Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

O Σιναϊτικός κώδικας στο διαδίκτυο - ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ Τα αρχαία χειρόγραφα

O Σιναϊτικός κώδικας στο διαδίκτυο - ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ Τα αρχαία χειρόγραφα
Ο Σιναίτικος Κώδικας το αρχαιότερο χειρόγραφο που περιέχει το πλήρες κείμενο της Καινής Διαθήκης και μέρος τη Παλαιάς βρίσκεται δημοσιευμένο στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα http://www.codexsinaiticus.org/.
 Το ηλικίας 1600 ετών χειρόγραφο χρονολογείται στα μέσα του 4ου αιώνα και ανακαλύφθηκε στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά απο τον Γερμανό μελετητή Κόνσταντιν φον Τίσεντορφ, ο οποίος σταδιακά τον μετέφερε στη Ρωσία. Το 1935 η σοβιετική κυβέρνηση πούλησε το χειρόγραφο στο Βρετανικό Μουσείο, όπου και έκτοτε βρίσκεται. Θεωρείται ότι άντεξε στο χρόνο επειδή ο αέρας της ερήμου είναι ιδανικός για τη διατήρηση κειμένων αλλά και επειδή το μοναστήρι παρέμεινε ανέγγιχτο από επίδοξους κατακτητές.Ο Κώδικας είναι γραμμένος σε κεφαλαιογράμματη τετραγωνισμένη ελληνική γραφή και αποτελείται από 1.460 και πλέον σελίδες.
Στην εικόνα επάνω απόσπασμα απο την πρώτη επιστολή Ιωάννου ,οπου το κείμενο γράφει :
"...ο πιϲτευων οτι ιϲ εϲτιν ο υϲ του θυ 
ουτοϲ εϲτιν ο ελθων δια υδατοϲ και αιματοϲ και πνϲ ιϲ χϲ ουκ εν τω υδατι μονον αλλ εν τω ϋδατι και τω αιματι και το πνα εϲτιν το μαρτυρουν οτι το πνα εϲτιν η αληθεια 
οτι οι τρειϲ ειϲιν οι μαρτυρουτεϲ το πνα και το ϋδωρ και το αιμα και οι τρειϲ ειϲ το εν ειϲιν
ει την μαρτυριαν του θυ λαμβανομεν η μαρτυρια του θυ μειζω εϲτιν οτι αυτη εϲτιν η μαρτυρια του θυ οτι μεμαρτυρηκεν περι του υυ αυτου 
 ο πιϲτευω ειϲ τον υν του θυ εχει την μαρτυριαν εν εαυτω ο μη πιϲτευων τω θω ψευϲτην πεποιηκεν αυτον οτι ουκ επιϲτευκεν ειϲ την μαρτυριαν η εμαρτυρηκεν ο θϲ περι του υυ αυτου ..." 

Και βέβαια το πιο κάτω νόθο "εδάφιο" : 
"...Ὃτι τρεῖς εἰσιν οἱ μαρτυροῦντες ἐν τῷ οὐρανῷ, ὁ Πατὴρ, ὁ Λόγος καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, καὶ οὗτοι οἱ τρεῖς ἕν εἰσι..." 
...φυσικά απουσιάζει...
 

ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ - Τα αρχαία χειρόγραφα

 
 
Σ’ αυτή τη μελέτη θ’ ασχοληθούμε με τα χειρόγραφα της Αγίας Γραφής με σκοπό ν’ αποκτήσουμε μια πληρέστερη γνώση κι αντίληψη ώστε να μη μπορεί να μας πειράξει ο διάβολος. Θα δούμε ποια ακριβώς είναι τα χειρόγραφα αυτά, τι περιέχουν και πού βρίσκονται.

Τα πρωτότυπα χειρόγραφα όλων των βιβλίων της Καινής Διαθήκης, απ’ όσο ξέρουμε, έχουν χαθεί.  Κανένα απ’ τα αντίγραφα που σώζονται δεν είναι τελείως ίδιο με κάποιο άλλο, παρ’ όλο που μπορεί ν’ αναφέρονται και τα δύο στο ίδιο κείμενο.  Οι επικριτές της Βίβλου χρησιμοποιούν τα δύο παραπάνω δεδομένα σαν επιχειρήματα για να προσβάλλουν την αξιοπιστία, όχι μόνο της Βίβλου αλλά κι ολόκληρης της Χριστιανικής πίστης.

Ωστόσο, αν εξεταστεί η ιστορική αξιοπιστία της Βίβλου με τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για τα υπόλοιπα ιστορικά κείμενα γίνεται φανερό ότι η Βίβλος υπερέχει.

Ο F. F. Bruce καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Manchester και διάσημος μελετητής των κειμένων της Βίβλου, μας εξηγεί πως «στην παγκόσμια αρχαία φιλολογία δεν υπάρχει συλλογή βιβλίων που να είναι πλουτισμένη με τόση αφθονία μαρτυριών, όπως η συλλογή των βιβλίων της Καινής Διαθήκης».

Η αλήθεια της παραπάνω δήλωσης αποδεικνύεται με τη σύγκριση που κάνουμε παρακάτω ανάμεσα στην Κ.Δ. κι άλλα λογοτεχνικά κείμενα της αρχαιότητας που σήμερα θεωρούνται πολύ σημαντικά:


Συγγραφέας
Εποχή συγγραφής
Αρχαιότερο αντίγραφο
Χρονικό διάστημα
Αριθμός αντιγράφων
Καίσαρας
100-44 π.Χ.
900 μ.Χ.
1000 χρόνια
10
Θουκυδίδης
460-400 π.Χ.
900 μ.Χ.
1300 χρόνια
8
Ηρόδοτος
480-425 π.Χ.
900 μ.Χ.
1300 χρόνια
8
Σοφοκλής
496-406 π.Χ.
1000 μ.Χ.
1400 χρόνια
193
Αριστοτέλης
384-322 π.Χ.
1100 μ.Χ.
1400 χρόνια
49
Δημοσθένης
383-322 π.Χ.
1100 μ.Χ.
1300 χρόνια
200
Όμηρο
900 π.Χ.
400 π.Χ.
500 χρόνια
643
Καινή Διαθήκη
40-100 μ.Χ.
125 μ.Χ.
25 χρόνια
4000 Ελληνικά
8000 Εβραϊκά

 Αν, σήμερα, αποδεχόμαστε σαν γνήσια κι  αξιόπιστα τα έργα των αρχαίων κλασσικών συγγραφέων, παρ’ όλο που τα πρωτότυπά τους έχουν χαθεί και τα αρχαιότερα αντίγραφα που έχουμε στα χέρια μας απέχουν εκατοντάδες χρόνια απ’ αυτά τα πρωτότυπα, γιατί κάποιοι «κριτικοί» συνεχίζουν να τρέφουν αυτή τη δυσπιστία και την έχθρα απέναντι στα κείμενα της Βίβλου που, σύμφωνα με τα δεδομένα, κατέχουν την πιο προνομιούχα θέση στη παγκόσμια φιλολογία;

Η Αγία Γραφή είναι το πιο ενδιαφέρον βιβλίο κι αυτό γίνεται φανερό απ’ τα  100.000.000 αντίτυπά της που πουλιούνται κάθε χρόνο. Παράλληλα, παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον απ’ όλα σαν ιστορικό ντοκουμέντο.

Όπως είδαμε και στον πίνακα, έχει τα περισσότερα αντίγραφα από κάθε άλλο γραπτό κείμενο. Τα περισσότερα αντίγραφα είναι απ’ το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο και τα λιγότερα απ’ την Αποκάλυψη, γιατί είναι ένα βιβλίο δύσκολο στην κατανόησή του.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Είναι η μελέτη των αντιγράφων κάθε γραπτού κειμένου, του οποίου τα πρωτότυπα έχουν χαθεί ή καταστραφεί, με στόχο την αποκατάσταση (αναδημιουργία) του πρωτότυπου.  Αυτή η μελέτη είναι αναγκαία τόσο για την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, όσο και για κάθε αρχαίο έγγραφο.

Η αντιγραφή των ιερών κειμένων γινόταν, τότε, με το χέρι, από επαγγελματίες ή ερασιτέχνες γραφείς. Ωστόσο, αυτή η μέθοδος αντιγραφής αποδείχτηκε προβληματική, επειδή απαιτούσε πολύ χρόνο κι άφηνε περιθώριο σε  κάθε λογής παραλείψεις, προσθήκες, επαναλήψεις, παραλλαγές  κ.ά.

Από το 1450 μ.Χ.  περίπου, όταν εφευρέθηκε η τυπογραφία, τα λάθη που “ξεφεύγουν” σ’ ένα τυπωμένο κείμενο είναι ακριβώς τα ίδια σ’ όλα τα αντίτυπα της ίδιας έκδοσης κι έτσι δεν χρειάζεται να ελεγχθεί το κάθε αντίτυπο χωριστά.

Την εποχή, όμως, εκείνη τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά.  Το κάθε αντίγραφο γραφόταν με το χέρι κι από άλλον αντιγραφέα, γι’ αυτό πολύ σπάνια δύο αντίγραφα ήταν τελείως ίδια. Στην αντιγραφή με το χέρι τα λάθη δεν μένουν σταθερά αλλά πολλαπλασιάζονται.

Όταν, τώρα, αναφερόμαστε σε διαφορές μεταξύ των χειρογράφων εννοούμε τις “διαφωνίες” μεταξύ των χειρογράφων, π.χ. στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο ιζ:14 το ένα χειρόγραφο λέει αυτό ..., ενώ το άλλο λέει κάτι διαφορετικό... κι αυτό αποτελεί μια διαφορά.  Όσο αρχαιότερο είναι ένα χειρόγραφο, τόσο μεγαλύτερη αξία έχει κι  όσο λιγότερες αντιγραφές υπάρχουν, τόσο εγκυρότερο θεωρείται, γιατί μειώνεται ο αριθμός των λαθών.

Η επιστήμη της κριτικής των κειμένων ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με την Καινή Διαθήκη, εξαιτίας του ενδιαφέροντος και του πλούτου των χειρογράφων της.

Αποδεικνύεται χρήσιμη στα σημεία όπου υπάρχουν διαφορές και μάλιστα μόνο στο 2% των διαφωνιών, διότι το υπόλοιπο 98% δεν παρουσιάζει καμία ιδιαίτερη δυσκολία.  Απ’ όλη την Καινή Διαθήκη μόνο 2% παρουσιάζει διαφωνίες, δηλαδή:

Κ.Δ. 2%  διαφωνίες, απ' αυτές μόνο το   2%  χρειάζεται κριτική

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η αναλογία είναι πάρα πολύ μικρή, είναι, ωστόσο, γεγονός ότι ορισμένες διαφορές επηρεάζουν καθοριστικά τη διδασκαλία, γι’ αυτό είναι α-παραίτητο να γνωρίζουμε ποιο είναι το σωστό.

Γενικά, το υλικό που χρησιμοποιούσαν ήταν ο πάπυρος.  Κατασκευαζόταν από τα φύλλα του ομώνυμου υδρόβιου φυτού που αφθονούσε στην Αίγυπτο. Τοποθετούσαν σταυρωτά δύο φύλλα παπύρου το ένα πάνω στο άλλο, τα πίεζαν και μετά τα στίλβωναν. Το μελάνι κατασκευαζόταν από ξυλάνθρακα, γόμα και νερό. Τέτοια μονά φύλλα χρησιμοποιούνταν για μικρά κείμενα. Για την καταγραφή μεγαλύτερων κειμένων, κολλούσαν μαζί περισσότερα από δύο τέτοια φύλλα παπύρου κι έτσι σχηματίζονταν οι κύλινδροι, οι οποίοι είχαν μήκος 10 μ. περίπου και πλάτος 20-25 εκ. ο καθένας.

Ο πάπυρος, όμως, δεν ήταν ανθεκτικό υλικό. Με τον καιρό γινόταν εύθραυστος, σάπιζε από την υγρασία και γρήγορα σχιζόταν. Μόνο στην Αίγυπτο, όπου το κλίμα είναι ξηρό, διασώθηκε μεγάλος αριθμός παπύρων μέσα στην άμμο κι έφθασαν έτσι στα χέρια μας αναρίθμητα αρχαία χειρόγραφα.

Κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. ο πάπυρος αντικαταστάθηκε απ’ την περγαμηνή.  Κατασκευαζόταν από λεπτά επεξεργασμένα δέρματα,  είχε μεγαλύτερη αντοχή και το σχήμα της έμοιαζε με τα σημερινά βιβλία. Μέχρι την πρόσφατη ανακάλυψη των Αιγυπτιακών παπύρων, όλα τα μέχρι τότε γνωστά μας χειρόγραφα απ’ την Αγία Γραφή ήταν γραμμένα σε περγαμηνή.

Τα αντίγραφα δεν βρέθηκαν όλα σ’ ένα μέρος, αλλά σε πολλά, όπως στην Έφεσο, στην Αλεξάνδρεια, στην Ιερουσαλήμ, την Κωνσταντινούπολη, τη Ρώμη, την Κυρήνη κι αλλού.

Στο ξεκίνημα της πρώτης εκκλησίας, όταν ένας απόστολος έγραφε σε μια τοπική εκκλησία (Ρώμη, Κόρινθος, Έφεσος) παρουσιαζόταν η ανάγκη να δημιουργούνται αντίγραφα της επιστολής απ‘ τον παραλήπτη, ώστε να γίνεται γνωστή η αυθεντική αποστολική διδαχή στις χριστιανικές κοινότητες.

