῶσσα μου, γιατὶ σὰν βρεθῶ ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπους, δὲν μπορῶ νὰ τὴν συγκρατήσω καὶ τοὺς κατακρίνω γιὰ κάθε καλὴ πράξη ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐλέγχω. Τί νὰ κάνω λοιπόν;»
Καὶ ὁ Γέροντας ἀποκρίθηκε:
«Ἐὰν δὲν μπορεῖς νὰ κυριαρχήσεις στὴ γλῶσσα σου, πᾶνε νὰ ζήσεις μόνος, γιατὶ αὐτὸ εἶναι ἀδυναμία σου. Αὐτὸς ποὺ μένει μαζὶ μὲ ἀδελφούς, δὲν πρέπει νὰ εἶναι τετράγωνος, ἀλλὰ στρογγυλὸς γιὰ νὰ κυλάει πρὸς ὅλους».