Ο απόστολος Παύλος είχε ενθαρρύνει αυτή την ευεργετική συνήθεια της κυκλοφορίας των γραπτών του όταν πρότρεψε τους Κολοσσαείς: «όταν αναγνωσθεί παρ’ υμίν η επιστολή, ποιήσατε ίνα και εν τη Λαοδικέων εκκλησία αναγνωσθεί και την εκ Λαοδικείας ίνα και υμείς αναγνώτε» (Κολ.δ:16). Αυτή η επιστολή δεν έχει βρεθεί. Παράλληλα με τις αποστολικές επιστολές έπρεπε να αντιγράφονται και τα κείμενα των ευαγγελίων, γιατί τα ζητούσαν οι χριστιανικές κοινότητες  για τις πνευματικές ανάγκες των πιστών.

Στην Β’ Τιμ.δ:13 βλέπουμε ότι ο Παύλος ζητά από τον Τιμόθεο να του κρατάει «τα βιβλία, μάλιστα τας μεμβράνας». Προφανώς οι μεμβράνες ήταν η Παλαιά Διαθήκη.  Έτσι, όπου υπήρχαν χριστιανοί, υπήρχαν και χειρόγραφα.

Η Καινή διαθήκη αντιγραφόταν για να διδαχθεί, ενώ η Παλαιά Διαθήκη αντιγραφόταν για να διατηρηθεί. Μέσα σε κάθε Εβραϊκή συναγωγή υπήρχαν τουλάχιστον δύο αντίγραφα της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία διαβάζονταν. Λένε, μάλιστα, ότι  οι Εβραίοι είχαν τόσο μεγάλο ζήλο, ώστε ανάλογα με την θέση στην οποία βρίσκονταν μέσα στην συναγωγή κι ως προς το Ραβίνο, είχαν μάθει να διαβάζουν οριζόντια, κάθετα ή διαγώνια (ανάλογα με την θέση του βιβλίου ως προς το μέρος που κάθονταν).

Τον 15ο αιώνα μ.Χ. ένα αντίγραφο ολόκληρης της Αγίας Γραφής κόστιζε μια τεράστια περιουσία, γι’ αυτό είχαν μόνο οι πολύ πλούσιοι. Σώζονται κάποια χειρόγραφα που είναι γραμμένα σε μεμβράνη βαμμένη με ουρανί χρώμα και γράμματα σε ασημί.  Αυτά έχουν ανυπολόγιστη αξία, ακριβώς επειδή είναι μοναδικά.

Μέχρι το 70 μ.Χ. οι αντιγραφές γίνονταν κανονικά, χωρίς πολλά λάθη, γιατί υπήρχε χρόνος. Απ’ την περίοδο των διωγμών και μετά, έχουμε τις περισσότερες αντιγραφές, αλλά και τα περισσότερα λάθη.

Το 99% των λαθών που υπάρχουν στα χειρόγραφα έγιναν την περίοδο των διωγμών, τα πρώτα δηλαδή 200 χρόνια. Μετά, όμως, άρχισαν να αναπαράγουν αντίγραφα που ήταν πολύ καλά, χωρίς πολλά λάθη.

Το 330 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Κων/νος ζήτησε 50 αντίγραφα της Γραφής για τις εκκλησίες της Κων/πολης. Την εργασία της αντιγραφής των χειρογράφων αυτών την ανάθεσε στους ικανότερους αντιγραφείς, οι οποίοι εργάστηκαν κάτω απ’ την επίβλεψη του Ευσέβιου (264-340 μ.Χ., επίσκοπος της Καισαρείας κι εκκλησιαστικός ιστορικός) κι ετοίμασαν τα χειρόγραφά τους χρησιμοποιώντας την καλύτερη ποιότητα μεμβράνης.

Ο Ευσέβιος φρόντισε να κατατοπισθεί, ύστερα από εκτεταμένη έρευνα που έκανε πάνω στο θέμα, ποια ακριβώς βιβλία δέχονταν οι εκκλησίες σαν κανονικά. Έτσι, έφτιαξε τον κανόνα της Καινής Διαθήκης, ακριβώς όπως τον έχουμε σήμερα. Αυτή η προσπάθεια ήταν η πρώτη, για να γίνει μία επιλογή απ’ το πλήθος των αντιγράφων που υπήρχαν. Η σύνοδος της Καρθαγένης το 397 μ.Χ. αναγνώρισε κι επίσημα  σαν κανονικά τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης που έχουμε σήμερα.

Η επόμενη προσπάθεια κριτικής των κειμένων έγινε το 1500 μ.Χ. περίπου, απ’ τον Έρασμο.

Ο Έρασμος ήταν καθολικός ιερέας κι ο πάπας τον μίσθωσε για να αναλάβει αυτό το έργο. Είχε τρομερές γνώσεις, ήξερε αρχαία Ελληνικά, Εβραϊκά και Λατινικά, αλλά ήταν “κενός” εσωτερικά κι αυτό που τον ενδιέφερε ήταν να έχει την εύνοια του πάπα.  Υπάρχουν αποδείξεις ότι ενώ ήξερε ποια ήταν η αλήθεια δεν την έλεγε.

Ο Έρασμος χρησιμοποίησε κάποια χειρόγραφα του 8ου και 9ου αιώνα μ.Χ. γραμμένα στα αρχαία Ελληνικά. Σ’ αυτά, όμως, δεν υπήρχε το βιβλίο της Αποκάλυψης, γι’ αυτό μετέφρασε την Αποκάλυψη απ’ τα Λατινικά στα Ελληνικά. Αυτό ήταν το πρώτο Ελληνικό κείμενο που τυπώθηκε.

Αυτό είναι το κείμενο που χρησιμοποίησαν για τη μετάφραση του βασιλιά Ιάκωβου (King James) καθώς κι ο Βάμβας για να γράψει την Αγία Γραφή που έχουμε.

Σήμερα η ορθόδοξη εκκλησία αναγνωρίζει επίσημα την μετάφραση του Βάμβα και διδάσκεται, μάλιστα, στη Ριζάρειο σχολή.

Το κριτικό κείμενο είναι το αποτέλεσμα της μελέτης των κειμένων που σώζονται σήμερα.

Για την αποκατάσταση των κειμένων απαιτούνται διάφορες επιμέρους εργασίες:

• Αντιπαραβολή: Συγκεντρώνουν όσο το δυνατόν περισσότερα αντίγραφα και τα αντιπαραβάλλουν.

• Δια του αποχωρισμού: Χωρίζουν τα χειρόγραφα σε κατηγορίες, με βάση τη γεωγραφική περιοχή που βρέθηκε το καθένα.

 Έχουμε 3 “οικογένειες” χειρογράφων:

• Αλεξανδρινή

• Συριακή

• Δυτική (Ελλάδα, Ρώμη).

Τα χειρόγραφα που προέρχονται απ’ την ίδια γεωγραφική  περιοχή, συνήθως, παρουσιάζουν τις  ίδιες διαφορές.

Υπάρχουν 4000 περίπου αντίγραφα της Καινής Διαθήκης,  ενώ έχουμε πολύ λίγα της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία, όμως, συμφωνούν κατά 99,999% μεταξύ τους, γι’ αυτό και δεν είναι αναγκαία η κριτική των κειμένων.

Αυτό συμβαίνει γιατί τα χειρόγραφα της Παλαιάς Διαθήκης αντιγράφονταν από τους ιερείς, οι οποίοι ήταν και γραμματείς. Οι αντιγραφές γίνονταν, επειδή τα χειρόγραφα φθείρονταν ή σχίζονταν απ’ τη χρήση, γι’ αυτό υπήρχαν άνθρωποι που ασχολούνταν ειδικά μ’ αυτό το έργο. Για να είναι σίγουροι ότι δεν θα έκαναν λάθη, χώριζαν το παλιό χειρόγραφο σε τετράγωνα, καθώς και τον καινούριο πάπυρο πάνω στον οποίο θα έγραφαν και μετά έκαναν σύγκριση τετράγωνο με τετράγωνο. Έδιναν εξαιρετικά μεγάλη σημασία στην αντιγραφή του λόγου του Θεού, γι’ αυτό, πριν αρχίσουν την αντιγραφή, πλένονταν, άλλαζαν ρούχα, έκαναν θυσία και προσεύχονταν.

Στην επαλήθευση που έκαναν με τα τετράγωνα, εξέταζαν το γραπτό (που έπρεπε να συμφωνεί απόλυτα) οριζόντια, κάθετα και διαγώνια.  Αυτή η μέθοδος είχε σαν αποτέλεσμα τα αντίγραφα αυτά  να είναι τέλεια.

ΑΙΤΙΕΣ ΛΑΘΩΝ ΣΤΙΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΣ

Υπάρχουν δύο κατηγορίες λαθών, τα ακούσια και τα εκούσια λάθη.

Ακούσια  λάθη

1)  Όταν ο αντιγραφέας δεν διάβαζε σωστά το πρωτότυπο. Αυτό μπορούσε να συμβεί εξαιτίας της σωματικής κούρασης του αντιγραφέα ύστερα από εξαντλητική εργασία, από κάποια πάθηση στα μάτια του ή ακόμα  απ’ το γεγονός ότι ο αντιγραφέας ζωγράφιζε τα γράμματα, επειδή αγνοούσε την ελληνική γλώσσα.  Αναφέρουμε ένα παράδειγμα: σε ελληνικό χειρόγραφο του 14ου αιώνα, υπάρχει ο πίνακας της γενεαλογίας του Ιησού απ’ τον ευαγγελιστή Λουκά (γ:23-28).  Στο κείμενο αυτό έχει γίνει τέλεια σύγχυση των ονομάτων. Όπως φαίνεται, επειδή ο αντιγραφέας δεν ήξερε ελληνικά, ζωγράφισε το χειρόγραφό του από κάποιο αρχαιότερο που είχε την γενεαλογία καταχωρημένη σε δύο παράλληλες στήλες από 28 σειρές η καθεμία. Έτσι, αντί να ζωγραφίσει τα γράμματα της κάθε  στήλης χωριστά και κάθετα, θεώρησε τις δύο στήλες σαν μία και τα ζωγράφισε οριζόντια, ακολουθώντας μία προς μία τις σειρές και των δύο στηλών μαζί. Έτσι έφτιαξε ένα αντίγραφο που ο κάθε γιος φαίνεται να έχει άλλον πατέρα. Ακόμα κι ο Θεός παρουσιάζεται, στο αντίγραφο αυτό, σαν γιος του Αράμ κι ο Φαρές σαν ο προπάτορας όλης της ανθρώπινης φυλής (Bruce M.  Metzeger, “Τhe text of the New Testament”, Oxford 1964).

2)  Εξαιτίας της ομοιότητας κάποιων γραμμάτων: Α Λ Δ  -  Γ Τ Ι  - Ο Θ - Σ Ε .

3) Εξαιτίας της ομοιότητας κάποιων διφθόγγων με ορισμένα γράμματα: π.χ. στο Αποκ.α:5, «λούσαντι ημάς από των αμαρτιών ημών» η λέξη «λούσαντι» φαίνεται σε άλλα χειρόγραφα σαν «λύσαντι» εξαιτίας της σύγχυσης του γράμματος «Υ» με τη δίφθογγο «ΟΥ».

4)  Εξαιτίας των συντμήσεων: Γίνονταν για οικονομία χώρου και χρόνου, επειδή το κόστος ήταν μεγάλο, π.χ.
 ΘΕΟΣ - ΘΣ, ΙΗΣΟΥΣ - ΙΣ.

5)  Η παράλειψη μιας ολόκληρης σειράς κειμένου: Αυτό συνέβαινε, όταν δύο σειρές που βρίσκονται πολύ κοντά η μία στην άλλη τελειώνουν με την ίδια λέξη:

Ουχ ερωτώ ίνα άρης αυτούς
 εκ του κόσμου, αλλ`
 ίνα τηρήσεις αυτούς
 εκ του πονηρού.
 (Κώδικας Βατικανού / Ιωάν.ιζ:15)
 
Το μάτι του αντιγραφέα “έπεσε” απ’ την τελευταία λέξη της πρώτης σειράς στην τέταρτη κι  έτσι αποδόθηκε: «Ουχ ερωτώ ίνα άρεις αυτούς εκ του πονηρού».

6)  Αλλαγή σειράς λέξεων: π.χ. ενώ ακούς ή διαβάζεις: «Και ο Ιησούς πήγε στη Σαμάρεια»  γράφεις: «Και πήγε ο Ιησούς στη Σαμάρεια». Βέβαια, εδώ, δεν υπάρχει κάποια ουσιαστική διαφορά, σ’ άλλες, όμως, περιπτώσεις μπορεί να αλλάξει το νόημα. Συναντάται ακόμα κι η μετάθεση των γραμμάτων μιας λέξης, όπως στο Μαρκ.ιδ:65, όπου ο αντιγραφέας είδε την λέξη ΕΛΑΒΟΝ σαν ΕΒΑΛΟΝ. Άλλοι μεταφραστές δέχονται την πρώτη γραφή κι άλλοι τη δεύτερη.

7)  Αλλαγή γραφικού χαρακτήρα: Οι γραφικοί  χαρακτήρες των ανθρώπων διαφέρουν κατά πολύ. Έτσι, σε κάποιες περιπτώσεις, ενώ έγραφε κάποιος μπορεί να σταματούσε και να συνέχιζε κάποιος άλλος κι αυτός που αντέγραφε, εξαιτίας της αλλαγής του γραφικού χαρακτήρα, έκανε λάθη.

8)  Φθορά της περγαμηνής: Μπορεί να ήταν σχισμένη, καμένη ή λιωμένη,  πράγμα που δυσκόλευε πολύ την ανάγνωση.

9)  Πολλές φορές αντέγραφαν με την ακοή: Ένας, δηλαδή, διάβαζε κι έξη-επτά  έγραφαν.  Μ’ αυτό τον τρόπο, όμως, μπορεί να δημιουργηθεί πρόβλημα με την ορθογραφία.  π.χ. το Ρωμ. ε:1, «έχομεν (έχωμεν) ειρήνη με το Θεό» όπου το «έχομεν» σ’ άλλα χειρόγραφα είναι στην οριστική έγκλιση, ενώ σ’ άλλα γράφεται «έχωμεν» στην υποτακτική (ας έχωμεν).  Οι δύο αυτές γραφές υπάρχουν σε αξιόπιστα χειρόγραφα.  Επίσης, συχνά, η λέξη «υμών» γραφόταν από τον αντιγραφέα σαν «ημών» ή και αντίστροφα.

10)  Δεν ξεχώριζαν οι λέξεις μεταξύ τους: π.χ. τη λέξη ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΣ στην Α’ Τιμ.γ:16 άλλοι μεταφραστές την απέδωσαν σαν μία λέξη, ενώ άλλοι την χώρισαν σε δύο: ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ ΩΣ.

11)  Οι σημειώσεις του περιθωρίου “εισχωρούν” στο κείμενο: Μπορεί κάποιος να δίδασκε από μία περγαμηνή κι όταν ήθελε να σημειώσει κάτι το έγραφε στο περιθώριο.

Εκούσια λάθη

Παράλληλα μ’ αυτές τις κάθε λογής ακούσιες παραλλαγές κι ανθρώπινες αβλεψίες, πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας ότι υπήρξαν κι ηθελημένες προσπάθειες κάποιων αντιγραφέων να “εξομαλύνουν” τις συντακτικές ή γραμματικές ανωμαλίες σε κάποιες εκφράσεις ή να διευκρινίσουν τις ασάφειες που έκριναν ότι περιείχε το κείμενο που αντέγραφαν,  π.χ.  Πράξ.θ:6, «τρέμων τε και θαμβών είπε, Κύριε, Τί με θέλεις ποιήσαι; Και ο Κύριος προς αυτόν». Οι φράσεις αυτές απ’ τη Λατινική Βουλγάτα έχουν περάσει στο παραδεδεγμένο κείμενο (Textus Receptus) καθώς και στις νεότερες μεταφράσεις στη νεοελληνική, ενώ δεν υπάρχουν σε κανένα ελληνικό χειρόγραφο. Προφανώς, προστέθηκαν απ’ τον αντιγραφέα για να εναρμονίσουν το εδάφιο με το παράλληλο Πραξ.κβ:10 ή κς:14. Επίσης, σε κάποιες περιπτώσεις, στην προσπάθεια να εξηγήσουν δύσκολα θεολογικά σημεία, άλλαζαν ή συμπλήρωναν τη Γραφή.

Ακόμα ο αντιγραφέας άλλαζε ολόκληρα τμήματα ή λέξεις που δεν ταίριαζαν με τη θεολογία του, π.χ. Ιούδ. 5, «υπoμνήσαι δε υμάς βούλομαι, ειδότας υμάς πάντα, ότι (ο) Κύριος άπαξ λαόν εκ γης Αιγύπτου σώσας το δεύτερον τους μη πιστεύσαντας απώλεσεν».  Η λέξη «Κύριος» δεν είναι αυτή που πρέπει να μπει εδώ, αλλά η λέξη «Ιησούς» γιατί υποστηρίζεται από την Α, Β, και 33 που είναι πολύ αξιόπιστα χειρόγραφα.  Ο αντιγραφέας διαβάζοντας ότι “ο Ιησούς έσωσε λαόν από την Αίγυπτο”, είτε επειδή δεν μπο-ρούσε να το καταλάβει, είτε επειδή δεν ταίριαζε μ’ αυτά που πίστευε (τριάδα ίσως) το άλλαξε κι έβαλε «Κύριος».

ΠΑΛΑΙΟΓΡΑΦΙΑ

Έγραφαν, επίσης,  πάνω σε πλακίδια από κερί, π.χ. όταν μία μητέρα ήθελε να στείλει το παιδί της να ψωνίσει, του χάραζε πάνω στο κερί τί ήθελε και μετά λείαινε την κέρινη πλάκα μ’ ένα ζεστό αντικείμενο, για να μπορεί να την ξαναχρησιμοποιήσει.  Στη Βαβυλώνα έχουν βρεθεί πολλές τέτοιες σημειώσεις για ψώνια πάνω σε πλάκες από κερί.

Ένας άλλος τρόπος ήταν να γράφουν πάνω σε μαλακό, βρεγμένο πηλό (όχι ψημένο) που  του  έδιναν το ανάλογο σχήμα.

Έχουν βρεθεί πάρα πολλά εδάφια πάνω σε τέτοια πήλινα πλακίδια, τα οποία ίσως τα χρησιμοποιούσαν σαν διακοσμητικά, όπως εμείς σήμερα.

Έγραφαν, ακόμη, πάνω σε πέτρες.

Έγραφαν ακόμα πάνω στον πάπυρο και στις περγαμηνές από δέρματα ζώων, τις οποίες περνούσαν από ειδική επεξεργασία για να  γίνει λεία η επιφάνειά τους.

Πριν από 50 περίπου χρόνια οι άπιστοι της «Ανώτερης Κριτικής» διακήρυτταν  θριαμβευτικά ότι η Πεντάτευχος δεν μπορεί να έχει γραφτεί από τον Μωυσή, γιατί ισχυρίζονταν ότι τότε, δηλαδή 1500 χρόνια π.Χ. περίπου δεν ήταν γνωστή η γραφή.

Στην αρχή είχε φανεί ότι έχουν δίκιο, αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ.  Οι ανασκαφές που έκαναν οι αρχαιολόγοι αποκάλυψαν ότι η γραφή ήταν γνωστή στην ανθρωπότητα πολύ πριν τον Μωυσή - 3000 χρόνια π.Χ - . Μάλιστα, την εποχή εκείνη,  η παιδεία είχε τόσο πλατιά διάδοση, ώστε ο διάσημος Ασσυριολόγος Sayce γράφει ότι ήταν «ευρυτέρα από την της  Αγγλίας, κατά την εποχή του Γεωργίου του Γ’», δηλαδή το 1820 μ.Χ.

Πραγματικά, στις ανασκαφές του 1929 στην Ουρ των Χαλδαίων κάτω από την επίβλεψη του Dr. C. L. Wooley, στο γεωλογικό στρώμα της εποχής του βασιλιά Χαμουραμπή, ο οποίος ήταν σύγχρονος του Αβραάμ κι έζησε 500 χρόνια πριν τον Μωυσή, ήρθαν στο φως βιβλιοθήκες στην Ουρ, στη Λαγάς, στη Νιππούρ και στη Σιππάρτ, με εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία κάθε είδους. Αυτά ήταν γραμμένα πάνω σε πήλινες ψημένες πινακίδες και περιλάμβαναν λεξικά, γραμματικές, εγκυκλοπαίδειες, επίσημα βιβλία, μαθηματικά με ασκήσεις εξαγωγής κυβικών ριζών, αστρονομία, θρησκεία και πολιτική,  (DR. C. L. Wooley, «Ur of the Chaldee»)

Το αρχικό στάδιο της γραφής δεν ήταν τα γράμματα, αλλά ζωγράφιζαν ή χάραζαν πάνω σε πλάκες από πηλό σημεία ή εικόνες.  Αυτό είναι το είδος της γραφής που βρέθηκε στα κατώτερα στρώματα των προϊστορικών πόλεων της Βαβυλωνίας.

Αργότερα εμφανίζεται η σφηνοειδής γραφή, με την οποία, αρχικά, ένα ορισμένο σημείο αντιπροσώπευε μια ολόκληρη λέξη ή συνδυασμό λέξεων. Με την πάροδο του χρόνου τα σημεία  αυτά αντιπροσώπευαν συλλαβές λέξεων. Αυτή είναι η γραφή που χρησιμοποιούσαν στη Βαβυλώνα, στην αυγή της ιστορικής εποχής. Υπήρχαν περισσότερα από 500 τέτοια σημεία τα οποία χρησιμοποιούνταν με περισσότερους από 30000 συνδυασμούς.

Η αλφαβητική γραφή αποτέλεσε νεότερη εξέλιξη κι ήταν πολύ απλούστερη, γιατί με 26 μόνο διαφορετικά σημεία μπορούσε να εκφράσει όλες τις λέξεις, για τις οποίες η σφηνοειδής γραφή χρειαζόταν πάνω από 500.

Σ’ ένα Σημιτικό ναό στην Σέραβιτ - κοντά στα ορυχεία γαλαζόπετρας στο Σινά - ο Sir Filnders Petrie βρήκε το 1905, μαζί με Αιγυπτιακές ιερογλυφικές επιγραφές και  μια επιγραφή με αλφαβητική γραφή. Αυτό είναι το αρχαιότερο γνωστό αλφαβητικό κείμενο και γράφτηκε το 1800 π.Χ. περίπου, 400 χρόνια πριν τη γέννηση του Μωυσή, στη χώρα όπου έζησε για 40 χρόνια.

Στην Γεζέρ, ο Garstang βρήκε το 1929 το χέρι από μια στάμνα της περιόδου μεταξύ του 2000 και 1600 π.Χ. που έφερε γράμματα της Σιναϊτικής γραφής, γεγονός που μαρτυρεί ότι η Σιναϊτική αλφαβητική γραφή ήταν ήδη σε χρήση στην Παλαιστίνη.  Τέτοια γραπτά έχουν βρεθεί ακόμη στην Βαίθ-σεμές, στην Λαχείς, στην Ρας-σαμρά και σ’ άλλες περιοχές.  Έτσι, είμαστε βέβαιοι ότι η γραφή ήταν γνωστή και σε κοινή χρήση στην Παλαιστίνη, στο Σινά, τη Συρία και τη Φοινίκη εκατοντάδες χρόνια πριν την εποχή του Μωυσή.

Ο Dr. W. F. Albright,  αυθεντία στην  αρχαιολογία της Παλαιστίνης μας λέει: «Πρέπει να είναι κανείς αγράμματος για να υποστηρίζει σήμερα ότι η γραφή δεν ήταν γνωστή στην Παλαιστίνη και τις γειτονικές της περιοχές κατά την δεύτερη εκατονταετηρίδα προ Χριστού», (Δελτίο υπ’ αριθ. 60 της Αμερικάνικης σχολής ανατολικών ερευνών, Δεκ. 1935). Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στα πρώτα βιβλία της Αγίας Γραφής δεν ήταν δυνατόν να έχουν καταγραφεί  από τους συγχρόνους τους.

Γιατί όμως αυτά τα γραπτά μνημεία χάθηκαν, ενώ, αντίθετα, διασώθηκαν τόσα πολλά Αιγυπτιακά και Βαβυλωνιακά;

Πιθανότατα, επειδή χρησιμοποίησαν τον πάπυρο και το δέρμα που φθείρονται εύκολα. Στην Αίγυπτο τα γραπτά μνημεία τα οποία ήταν από πάπυρο ή δέρμα, με ελάχι-στες εξαιρέσεις, έχουν καταστραφεί. Ακόμη κι αν η Πεντάτευχος είχε γραφτεί, αρχικά, σε σφηνοειδή γραφή πάνω σε πέτρινες πλάκες, όπως υποστηρίζουν μερικοί, μεταφράστηκε σύντομα στην Εβραϊκή κι αντιγράφτηκε σε δέρμα. Οι Δέκα Εντολές, που αποτελούν την ουσία του Νόμου, γράφτηκαν πάνω σε λίθινες πλάκες, αλλά όλα τα υπόλοιπα γράφτηκαν «εν βιβλίω» (Εξ.ιζ:14). Έτσι, από πολύ νωρίς, οι Εβραίοι άρχισαν να χρησιμοποιούν το δέρμα και τον πάπυρο για τα χειρόγραφά τους, τα οποία έπρεπε να αντιγράφονται, γιατί με το πέρασμα του χρόνου  τα παλιά  καταστρέφονταν.

Για την αποκατάσταση των κειμένων της Καινής Διαθήκης, η επιστήμη της Κριτικής των κειμένων χρησιμοποίησε τις παρακάτω πηγές:

1)  Τα ελληνικά χειρόγραφα με κεφαλαία γράμματα, τα οποία γράφονταν χωρίς ν’ αφήνεται διάστημα μεταξύ των λέξεων. Αυτή ήταν η επίσημη γραφή

2)  Τα ελληνικά χειρόγραφα με μικρά γράμματα, με τα οποία, συνήθως, έγραφαν καθημερινά πράγματα (ανεπίσημη γραφή). Από το 900 μ.Χ. οι αντιγραφές δεν γίνονταν με κεφαλαία αλλά με μικρά.  Έτσι, επίσημη έγινε η μικρή γραφή.  Αυτό το γεγονός αποτελεί ένα δείκτης χρονολόγησης των αντιγράφων κι όσα αντίγραφα έ-χουμε με μικρή γραφή, ξέρουμε ότι είναι απ’ τον 9ο αιώνα και μετά.
   ΠΑΠΥΡΟΣ       4ος        ΠΕΡΓΑΜΗΝΗ      9ος        ΠΕΡΓΑΜΗΝΗ     15ος         ΧΑΡΤΙ
----------------------
½----------------------------½-----------------------------½----------------------
Κεφαλαία                         Κεφαλαία                      Μικρή Γραφή             Μικρή Γραφή
                                        Uncials                          Minuscules
Το 90% των χειρογράφων που υπάρχουν είναι απ’ τον 9ο - 15ο αιώνα.

Υπάρχουν: 266 χειρόγραφα με κεφαλαία γραμμένα σε περγαμηνή
                     2754 με μικρή γραφή
                           81 με κεφαλαία πάνω σε πάπυρο

Υπάρχουν κι ορισμένες άλλες κατηγορίες αρχαίων χειρόγραφων, τα οποία δεν περιέχουν το λόγο του Θεού, αλλά είναι διάφορες διαλέξεις που  αναφέρονται στη Γραφή καθώς και κάποια εδάφια μέσα απ’ τη Γραφή. Τα παραπάνω παρουσιάζουν ενδιαφέρον από ιστορική άποψη. Υπάρχουν, ακόμη, κάποιες συναθροίσεις εκκλησιών, (π.χ. “σήμερα θα μιλήσουμε για το τάδε εδάφιο απ’ το τάδε Ευαγγέλιο”).

Υπάρχουν 2000 τέτοια χειρόγραφα, τα οποία, φυσικά, δεν έχουν να κάνουν με τις  “λειτουργίες”  της σημερινής ορθόδοξης εκκλησίας.

Σώζονται, επίσης, 25 τεμάχια από όστρακα (κομμάτια αγγείων) όπου υπάρχουν γραμμένα εδάφια από την Αγία Γραφή.

Υπάρχουν, επίσης, 10 φυλακτά, τα οποία ήταν μικρά κομματάκια με εδάφια που τα κρεμούσαν στον λαιμό ή στα σπίτια.

Απ’ τα παραπάνω, μεγαλύτερη αξία έχουν όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα, απ’ τον 3ο και 4ο αιώνα.

3)  Οι μεταφράσεις.  Η πρώτη εκκλησία, καθώς άρχισε να διαδίδει τον Λόγο του Θεού, ήρθε αντιμέτωπη με το πρόβλημα της γλώσσας, εκεί όπου δεν μιλούσαν ελληνικά.  Για να μεταδοθεί  ο λόγος του Θεού παντού, έγιναν μεταφράσεις απ’ τα Ελληνικά στα Συριακά, τα Αιθιοπικά, τα Κοπτικά, τα Λατινικά και τα Αιγυπτιακά (η Συριακή, η Κοπτική κι η Λατινική είναι οι κύριες μεταφράσεις)

Το σημαντικό μ’ αυτά τα χειρόγράφα είναι ότι είναι πολύ παλαιά (3ος με 4ος αιώνας). Το αρνητικό στοιχείο είναι ότι πρόκειται για  μεταφράσεις και γι’ αυτό δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το ακριβές νόημα, όταν ερευνούμε για κάποια λεπτομέρεια, π.χ. το συντακτικό διαφέρει από γλώσσα σε γλώσσα. Δεν χρησιμοποιούνται για την κριτική των κειμένων αλλά περιέχουν στοιχεία που είναι πολύ χρήσιμα.

Εκεί που μπορούμε να χρησιμοποιούμε τις μεταφράσεις είναι, όταν θέλουμε να αποδείξουμε ότι κάτι ήταν ή δεν ήταν γραμμένο στο πρωτότυπο κι ότι τώρα, για κάποιο λόγο, υπάρχει ή δεν υπάρχει, αντίστοιχα.

Για παράδειγμα, σ’ ορισμένα χειρόγραφα λείπει το Μαρκ.ις:9 - τέλος, αφού, όμως,  υπάρχει γραμμένο στις μεταφράσεις, σημαίνει ότι αυτός που το μετέφρασε το είδε κάπου, άρα υπήρχε.  Επίσης, σε κάποιο χειρόγραφο υπάρχει το εδ. Α’ Ιωάν.ε:7 (το εδάφιο που πρόσθεσε ο πάπας), το οποίο, όμως, δεν συναντάται σε καμία μετάφραση, άρα είναι πρόσθετο.

Υπάρχουν 19284 χειρόγραφα σε μεταφράσεις.

4)  Τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας  (36289 εδάφια της Κ.Δ.) Οι Πατέρες έγραφαν ομιλίες ή απολογητικά κείμενα κι εκεί ανάφεραν πάρα πολλά εδάφια.  Όταν έχουμε, λοιπόν, ένα γραπτό κάποιου εκκλ. πατέρα του 3ου αιώνα όπου αναφέρεται ένα εδάφιο, αυτό σημαίνει ότι κάπου το διάβασε, άρα υπήρχε κι είναι έτσι.  Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι πολλοί απ’ αυτούς συνήθως τα αποστήθιζαν κι έγραφαν από μνήμης, γι’ αυτό δεν μπορούμε να είμαστε τελείως σίγουροι για ό,τι γράφουν. Για παράδειγμα, ενώ ο Λόγος του Θεού λέει: «όστις πιστεύσει και βαπτισθεί, θέλει σωθεί» κάποιος μπορεί να έγραφε: «όποιος πιστέψει και βαπτισθεί θα πάει στον ουρανό».

Έχουν αξία γιατί είναι του 2ου, 3ου και 4ου αιώνα.  Αν, π.χ., κάποιος απ’ αυτούς αναφέρει το Μαρκ.ις:16, αυτό είναι κάτι σημαντικό, γιατί έτσι αποδεικνύεται η  γνησιό-τητα του εδαφίου.

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ (ΚΩΔΙΚΕΣ)

Οι περγαμηνές κι οι πάπυροι που είναι γραμμένοι με κεφαλαία ονομάζονται, γενικά, στους θεολογικούς κύκλους, Uncials. Η λέξη αναφέρεται στο συγκεκριμένο τρόπο γραφής, προέρχεται απ’ τα Λατινικά και σημαίνει “μία ίντσα ύψος”.

Θα εξετάσουμε τώρα τις Uncials περγαμηνές.

1)  «S» ‘Αλεφ ή Σιναϊτικός Κώδικας
Βρέθηκε απ’ τον Γερμανό πρεσβευτή στη Ρωσία Lop Konstantin Von Tischendorf το 1845, στο μοναστήρι της Αγ. Αικατερίνης του Σινά.

Ο άνθρωπος αυτός έκανε πολλά ταξίδια σ’ όλο τον κόσμο, με σκοπό να ανακαλύψει χειρόγραφα, με έξοδα του τσάρου της Ρωσίας.  Μέσα σ’ ένα καλάθι με διάφορα χαρτιά που προορίζονταν για προσάναμμα στη φωτιά, ο Tischendorf είδε μερικά φύλλα περγαμηνής γραμμένα με Ελληνικά γράμματα. Προσεχτικότερη εξέταση των φύλλων αυτών τον έπεισε ότι αποτελούσαν μέρος από αρχαίο χειρόγραφο της μετάφρασης των Ο’ της Π. Διαθήκης. Ήταν συνολικά 43 φύλλα και   παρ’ όλο που έψαξε πολύ δεν μπόρεσε να βρει κάτι άλλο.

Το 1853 ξαναπήγε στο μοναστήρι για να συνεχίσει την έρευνά του αλλά οι καλόγεροι είχαν καταλάβει, απ’ το ενδιαφέρον που έδειχνε, ότι αυτά τα «χαρτιά»  είχαν μεγάλη αξία, γι’ αυτό και δεν τον άφησαν να ψάξει όσο ήθελε. Έτσι έφυγε πάλι χωρίς αποτέλεσμα.  Το 1859 επέστρεψε και κάποια μέρα ο οικονόμος του μοναστηριού του είπε εμπιστευτικά ότι είχε στη διάθεση του ένα αρχαίο αντίγραφο της μετάφρασης των Ο’ , το οποίο, τελικά, το έφερε στον Tischendorf τυλιγμένο σε πανί και του το έδειξε. Ήταν το υπόλοιπο απ’ τα 43 φύλλα που είχε δει, 14 χρόνια πριν. Διαπραγματεύτηκε με τους μοναχούς την αγορά αυτών των χειρογράφων κι αυτοί του είπαν ότι θα του τα έδιναν δωρεάν, αν ο τσάρος αναλάμβανε κάποιες ανακαινίσεις που χρειαζόταν το μοναστήρι, όπως κι έγινε. Έτσι, το χειρόγραφο δόθηκε στην αυτοκρατορική βιβλιοθήκη της Πετρούπολης, όπου κι έμεινε, μέχρι το 1933. Αργότερα, ο τσάρος πούλησε τον κώδικα στην Βρετανία για 500000 δολάρια, εξαιτίας οικονομικών δυσχερειών, κι από τότε βρίσκεται στο Βρετανικό μουσείο.

Αποτελείται ολόκληρος από 347 φύλλα, απ’ τα οποία 199 καταλαμβάνουν τα βιβλία της Π.Δ. και τα υπόλοιπα 148 περιέχουν ολόκληρη την Καινή Διαθήκη, μαζί με την επιστολή του Βαρνάβα και μέρος του Ποιμένα του Ερμά. Έχει διαστάσεις 37,5 χ 35 cm.  Το χειρόγραφο είναι γραμμένο με ωραία καλλιγραφικά γράμματα σε λεπτή περγαμηνή.

Χρονολογείται στο 375 μ.Χ. κι είναι το μόνο χειρόγραφο που περιλαμβάνει ολόκληρη την Κ.Δ. Είναι μία απ’ τις σημαντικότερες περγαμηνές.

2)  «Β» ή Βατικανός Κώδικας
Βρίσκεται στο μουσείο του Βατικανού απ’ το 1481.  Χρονολογείται στο 350 μ.Χ. κι είναι το χειρόγραφο που έχει τη μεγαλύτερη αξία αυτή τη στιγμή.  Το 1841, όταν δημιουρ-γήθηκε  η βιβλιοθήκη του Βατικανού, μέσα στον κατάλογο των βιβλίων υπήρχε κι αυτός ο κώδικας, δίχως όμως κανείς να ξέρει την αξία του.  Όταν ο Tischendorf άρχισε να ψάχνει στα μοναστήρια με σκοπό να φτιάξει ένα  κριτικό κείμενο, πήγε και στο Βατικανό αλλά μόλις τον βρήκε - επειδή είχε ακουστεί ότι ψάχνει για «σπουδαία πράγματα» - του τον πήραν οι καλόγεροι και δεν άφηναν να τον αγγίξει. Τελικά, τους έπεισε να τον αφήσουν να τον βλέπει.  Έτσι, πήγαινε υπό την παρακολούθηση δύο καλόγερων και ξεφύλλιζε όλη τη μέρα, σελίδα-σελίδα, το χειρόγραφο.  Δεν έκανε τίποτε άλλο από το να το διαβάζει, να το αποστηθίζει και να πηγαίνει μετά να το γράφει. Όταν, όμως, ο πάπας το κατάλαβε, τον σταμάτησε.  Το 1890 ο πάπας έβγαλε το χειρόγραφο σε αντίγραφα κι έτσι έγινε ευρύτερα γνωστό  (τα αντίγραφα έγιναν με κάποιο φωτογραφικό τρόπο).

Είναι από δέρμα αντιλόπης κι έχει διαστάσεις 25 χ 25 cm. Περιέχει μέχρι και την Εβρ.θ:14

3)  «Α» ή Αλεξανδρινός Κώδικας
Ο πατριάρχης Κων/λης, Κύριλλος Λούκαρης έδωσε τον κώδικα αυτόν στον Κάρολο τον Α’ , το 1628 κι από τότε βρίσκεται στο Βρετανικό μουσείο. Χρονολογείται  στο 425 μ.Χ.

Η αξία του είναι  λίγο πιο κάτω απ’ τον Αλεφ, ο οποίος είναι λίγο πιο κάτω απ’ τον Βατικανό κώδικα.

Απ’ αυτόν τον κώδικα λείπει το μεγαλύτερο μέρος του κατά Ματθαίον, το 2ο κεφάλαιο του κατά Ιωάννη κι οι Α’ και Β’ προς Κορινθίους.

4)  «C» ή Παλίμψιστος του Εφραΐμ.

Η λέξη “παλίμψιστος” προέρχεται από τις λέξεις: πάλι+ψάω, όπου ψάω σημαίνει ξύνω.  Υπάρχουν πολλές περγαμηνές που είναι παλίμψηστοι, δηλαδή όταν κάποιος ήθελε να γράψει σε μία περγαμηνή που ήταν ήδη γραμμένη, έξυνε το παλιό κείμενο κι έγραφε από πάνω το καινούριο.

Ο Εφραΐμ ήταν ένας καλόγερος που έζησε τον 12ο αιώνα, ο οποίος πήρε μία γραμμένη περγαμηνή, την έξυσε κι έγραψε από πάνω δικές του ομιλίες και κηρύγματα. Οι επιστήμονες, όμως, με τη χρήση ειδικών υγρών κατάφεραν να φέρουν στην επιφάνεια το πρώτο κείμενο κι έτσι έχουμε τώρα κι αυτόν τον κώδικα. Σε πολλές περιπτώσεις, γίνεται και χρήση υπεριωδών ακτινών για να ανακαλυφθεί τί υπήρχε γραμμένο κάπου που έχει σβηστεί.  Απ’ αυτόν τον κώδικα λείπει η Β’ Θεσ. κι η Β’ Τιμ. Όταν γράφτηκε είχε 238 φύλλα, αλλά έμειναν μόνο 145 κι αυτό φαίνεται από το δέσιμο, γιατί κάποια φύλλα λείπουν (είναι σχισμένα). Το γεγονός ότι είναι ξαναγραμμένη δεν αφαιρεί τίποτα από την αξία της, γιατί μπορεί και διαβάζεται καθαρότατα, χάρη  στα χημικά μέσα που έφεραν τα γράμματα στην επιφάνεια.  Χρονολόγηση: 450 μ.Χ.

5)  «D» ή Κώδικας του Μπέζα

Ο Beza ήταν ένας απ’ τους μεταρρυθμιστές και σπουδαίος κήρυκας.  Ο κώδικας αυτός βρέθηκε το 1562 σε μια καλύβα του μοναστηριού του αγ. Ειρηναίου, στη Λυών της Γαλλίας.

Ο Μπέζα το 1581 παρουσίασε αυτόν τον κώδικα στο πανεπιστήμιο Κέιμπριτζ της Αγγλίας. Η ιδιαιτερότητά του βρίσκεται στ’ ότι είναι γραμμένος σε Ελληνικά, Λατινικά και Συριακά. Σήμερα βρίσκεται στο Κέιμπριτζ και χρονολογείται στο 475-550 μ.Χ., δηλ. τον 6ο αιώνα.

6)  «W» ή Γουασιγκτώνιαν
Βρέθηκε το 906, σήμερα φυλάσσεται στην Ουάσιγκτον και περιέχει τα 4 Ευαγγέλια.  Χρονολογείται  στον 5ο αιώνα.

7)  «D2» η Κλαρομοντάνιος
Προέρχεται απ’ το Κλαιρμώ της Γαλλίας, απ’ όπου πήρε και το όνομά του.  Περιέ-χει τις επιστολές του Παύλου που λείπουν από τον «D».  Ο Κώδικας «D» κι ο «D2» ανήκουν στον Μπέζα.  Χρονολογείται στον 7ο αιώνα.

ΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ ΚΑΤΑ ΣΕΙΡΑ ΑΞΙΑΣ:  B, S, A, C, D, W, D2.

ΠΑΠΥΡΟΙ

Υπάρχουν δύο σπουδαίοι συλλέκτες, οι οποίοι ασχολήθηκαν με τη συλλογή παπύρων, με δικά τους έξοδα. Είναι ο  Chester Beatty που βγήκε στο προσκήνιο το 1930-31 με την συλλογή του κι ο P. Bodmer που φανέρωσε την συλλογή του το 1955-56. Μέχρι τότε τις κρατούσαν κρυφές, ίσως από φόβο να μην τις κατασχέσουν.
Οι πάπυροι συμβολίζονται με το λατινικό «p» κι ένα νούμερο στο πλάι.

Η συλλογή του Beatty περιλαμβάνει τους παπύρους:

• p45 (3ος αιώνας).  Περιέχει: τα Ευαγγέλια, 13 φύλλα από τις πράξεις, 2 σελίδες απ’ το κατά Ματθαίο, 6 σελίδες απ’ το κατά Μάρκο, 7 σελίδες απ’ τον Λουκά, μικρά αποσπάσματα  απ’ την Β’ Ιωάννου.

• p46 (2ος-3ος αιώνας). Είναι ο πιο αρχαίος πάπυρος σε βιβλίο και περιέχει τις επιστολές του Παύλου.  Ήταν 100 φύλλα κι έχουν μείνει 86.

• p47 (3ος αιώνας). Περιέχει το 1/3 της Αποκάλυψης.

 Η συλλογή του Bodmer περιλαμβάνει:

• p66 (2ος-3ος αιώνας). Περιέχει όλο σχεδόν το ευαγγέλιο του Ιωάννη.

• p72 (3ος-4ος αιώνας). Περιέχει την επιστολή του  Ιούδα και τις Α’ και Β’ Πέτρου.

• p74 (7ος αιώνας). Περιέχει αποσπάσματα απ’ τις καθολικές επιστολές (Ιακώβου, Πέτρου Α’, Β’, Ιωάννου Α’, Β’, Γ’  και του Ιούδα), καθώς κι ολόκληρο  σχεδόν το βιβλίο των Πράξεων.

• p75 (3ος αιώνας). Περιέχει όλο σχεδόν το κατά Λουκά και το κατά Ιωάννη,  εκτός από κάποια μικρά τμήματα που λείπουν.

Η αξία των δύο αυτών συλλογών βρίσκεται στ’ ότι οι πάπυροι είναι πιο αρχαίοι από τους κώδικες (περγαμηνές).

Το κείμενο UBS έχει το πλεονέκτημα ότι έχει γραφτεί με βάση και τα στοιχεία που περιέχουν οι παραπάνω πάπυροι.

Εκτός απ’ αυτές τις δύο συλλογές, υπάρχει ένα μικρό κομμάτι παπύρου, το οποίο στη μία  του πλευρά περιέχει τα εδάφια ιη:31-33 κι από την άλλη τα ιη:37-38 απ’ το ευαγ-γέλιο του Ιωάννη. Πρόκειται, προφανώς, για ένα μέρος από το φύλλο κάποιου χειρογράφου που ήταν, συνολικά,  130 σελίδες. Έχει διαστάσεις 7Χ10cm. Οι ειδικοί, συγκρίνοντάς το με άλλα, γνωστής χρονολογίας, αποδίδουν το κομμάτι αυτό του παπύρου στο 125 μ.Χ. περίπου. Είναι το αρχαιότερο απ’ τα γνωστά μας χειρόγραφα της Αγίας Γραφής κι αποδεικνύει ότι ο Ευαγγέλιο του Ιωάννη υπήρχε και κυκλοφορούσε στην Αίγυπτο αμέσως μετά το θάνατο του Ιωάννη.  Έχει τον κωδικό αριθμό p 52 και ονομάζεται του John Rylands. Σήμερα βρίσκεται στο Manchester της Αγγλίας.

Πάπυροι και περγαμηνές κατά χρονολογική σειρά:

1)  p52 Rylands 
2)  Συλλογή Beatty 
3)     - « -     Bodmer 
4)  «B»   
5)  «S»
6)  «A»
7)  «C»
8)  «D»
9)  «W»

Είδαμε, παραπάνω, ότι τα χειρόγραφα που είναι γραμμένα με μικρή γραφή λέγονται Minuscules.

Έχουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα Minuscule, την 33 η οποία ονομάζεται η «βασίλισσα της μικρής γραφής» κι αυτό επειδή έχει μεγαλύτερη αξία απ’ όλες τις υπόλοιπες του είδους της. Έχει αντιγραφτεί από ένα αρχαίο χειρόγραφο κι είναι η πρώτη αντιγραφή.

Αν θέλουμε να την κατατάξουμε ανάλογα με την αξία της:  B,S,A,C, 33, D, W

Υπάρχει και μια άλλη ενδιαφέρουσα Minuscule, η 61, η οποία είναι η πρώτη που αναφέρει το Α’ Ιωάν.ε:7 και χρονολογείται τον 16ο αιώνα.
Έχουμε, τέλος, μια σειρά από χειρόγραφα που τα ονομάζουν «J», στα οποία αναφέρονται πολύ οι Μάρτυρες του Ιεχωβά.

Είναι μεταφράσεις από τα Ελληνικά στα Εβραϊκά του 16ου μέχρι και 20ου αιώνα, δεν έχουν γίνει από Μάρτυρες του Ιεχωβά, αλλά από κάποιους οι οποίοι όπου έβλεπαν την λέξη Κύριος, τελείως αυθαίρετα μετάφραζαν Jehova (Τζεχώβα).  Δεν έχουν, ωστόσο, καμία αξία!!!
 
ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

1) Η παλαιότερη μαρτυρία είναι η πιο σωστή.

2) Η πιο δυσανάγνωστη μαρτυρία, είναι, πιθανότατα, η σωστή. Αυτό συμβαίνει, γιατί όταν κάποιος αντέγραφε και συναντούσε κάτι που δεν καταλάβαινε, προσπαθούσε να το παραλείψει ή να το ερμηνεύσει κάπως διαφορετικά. 

3) Η συντομότερη μαρτυρία είναι, πιθανότατα, η πιο σωστή. Είναι φυσικό να προσπαθήσει κανείς να κάνει εύκολο κάτι που είναι δύσκολο, παρά από εύκολο να το κάνει δύσκολο.

4) Η μαρτυρία που ερμηνεύει πιο ικανοποιητικά άλλα εδάφια είναι η πιο σωστή.

5) Η μαρτυρία, η οποία υποστηρίζεται καλύτερα γεωγραφικά ή έχει την μεγαλύτερη οικογενειακή υποστήριξη είναι, πιθανότατα, η πιο σωστή. Υπάρχουν 3 γεωγραφικές περιοχές χειρογράφων: Αλεξάνδρειας, Κων/λης, Ρώμης.

Όταν έχουμε μια μαρτυρία σε περγαμηνή γραμμένη στην Αίγυπτο κι η ίδια αυτή συναντάται και στην Κων/λη, για παράδειγμα, αυτό σημαίνει ότι είναι σωστή. Όταν, δηλαδή, δύο μαρτυρίες συμφωνούν, όσο πιο μακριά έχει βρεθεί η μία από την άλλη, τόσο πιο σωστές είναι.

6) Η μαρτυρία, η οποία αντανακλά μη διαδεδομένες διδασκαλίες (παραδοσιακές) είναι  η πιο σωστή.

7) Αυτός ο κανόνας είναι αποτέλεσμα γνώσης κι εμπειρίας πιστών αδελφών: η μαρτυρία που συνδέεται αρμονικά και συμφωνεί με το σύνολο και τον ειρμό της Γραφής, είναι η πιο σωστή.

ΣΥΜΒΟΛΑ ΣΤΟ ΚΡΙΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ U.B.S.

e: Ευαγγέλια
a: Πράξεις
p: Επιστολές Παύλου
c: Καθολικές επιστολές
r: Αποκάλυψη

{ } Σ’ αυτές τις παρενθέσεις μπαίνουν τα γράμματα A, B, C, D, τα οποία δηλώνουν το βαθμό βεβαιότητας της μαρτυρίας.  Α:100,  B:80, C:65,  D:50. Ο βαθμός αυτός προέρχεται απ’ τον αριθμό και την εγκυρότητα των μαρτυριών που υπάρχουν.

[ ] Λέξη μέσα σε τέτοιες αγκύλες είναι αμφίβολη.

[[ ]] Η μαρτυρία που είναι γραμμένη μέσα στις διπλές αγκύλες προστέθηκε σε μεταγενέστερες αντιγραφές, αλλά την κρατάμε στο κείμενο για ιστορικούς και φιλολογικούς λόγους.

( ) Σημαίνει ότι η μαρτυρία αυτή υποστηρίζεται κι από άλλο χειρόγραφο, το οποίο παρουσιάζει κάποιες διαφορές.

* Ο αστερίσκος δηλώνει ότι το χειρόγραφο είναι γραμμένο από πρώτο χέρι (οriginal).

? Δείχνει ότι υπάρχει κάποια μαρτυρία, αλλά με κάποιο βαθμό αμφιβολίας

Α1, 2  Δηλώνουν τους διορθωτές και μόνο στον S, D, D2 χρησιμοποιούμε τα γράμματα: a b c d.

ARM:  Αρμένικη μετάφραση
ARAB:  Αραβική     - « -
BYZ:  Βυζαντινή    - « -
GEO:  Γεωργιανή    - « -
COP:  Κοπτική μετάφραση
ETH:  Αιθιοπική μετάφραση
GOTH:  Γοτθική    - « -

DIATESSARON:  Είναι ένα σύγγραμμα με κάποια αξία

l: Διαλέξεις, ομιλίες

TR: Κείμενο του Έρασμου ή Textus Receptus (Παραδεδεγμένο κείμενο)

WH: Westcott and Hort, το αμέσως καλύτερο κριτικό κείμενο μετά το UBS.
 
Παρατήρηση: Στη σελίδα XXXIX του κειμένου UBS, κάτω αριστερά διαβάζουμε: PS-AMBROSE, PS-ATHANASIUS κ.λ.π.

Η σύντμηση PS προέρχεται απ’ την αγγλική λέξη POST και σημαίνει «μεταγενέστερος», δηλαδή ο PS-ATHANASIUS δεν είναι ο Αθανάσιος που πέθανε το 373, αλλά κάποιος μεταγενέστερος του 6ου αιώνα.

ΤΑ ΕΒΡΑΪΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Σώζονται 800 Εβραϊκές περγαμηνές της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίες είναι ημιτελείς.
 
Το αρχαιότερο κείμενο που έχουμε σήμερα είναι απ’ το 895 μ.Χ. Οι Εβραίοι δεν συντηρούσαν τα παλαιά κείμενα, αλλά τα αντέγραφαν συνέχεια, με μεγάλη σχολαστικότητα και προσοχή. Γι’ αυτό, σήμερα, δεν τίθεται πρόβλημα κριτικής στο Εβραϊκό κείμενο γιατί είναι κατά 99,9% τέλειο.
 
Τον 9ο μ.Χ. αι. δύο Εβραϊκές οικογένειες εργάστηκαν για να φτιάξουν ένα πλατιά αποδεκτό κείμενο. Αυτοί ονομάζονταν Μαζορίτες, άντλησαν ό,τι υπήρχε από τις Εβραϊκές πηγές και διαμόρφωσαν ένα αναγνωρισμένο κείμενο, το οποίο διέφερε απ’ τα προηγούμενα επειδή περιείχε και φωνήεντα. Μέχρι τον 9ο αιώνα οι Εβραίοι έγραφαν χωρίς φωνήεντα, έγραφαν δηλ. ΜΡ-ΜΑΡΙΑ, γι’ αυτό η λέξη Γιάχβε, το τετραγράμματο, όπως ονομάζεται, αποτελείται μόνο από σύμφωνα. Οι Εβραίοι μπορούσαν, βλέποντας τα σύμφωνα, να διαβάζουν τις λέξεις και να καταλαβαίνουν απ’ τα συμφραζόμενα. Μ’ αυτό τον τρόπο, όμως,  σταδιακά άρχισε να χάνεται η προφορά, γι’ αυτό οι  Μαζορίτες έβαλαν φωνήεντα ανάμεσα στα σύμφωνα και ασχολήθηκαν μ’ αυτό το έργο επί 5 γενιές, από οικογένεια σε οικογένεια.
 
Σήμερα το κείμενό τους έχει γίνει παραδεκτό απ’ όλο τον κόσμο και τους Εβραίους.  Από το όνομα αυτής της οικογένειας, το σημερινό Εβραϊκό κείμενο ονομάζεται Μαζοριτικό (Mazoretic Text, MT).
 
Μαζορίτης σημαίνει αυτός που μεταδίδει, απ’ το Μασορά=παράδοση. Οι Μαζορίτες πήραν το κείμενο απ’ την παράδοση και το “παράδοσαν” σε μας.
 
Οι Μαζορίτες χώρισαν την Παλαιά Διαθήκη σε κεφάλαια κι εδάφια.  Η Π.Δ. χωρίστηκε σε 23100 εδάφια.
 
Το Εβραϊκό κείμενο χωρίζεται σε δύο μέρη:

• Στο ΚΕΘΙΒ, αυτό που είναι γραμμένο, το γραπτό

• Στο ΚΟΥΕΡΕ, αυτό που διαβάζεται.
 
Το Κεθίβ οι Εβραίοι ΠΟΤΕ δεν το άλλαξαν.
 
Μια άλλη πηγή που έχουμε για την Π.Δ. είναι η μετάφραση των Ο’ , η οποία έγινε το 285 π.Χ.  Στην Αλεξάνδρεια, εκείνη την εποχή,  υπήρχαν πάρα πολλοί Εβραίοι, οι οποίοι μιλούσαν μόνο ελληνικά και δεν μπορούσαν να διαβάσουν την ιστορία τους και τον Νόμο. Γι’ αυτό, μεταφράστηκε η Π.Δ. απ’ τα Εβραϊκά στα Ελληνικά. Η μετάφραση αυτή, αρχικά, έγινε αποδεκτή, αργότερα, όμως, φάνηκε ότι είχε αρκετές ελλείψεις κι ατέλειες.
 
Στην Καινή Διαθήκη βρίσκουμε αναφορές απ’ την μετάφραση των Ο’, χωρίς  αυτό να την κάνει θεόπνευστη. 

Θεόπνευστα είναι όλα αυτά που πήρε το Πνεύμα του Θεού για να τα φέρει στην Κ.Δ. Οι Εβραίοι απόρριψαν τελείως αυτή τη μετάφραση, όπως κι ο Ιερώνυμος.
 
Μία άλλη πηγή που έχουμε για το Εβραϊκό κείμενο, είναι τα «Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας».
 
Ένας τσοπάνος που έβοσκε τα πρόβατά του κοντά στη Νεκρά θάλασσα, βρήκε μέσα σε μια σπηλιά πάρα πολλά χειρόγραφα, μεταξύ των οποίων ήταν και η Παλαιά Διαθήκη, ένα μεγάλο μέρος της Καινής Διαθήκης, καθώς και κάτι παρόμοιο με την μετάφραση των Ο’.

Πηγές του Εβραϊκού κειμένου:

1) Μαζοριτικό κείμενο

2) Το περιθώριο του Μαζοριτικού κειμένου

3) Τα χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας

4) Η μετάφραση των Ο’  (LXX)

5) Εδάφια από τα γραπτά των Πατέρων καθώς κι εδάφια που βρίσκονται στην Καινή Διαθήκη.

Είδαμε ότι ο Μ. Κων/νος ανάθεσε στον Ευσέβιο να συγκεντρώσει τον κανόνα της Αγίας Γραφής. Ο Ευσέβιος, όμως, δε θα μπορούσε να κάνει τίποτα από μόνος του, αν ο κανόνας δεν ήταν ήδη διαμορφωμένος, από το Πνεύμα του Θεού, μέσα στην καρδιά της πρώτης εκκλησίας, η οποία ήξερε ποια βιβλία ήταν θεόπνευστα και ποια όχι.
 
Στην Καινή Διαθήκη, ο Χριστός μνημονεύει όλα, σχεδόν, τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης.  Εκτός απ’ το ότι αναφέρεται σε πολλά απ’ αυτά, ονομαστικά - Ησαΐας, Ιερεμίας - μιλάει στο Λουκ.δ:26 για τον Ηλία και την χήρα της Σαρεπτά (Α’ Βασ.ιζ:8). Έτσι, απ’ αυτό και μόνο, γίνεται φανερό ότι  όλα τα βιβλία των Χρονικών και Βασιλέων είναι  θεόπνευστα.  Σε κάποιο άλλο σημείο ο Ιησούς λέει, «...οι προφήτες εμαρτύρησαν περί εμού...». Εκείνη την εποχή η Π.Δ. χωριζόταν σε 3 μέρη: Νόμος (Πεντάτευχος), Γραπτά (ιστορικά βιβλία), Προφήτες (17 βιβλία).  Με τον όρο, λοιπόν, “προφήτες”, εννοούσε όλα τα προφητικά βιβλία.
 
Ο Χριστός κι οι απόστολοι ήξεραν ποια βιβλία είναι θεόπνευστα και ποια δεν είναι, γιατί υπάρχουν και κάποια άλλα, τα οποία λέγονται «απόκρυφα» ή «δευτερο-κανονικά». Πρόκειται για φανταστικά και νόθα «Ευαγγέλια», «Πράξεις», «Επιστολές» που άρχισαν να εμφανίζονται τον 2ο αιώνα.  Είναι, στο μεγαλύτερο μέρος τους πλαστά κι έτσι χαρακτηρίστηκαν απ’ την αρχή.  Αυτά τα βιβλία είναι γεμάτα από τόσο ανόητες κι απίστευτες ιστορίες για τον Χριστό και τους απόστολους που δεν θεωρήθηκαν ποτέ θεόπνευστα και δεν συμπεριλήφθηκαν στον κανόνα της Αγίας Γραφής.  Αποτελούν ιδιοτελείς, προκατασκευασμένες απόπειρες συμπλήρωσης των “κενών” της αφήγησης της Καινής Διαθήκης για το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, με απώτερο σκοπό να προσφέρουν Γραφικό έρεισμα σε αιρετικές διδασκαλίες. Τέτοια είναι, π.χ. ο Βαρούχ, ο Δανιήλ κι ο δράκων, οι Μακκαβαίοι, κ.λ.π. Πολλοί ορθόδοξοι τα θεωρούν μέρος του κανόνα, τα χρησιμοποιούν και στηρίζουν πολλές διδασκαλίες τους σ’  αυτά.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΚΑΝ ΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΚΩΔΙΚΕΣ

Έρασμος (Εr): Ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε με τη δημιουργία ενός Ελληνικού κριτικού κειμένου το 1516 μ.Χ., χρησιμοποιώντας κάποια χειρόγραφα απ’ τον 8ο αι. και μετά (Minuscules).

Στεφάνου (S): Το 1550 διόρθωσε, σε ορισμένα σημεία, το κείμενο του Έρασμου και χώρισε για πρώτη φορά την Καινή Διαθήκη σε κεφάλαια κι εδάφια.

Μπέζα (Β): Είχε τα χειρόγραφα D και D2, τα οποία τύπωσαν οι αδελφοί Ελίζεβιρ.
 
Είναι κι άλλοι αυτοί που ασχολήθηκαν  με τα χειρόγραφα, των οποίων σώζονται τα κείμενα, μαζί με την κριτική εργασία που έχουν κάνει.  Τα ονόματά τους είναι:
Mπράϊαν Γουάλτων

Τζών Μίλλ, χρησιμοποίησε για το κείμενό του 78 ελληνικά χειρόγραφα.

Μπέντλεϋ, απόδειξε ότι το TR δεν είναι αξιόπιστο.

Τζών Μπένκελ

Γουέστιν

Τζών Γκράτζμπαχ, ποιμένας, αφιέρωσε 40 χρόνια γι’ αυτό το σκοπό.
 
H U.B.S. πήρε τις εργασίες όλων αυτών κι αφού τις επεξεργάστηκε, έβγαλε το κριτικό κείμενο που έχουμε σήμερα.

Σούλτς, πρόσθεσε 606 χειρόγραφα που είχε βρει.

Λόκμαν, ο πρώτος που αποχωρίσθηκε τελείως, με το κείμενό του, από το TR.

Χένρυ Αλφερντ Τριτζέλης, ιδιοφυής επιστήμονας, αυθεντία στην Εβραϊκή γλώσσα.  Ήταν Κουάκερος, δηλαδή, όταν προσευχόταν η δύναμη του Πνεύματος ερχόταν πάνω του τόσο έντονα  που τον έκανε να τρέμει.

Τίσεντορφ

Νεστλέ, έχει επιμεληθεί το 3ο, κατά σειρά,  καλύτερο κριτικό κείμενο.

Γουΐλς

Γουέσκοτ και Χόρτ, έχουν επιμεληθεί την καλύτερη εργασία μετά το UBS. Στο έργο τους συμπεριέλαβαν τον κώδικα «Β», γι’ αυτό το κείμενό τους πήρε μεγαλύτερη αξία.

U.B.S. 

Σε αντίθεση με τα κείμενα όλων αυτών των ανθρώπων - τα οποία διαφέρουν από το «TR» - βρέθηκε κάποιος Μπουργκόν που θέλησε να υποστηρίξει το «TR», δίχως, όμως, καμιά επιτυχία.

Ο Σκρίβενερ είναι ένας άλλος υποστηρικτής του «TR».


TEXTUS RECEPTUS (Παραδεδεγμένο κείμενο)

Το πρώτο τυπωμένο αντίγραφο της Καινής Διαθήκης, στην Ελληνική γλώσσα, κυκλοφόρησε απ’ τον Ελβετό εκδότη Froben, τον Μάρτιο του 1516.  Την επιμέλεια αυτού του κειμένου είχε αναλάβει ο πολυμαθής Ολλανδός ουμανιστής, Έρασμος  (Desederius Erasmus of Rotterdam).
 
Απ’ τα  Ελληνικά χειρόγραφα, τα οποία είχε στη διάθεσή του, διαπίστωσε ότι τα περισσότερα περιείχαν κείμενα κατώτερης ποιότητας γιατί ήταν αντίγραφα του 12ου και 13ου αιώνα.  Ωστόσο, επειδή δεν έβρισκε κώδικα που να περιέχει ολόκληρη την Καινή Διαθήκη, χρησιμοποίησε μεμονωμένα χειρόγραφα των βιβλίων της.
 
Για το βιβλίο της Αποκάλυψης δεν είχε στην διάθεσή του παρά μόνο ένα χειρόγραφο (του 12ου αιώνα) που το δανείστηκε από κάποιο φίλο του κι αυτό ήταν  ελλιπές. 

Πήρε, μάλιστα, το τελευταίο φύλλο με τα 6 τελευταία εδάφια στην Ελληνική απ’ την Ιταλική Βουλγάτα, ένα κείμενο που φημίζεται για τις πολλές ανακρίβειες που περιέχει.  (Το όνομα «Βουλγάτα» δόθηκε στο κείμενο της Λατινικής Βίβλου που αναθεώρησε ο πατέρας της Λατινικής εκκλησίας, Ιερώνυμος - 420 μ.Χ.).
 
Ο Έρασμος χρειάστηκε 7 μήνες μόνο για να ολοκληρώσει την έκδοση του πρώτου Ελληνικού κειμένου της Καινής Διαθήκης, ένα χρονικό διάστημα εξαιρετικά μικρό για το έργο αυτό, η δημοσιοποίηση του οποίου επρόκειτο να δημιουργήσει ιστορία.
 
Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένοι λόγοι που εξηγούν τη βιασύνη του.  Συγκεκριμένα, ο Ισπανός Καρδινάλιος Ximenes, ο οποίος εργαζόταν με ζήλο για την αναμόρφωση της Καθολικής εκκλησίας στην Ισπανία, είχε κι αυτός ετοιμάσει μια Ελληνική Καινή Διαθήκη, αλλά καθυστερούσε να την κυκλοφορήσει, περιμένοντας την σχετική έγκριση απ’ τον Πάπα.  Έτσι, η έκδοση Φρόμπεν - Έρασμου, χάρη στις ευνοϊκές περιστάσεις, ήταν αυτή που είδε πρώτη το φως της δημοσιότητας, γεγονός που αναγνωρίστηκε στην Ευρώπη σαν ένας λαμπρός σταθμός στην ιστορία των εκδόσεων κι ειδικότερα στην ιστορία της μετάδοσης του κειμένου της Βίβλου.
 
Η παράταξη του Καρδινάλιου Ximenes αποδέχθηκε το γεγονός με φιλικό πνεύμα. Το μόνο σύμπτωμα κάποιας ελαφριάς αντίδρασης που υπήρξε ήταν όταν ο συντάκτης του κειμένου Lopez de Stunica, πληροφόρησε τον Έρασμο ότι είχε παραλείψει να συμπεριλάβει στο κείμενό του το εδάφιο Α’ Ιωάν.ε:7, «ότι τρεις εισίν οι μαρτυρούντες εν τω ουρανώ, ο πατήρ, ο λόγος και το άγιον πνεύμα, και ούτοι οι τρεις εν εισίν».  Το εδάφιο αυτό είχε προστεθεί στο κείμενο της Βουλγάτας, από ένα σχόλιο που ήταν γραμμένο στο περιθώριο κάποιου Ελληνικού χειρόγραφου και το οποίο  ενσωματώθηκε μέσα στο κείμενο από κάποιον αντιγραφέα, από κακή πρόθεση ή τελείως τυχαία.
 
Ο Έρασμος απάντησε στον Stunica ότι δεν γνώριζε κανένα Ελληνικό χειρόγραφο που να περιέχει αυτό το εδάφιο, τον βεβαίωσε, όμως, ότι θα το πρόσθετε στην επόμενη έκδοσή του, αν το εύρισκε σ’ οποιοδήποτε χειρόγραφο. Όταν ο Stunica του παρουσίασε ένα ελληνικό χειρόγραφο, με το παραπάνω εδάφιο ενσωματωμένο στο κείμενο, ο Έρασμος υποψιάστηκε ότι είχε γραφτεί «επί παραγγελία». Πράγματι, αργότερα μαθεύτηκε ότι αυτή η “νοθεία” έγινε στην Οξφόρδη το 1520, από κάποιο μοναχό που λεγόταν Froy.
 
Αυτή δεν είναι η μόνη περίπτωση που ο Έρασμος ενσωμάτωσε στο Ελληνικό κείμενό του υλικό παρμένο απ’ την Λατινική Βουλγάτα.  Η πρόχειρη, βιαστική και δίχως μέθοδο τακτική που ακολούθησε, ήταν επόμενο να οδηγήσει στη δημιουργία ενός προβληματικού κειμένου.
 
Τελικά, ο Έρασμος συμπεριέλαβε αυτό το νόθο εδάφιο στο κείμενο της επόμενης έκδοσης του 1522 (Bruce M. Metzer, <Manuscripts of the Greek Bible>, Oxford University Press).  Αυτή ήταν κι η τελευταία έκδοση Φρόμπεν-Εράσμου.

Το εδάφιο Α’ Ιωάν.ε:7 το βλέπουμε να εμφανίζεται για πρώτη φορά στην περγαμηνή 2318 του 18ου αιώνα και στην περγαμηνή 61 του 16ου αιώνα, ενώ αντίθετα δεν υπάρχει στους κώδικες Αλεφ - Β - Κ - Ρ  και στην 33 που θεωρούνται ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε από αρχαία χειρόγραφα, γιατί ανήκουν π.χ. ο Αλεφ κι ο Β, στον 4ο αιώνα.  Υπάρχει και σε μια άλλη περγαμηνή, την 221 που είναι του 10ου αιώνα, δεν βρίσκεται, όμως, γραμμένο στο κείμενο, αλλά  είναι πρόσθετο στο περιθώριο του κειμένου.  (Οι πληροφορίες πάρθηκαν από το κριτικό κείμενο UBS).
 
Τη σκυτάλη για τις επόμενες εκδόσεις της Ελληνικής Κ.Δ.  παρέλαβαν δύο άλλοι ζηλωτές εκδότες: ο Γάλλος Robert Estienne, γνωστός με το όνομα Stefanus κι οι Ολλανδοί αδελφοί Elzevir.
 
Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι το ελληνικό κείμενο που δημοσίευσαν οι δύο αυτοί νέοι εκδότες, (Stefanus & Elzevir) δεν ήταν άλλο απ’ το κείμενο του Έρασμου, με ελαφρές τροποποιήσεις κι ορισμένες παραλλαγές που υιοθέτησαν από κάποια νέα χειρόγραφα του 10ου κι 11ου αιώνα.
 
Η τελευταία έκδοση της Κ.Δ. που κυκλοφόρησαν οι αδελφοί Ελζεβίρ, παρ’ όλες τις ατέλειές της, έγινε πολύ γνωστή με το χαρακτηριστικό όνομα <TEXTUS RECEPTUS>, όνομα παρμένο από τον πρόλογο της έκδοσης του 1633: <TEXTUM ERGO HABES NUNC AB OBNIBUS RECEPTUM> δηλαδή: “Έτσι, τώρα έχετε ένα κείμενο δεκτό απ’ όλους”.
 
Αυτή η δήλωση ήταν, πιθανότατα, αληθινή για τότε, δεν ισχύει, όμως, για την εποχή μας.  Από τότε μέχρι σήμερα, έχουν έρθει στο φως πάρα πολλά Ελληνικά χειρόγραφα της Κ.Δ. που ήταν άγνωστα στον Έρασμο, τον Stefanus και τους Elzevir.
 
Αρκετά από τα κείμενα αυτά, όπως ο Αλεξανδρινός Κώδικας, ο Κώδικας του Βατικανού κι ο Σιναϊτικός Κώδικας χρονολογούνται στον 5ο και 4ο αιώνα, για να μην αναφέρουμε αποσπάσματα κειμένων που προέρχονται, όπως έγινε γνωστό, απ’ τον  3ο και 2ο αι. μ.Χ.
 
Έτσι, η εργασία του Έρασμου πάνω στο κείμενο της πρώτης τυπωμένης Ελληνικής Καινής Διαθήκης που κυκλοφόρησε το 1516, έμελλε ν’ αποτελέσει την κοινή βάση όλων των μεταφράσεων που έγιναν στην Ευρώπη τα επόμενα 250 χρόνια.
 
Μια απ’ αυτές τις μεταφράσεις είναι κι η δική μας <μετάφραση του Βάμβα> που στηρίζεται κι αυτή στο <TR>.
 
Το πλήθος, λοιπόν, τα νέα χειρόγραφα που ήρθαν στην επιφάνεια πρόσφεραν στους μελετητές, νέα δεδομένα τα οποία, σταδιακά, αποτέλεσαν τη βάση της <Κριτικής των Βιβλικών Κειμένων>. Η επιστήμη αυτή στηρίζεται:

1) Στις μαρτυρίες των χειρογράφων που έγιναν γνωστά μετά την έκδοση του «TR».

2) Στις μαρτυρίες των αρχαίων μεταφράσεων (Κοπτικής, Συριακής, Αρμένικης, Αιθιοπικής κ.α.)

3) Στα εδάφια τα οποία  παραθέτουν στα έργα τους οι εκκλησιαστικοί πατέρες.

4) Στις μαρτυρίες της αρχαιολογίας.
 
Όλα τα παραπάνω, ωστόσο, δε “μειώνουν” καθόλου τη δύναμη και την αποτελεσματικότητα που έχει ο γραπτός Λόγος του Θεού, όπως παρουσιάζεται στο «TR». Το κείμενο αυτό της Κ.Δ. μεταδίδει ακέραιο το σωτήριο μήνυμα του Ευαγγελίου, είναι, όμως, αλήθεια ότι το TEXTUS RECEPTUS υστερεί ως προς την ακρίβεια της διατύπωσης.

ΚΡΙΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Μετά την εκτύπωση και την κυκλοφορία του TR (1516-1633) άρχισαν να έρχονται στο φως πολλά  αρχαία χειρόγραφα, τα οποία, μέχρι τότε, ήταν τελείως άγνωστα στην επιστήμη των κειμένων.

Ήταν φυσικό όσοι ασχολούνταν με τα κείμενα να μελετήσουν καθένα απ’ τα νέα αυτά χειρόγραφα και να τα συγκρίνουν, τόσο μεταξύ τους, όσο και με το ήδη γνωστό ΤR. 

Η συγκριτική αυτή μελέτη έφερε στην επιφάνεια άφθονες διαφορές κι ενδιαφέρουσες παραλλαγές, οι οποίες δημιούργησαν στους κύκλους των μελετητών μεγάλο  ζήλο για μια νέα κι εμπεριστατωμένη έρευνα πάνω στο ελληνικό κείμενο της Κ.Δ.
 
Αυτό το στάδιο της έρευνας ξεχωρίζει για τις πολλές κι επίπονες προσπάθειες που κατέβαλαν οι μελετητές των χειρογράφων να συλλέξουν κάθε παραλλαγή που υπήρχε, όχι μόνο στα ίδια τα Ελληνικά χειρόγραφα, αλλά και στις αρχαίες μεταφράσεις (Λατινική, Συριακή, Αιθιοπική, Αρμένικη κ.α.) καθώς και στα κείμενα των πατέρων της εκκλησίας.  Για 2 ½ περίπου αιώνες οι ενδιαφερόμενοι επισκέπτονταν τις βιβλιοθήκες και τα Μουσεία της Ευρώπης και της Μ. Ανατολής, αναζητώντας χειρόγραφα της Κ.Δ. για σύγκριση και συσχέτιση.
 
Αυτό που φάνηκε καθαρά σ’ όλο το διάστημα αυτής της έρευνας, ήταν το γεγονός ότι η ομάδα των χειρογράφων της Κων/λης (η Ασιατική, κατά τον BENGEL) παρουσίαζε ένα κείμενο μικρότερης αξίας.  Το κείμενο αυτό δεν είναι άλλο από το TR.
 
Μια από τις ενδείξεις που φανερώνουν τη μειωμένη αξία αυτού του κειμένου είναι η συγχώνευση φράσεων και λέξεων, οι οποίες σε αρχαιότερα χειρόγραφα συναντώνται ξεχωριστά.
 
Ας δώσουμε ένα παράδειγμα: αν κάποιο αρχαίο χειρόγραφο περιέχει τη φράση: «Η αγάπη του Κυρίου Ιησού» και κάποιο άλλο, επίσης, αρχαίο αποδίδει την ίδια αυτή φράση: «Η αγάπη του Χριστού» στο «παραδεδεγμένο» κείμενο οι παραλλαγμένες φράσεις των δύο χειρογράφων συγχωνεύονται σε μία που αποδίδεται: <<Η αγάπη του Κυρίου Ιησού Χριστού>>.
 
Σύμφωνα με έγκυρες απόψεις, η συνήθεια αυτή της συγχώνευσης ή συνένωσης δύο ή περισσότερων διαφορετικών φράσεων σε μία χρονολογείται απ’ τον 4ο αι. μ.Χ., όταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία θέσπισε την αρχή μιας γενικής ενοποίησης: μία αυτοκρατορία, μία θρησκεία, ένα δόγμα, ένα κείμενο.
 
Να τι έχει διαπιστώσει ο KENYON, ονομαστός ερευνητής των αρχαίων χειρογράφων, για το κείμενο της Κων/λης (βυζαντινό) απ’ όπου προήλθε το TR:
 
«Το χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτού του κειμένου ήταν η προσπάθεια των συντακτών του να συνενώνουν παραλλαγμένες φράσεις σε μία ενωτική που να περιλαμβάνει όλες τις υπάρχουσες (σε άλλα χειρόγραφα) παραλλαγές.  Προσπάθησαν επίσης να εξομαλύνουν το τραχύ ύφος, ν’ αφαιρέσουν από το κείμενο κάθε στρυφνότητα και γενικά να συντάξουν ένα εύκολο και γλαφυρό κείμενο» (HANDBOOK TO THE TEXTUAL CRITICISM OF THE N.T.)
 
Ο Γερμανός Johann Albrecht Bengel (1687-1752) ήταν ο άνθρωπος που μπορούμε να πούμε ότι έδωσε συγκεκριμένη κατεύθυνση στην προσπάθεια να διαμορφωθεί ένα επιστημονικό κείμενο της Κ.Δ.
 
Σπουδαστής της θεολογίας στο πανεπιστήμιο της Τυβίγγης (Tubingen) είχε ανησυχήσει φοβερά, όταν σε μια απ’ τις εκδόσεις της Ελληνικής Κ.Δ. διάβασε για την πληθώρα των παραλλαγών που είχαν βρεθεί στα χειρόγραφά της.  Το ενδιαφέρον του Bengel ήταν τόσο αγωνιώδες, ώστε αποφάσισε να αφιερώσει όλο τον χρόνο και τα ταλέντα του για να τα ελέγξει όλα αυτά ο ίδιος προσωπικά.
 
Πράγματι, αφού δαπάνησε την υπόλοιπη ζωή του συγκεντρώνοντας και συγκρίνοντας χειρόγραφα (αρχαία και νεότερα), καθώς κι αρχαίες μεταφράσεις, κατέληξε στα εξής δύο συμπεράσματα:

1) Οι παραλλαγές κι οι αλλοιώσεις ήταν πολύ λιγότερες σε αριθμό απ’ ότι αρχικά τον πληροφόρησαν, και

2) Οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στα χειρόγραφα δεν κλονίζουν, ουσιαστικά, κανένα από τα δόγματα της χριστιανικής πίστης.
 
Ο Bengel έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για την ακριβή εκτίμηση των χειρογράφων.  Ήταν ο πρώτος που διατύπωσε την αρχή ότι το κριτήριο της γνησιότητας ενός εδαφίου της Βίβλου δεν είναι ο μεγάλος αριθμός των χειρογράφων που το υποστηρίζουν, αλλά η εσωτερική αξία του εδαφίου.
 
Διαχώρισε λοιπόν τα χειρόγραφα, κατά την έκφρασή του, «σε οικογένειες, σε φυλές και σε έθνη», ανάλογα με τα κοινά, χαρακτηριστικά γνωρίσματα που παρουσίαζαν. 

Έτσι, διαμόρφωσε δύο μεγάλες ομάδες «εθνών» των χειρογράφων: την Ασιατική ομάδα, με καταγωγή το Βυζάντιο (Κων/λη) και την Αφρικανική ομάδα, την οποία υποδιαίρεσε στην Αλεξανδρινή και την Λατινική οικογένεια.
 
Υιοθέτησε κι άλλα κριτήρια που τα αποδέχτηκαν, βασικά, όλοι σχεδόν οι μετέπειτα ερευνητές των κειμένων.  Μεταξύ αυτών, είναι  και το κριτήριο να προτιμάται το δύσκολο εδάφιο από το εύκολο κι αυτό επειδή ο αντιγραφέας των χειρογράφων συνήθιζε, κατά την αντιγραφή, να κάνει το δύσκολο εδάφιο πιο εύκολο, παρά το εύκολο να το κάνει πιο δύσκολο.
 
Φυσικά ο Bengel δεν έκανε την απόπειρα να εγκαταλείψει το T.R.  Αντίθετα,  η τακτική που ακολούθησε ήταν να μην συμπεριλάβει στο κείμενό του καμία αλλαγή που δεν υπήρχε σε κάποια προηγούμενη τυπωμένη έκδοση.  Όσες αλλαγές ήταν, κατά την γνώμη του, γνησιότερες, σε σύγκριση με αυτές του TR, τις σημείωσε στο περιθώριο του κειμένου.
 
Ύστερα από τον Bengel κι άλλοι διακεκριμένοι επιστήμονες εμφανίστηκαν.  Η ιστορία της ανακάλυψης και χρήσης νέων κι αρχαιότερων χειρογράφων στους αιώνες που ακολούθησαν, αποτελεί μια σειρά από πολύμοχθες κι ατέρμονες εργασίες που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
 
Ο πρώτος επιστήμονας των κειμένων που παραμέρισε τελείως το TR ήταν ο Γερμανός Karl Lachman (1793-1857). 

Το κείμενο της Κ.Δ. που δημοσίευσε στηριζόταν αποκλειστικά στις παραλλαγές των χειρογράφων και την εφαρμογή των κανόνων της κριτικής των κειμένων.
 
Ο σκοπός του Lachman δεν ήταν να αποκαταστήσει το πρωτότυπο κείμενο, αλλά μάλλον να παρουσιάσει με αποδεικτικά στοιχεία το Ελληνικό κείμενο που κυ-κλοφορούσε στον  χριστιανικό κόσμο της Ανατολής προς το τέλος του 4ου αιώνα (380 περίπου μ.Χ.).
 
Η εργασία που αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία της Κριτικής της Κ.Δ. είναι αυτή του Γερμανού Constantin von Tischendorf (1815-1874), στον οποίο η κριτική των κειμένων χρωστάει, πραγματικά, πολλά.  Από τις 13 βελτιωμένες εκδόσεις που κυκλοφόρησε, η πιο αξιόλογη είναι η 8η έκδοση, η οποία βγήκε στη δημοσιότητα αμέσως μετά την ανακάλυψη του Σιναϊτικού κώδικα.
 
Ο Tischendorf δεν ήταν ο μόνος που αφιέρωσε τη ζωή του στο επίπονο έργο για την αποκατάσταση του πρωτότυπου κειμένου της Κ.Δ. Είναι κι άλλοι που κοπία-σαν, αφιερώνοντας τους καρπούς της εργασίας τους στο Θεό, με τέλεια πίστη ότι Αυτός θα τους χρησιμοποιήσει για την οικοδομή της εκκλησίας. Σύγχρονος του Tischendorf ήταν ο Άγγλος S.P. Tregelles, του οποίου η έκδοση γύρω στο 1857 ήταν αποτέλεσμα επισταμένης μελέτης των αρχαίων μεταφράσεων, ακριβώς επειδή είχε στηριχτεί στα καλύτερα αρχαία χειρόγραφα.  Πολύ σπουδαία εργασία επίσης οι Άγγλοι B. F. Westcott  &  F.J. Hort  που δημοσιεύθηκε το 1881.
 
Αργότερα ο Eberhard Nestle κυκλοφόρησε στη Στουτγάρδη της Γερμανίας το δικό του κριτικό κείμενο.
 
Οι Ενωμένες Βιβλικές Εταιρίες στήριξαν το δικό τους κείμενο σ’ όλες τις εκδόσεις, τις οποίες επεξεργάστηκαν και γι’ αυτό σήμερα το κείμενό τους  θεωρείται το καλύτερο (UBS).
 
Είναι ανάγκη να τονισθεί ότι η διαίρεση του τυπωμένου κειμένου της Κ.Δ. σε κεφάλαια και εδάφια αποτελεί νεότερη προσθήκη και δεν υπήρχε αρχικά. Η πρώτη διαίρεση του κειμένου σε κεφάλαια αποδίδεται, από κάποιους, στον Καρδινάλιο Hugo De St. Caro κι απ’ άλλους στον Stephen Langton, αρχιεπίσκοπο του Canterbury.
 
Η διαίρεση των κεφαλαίων σε εδάφια έγινε για πρώτη φορά στην έκδοση της Κ.Δ. του Robert Stephanus το 1551. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του γιού του, Ερρίκου, επινόησε αυτή τη διαίρεση, ενώ ταξίδευε με άλογο απ’ το  Παρίσι στη Λυών.

ΑΞΙΟΛΟΓΗ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ
 

Τα επτά «χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας» που ανακαλύφθηκαν το 1947 έχουν επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τη Βιβλική έρευνα σ’ όλο τον κόσμο, από ιστορική και θεολογική άποψη.
 
Η ανεύρεση χειρογράφων μέσα σε πήλινα πιθάρια δεν αποτελεί κάτι ασυνήθιστο για την περιοχή της Παλαιστίνης. 

Ήταν συνήθεια  απ’ τα  αρχαία χρόνια να φυλάσσονται χειρόγραφα μέσα σε πιθάρια για προστασία από το υγρό κλίμα της περιοχής, όπως άλλωστε φαίνεται στη Βίβλο, το Ταλμούδ και τα Απόκρυφα.
 
Διαβάζουμε π.χ. στην Παλαιά Διαθήκη: «Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός του Ισραήλ (προς τον Ιερεμία). Λάβε τα συμφωνητικά αυτά... και θες αυτά εις αγγείον πήλινον δια να διαμένωσιν ημέρας πολλάς» (Ιερ.λβ:13).
 
Η περιοχή γύρω απ’ τη Νεκρά Θάλασσα, όπου βρέθηκαν τα χειρόγραφα είναι το  ευνοϊκότερο μέρος της Παλαιστίνης λόγω του ξηρού κλίματός του. Γι’ αυτό, τα χειρόγραφα διατηρήθηκαν για εκατοντάδες χρόνια στην καλύτερη δυνατή κατάσταση.
 
Η ιστορία αυτής της ανακάλυψης είναι μια απ’ τις πιο συναρπαστικές της εποχής μας.
 
Τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο του 1947, ένα τσοπανόπουλο Βεδουίνος, με το όνομα Μωάμεθ, ψάχνοντας να βρει τη χαμένη γίδα του, πέταξε μια πέτρα στο άνοιγμα ενός γκρεμού, στη δυτική πλευρά της Νεκράς Θάλασσας. Λίγο μετά, ξαφνιασμένος, άκουσε κάποιον ήχο σαν από σπάσιμο πήλινου αγγείου. Η περιέργεια  τον οδήγησε μέσα στη σπηλιά, όπου η ματιά του έπεσε σε κάτι καταπληκτικό.  Στο έδαφος της σπηλιάς είδε μεγάλα πιθάρια που περιείχαν κυλίνδρους από δέρμα. Είχαν διατηρηθεί εκεί σε πολύ καλή κατάσταση για 1900 χρόνια περίπου, γεγονός που οφείλεται στην αεροστεγή σφράγιση των πιθαριών.
 
Το κείμενο των δύο από τα επτά χειρόγραφα χρονολογείται 1000 τουλάχιστον χρόνια πριν, απ’ το μέχρι τότε γνωστό αρχαιότερο Εβραϊκό κείμενο.  Συγκεκριμένα, το αρχαιότερο κείμενο που είχαμε στη διάθεσή μας, το «Μαζοριτικό κείμενο», είναι ο γνωστός Κώδικας Ben Asher των Προφητών. Βρίσκεται σε μια συναγωγή του Καΐρου και χρονολογείται γύρω στο 895 μ.Χ.
 
Ακόμα αρχαιότερο είναι το κείμενο ολόκληρης της Βίβλου που φυλάσσεται σε μια συναγωγή του Allepo και χρονολογείται γύρω στο 929 μ.Χ. Γίνεται φανερό, λοιπόν, ότι αυτά τα χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας πρόσφεραν στο Δυτικό κόσμο μια ζωντανή κι αρκετά διαφωτιστική εικόνα της ηθικής και πνευματικής ζωής της Παλαιστίνης κατά την εποχή που πρωτοεμφανίστηκε εκεί ο Χριστιανισμός.
 
Το εντυπωσιακό σ’  αυτή την ανακάλυψη είναι η ακριβής μεταβίβαση του κειμένου το οποίο χρονολογήθηκε απ‘ τους παλαιογράφους γύρω στο 125 π.Χ. Σε ποσοστό 95% αυτό το κείμενο ταυτίζεται με το σημερινό, ενώ το υπόλοιπο 5% είναι επουσιώδεις παραλλαγές που οφείλονται κυρίως σε λάθη γραφής κι ορθογραφικές αβλεψίες.
 
Ο αρχαιολόγος Millard Burrows δηλώνει για τα κείμενα της Νεκράς Θάλασσας:

«Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι σε μία περίοδο 1000 ετών (125π.Χ.-895μ.Χ.) τα κείμενα έχουν υποστεί τόσο μηδαμινές αλλοιώσεις*».
 
Έχουμε, λοιπόν, εδώ μια δυνατή μαρτυρία για την αξιοπιστία των αντιγράφων που έχουμε στα χέρια μας, τα οποία για 1000 χρόνια μεταβίβαζαν τα κείμενα αυτά με αξιοθαύμαστη πιστότητα (Ralph Earle: «How We Got our Bible»).

Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
 

Με τα προηγμένα τεχνικά μέσα που έχει στη διάθεσή της η τεχνολογία της εποχής μας, έγινε δυνατή  η ανάγνωση αρχαίων παλίμψηστων χειρογράφων που ήταν αδύνατο να διαβαστούν μέχρι σήμερα.
 
Παλίμψηστο (πάλι+ψάω) είναι το χειρόγραφο του οποίου το κείμενο έχει σβηστεί, για να γραφτεί πάλι, στην ίδια περγαμηνή, κάποιο άλλο κείμενο.
 
Τελευταία, ένας μελετητής  των κειμένων της Βίβλου, ο James Charlesworth, απ’ το Πανεπιστήμιο του Princeton, προσπάθησε να ξαναφέρει στην επιφάνεια ένα κείμενο που είχε σβηστεί από κάποιο αντιγραφέα τον 8ο αιώνα, ο οποίος θέλησε να γράψει στην ίδια περγαμηνή τις βιογραφίες κάποιων αγίων.  Με τη βοήθεια δύο διαστημικών επιστημόνων και του κομπιούτερ, το σχέδιο του Charlesworth πέτυχε.
 
Το σβησμένο κείμενο που έφερε στην επιφάνεια περιείχε το αρχαιότερο γνωστό αντίγραφο της αρχαιότερης μετάφρασης των ευαγγελίων (Συριακής).  Θεωρείται, γι’ αυτό, ένα σπουδαίο εύρημα που μας κατατοπίζει σχετικά με τη μετάδοση του κειμένου των ευαγγελίων, την πρώτη εκείνη περίοδο των μεταφράσεων.
 
Οι ειδικοί των κειμένων πιστεύουν ότι το κείμενο απ’ όπου έγινε αυτή η μετάφραση (Σιναϊτικό-Συριακή) χρονολογείται  στο 100 μ.Χ.
 
Η Αραμαϊκή είναι μια διάλεκτος της Συριακής γλώσσας, η οποία, όπως είναι γνωστό, ήταν η μητρική γλώσσα του Ιησού.
 
Η επιθυμία του Charlosworth να διαβάσει τη διδασκαλία του Ιησού με τις  λέξεις και τη γλώσσα που ο ίδιος μιλούσε, άναψε στην καρδιά του έναν ασυγκράτητο ζήλο. Για να επιτύχει στο σχέδιό του, χρειάστηκε να ταξιδέψει 7000 μίλια μακριά, από την Καλιφόρνια, στο μοναστήρι του όρους Σινά, όπου βρίσκονταν τα παλίμψηστα χειρόγραφα.
 
Οποιαδήποτε κι αν είναι, τελικά,  η αξία εκείνου του παλίμψηστου χειρόγραφου, ποιοτικά ή από θεολογική άποψη, δεν υπάρχει αμφιβολία πως η τεχνική αξία του πειράματος είναι πολύ μεγάλη.  Ακριβώς επειδή όλα τα αρχαία χειρόγραφα κι οι επιγραφές βρίσκονται διασκορπισμένα σε μουσεία και βιβλιοθήκες σ’ όλο τον κόσμο, ήταν αδύνατο, μέχρι σήμερα, να διαβαστούν. Τώρα, όμως, με τη νέα αυτή μέθοδο, όπου συνεργάζεται η τεχνολογία με την φωτογράφηση, η ανάγνωση όλου αυτού του υλικού θα γίνει δυνατή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου